Αρχειοθήκη ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2020

ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ

Περίληψη των αποφάσεων της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1439-1443/2020, που αφορούν α) τις περικοπές των κυρίων συντάξεων δυνάμει των Ν 4051/2012 και Ν 4093/2012, β) τον επανυπολογισμό των συντάξεων δυνάμει του Ν 4387/2016 και γ) τον χρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων των αποφάσεων ΣτΕ Ολ 2287-8/2015 σε σχέση με το άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ

14/07/2020

ΣτΕ Ολ 1439/2020
Πρόεδρος: Α. Ράντος
Εισηγητής: Γ. Τσιμέκας, Σύμβουλος
 
Με την 1439/2020 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία εκδόθηκε σε πιλοτική δίκη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, κατόπιν αιτήσεως του Ε.Φ.Κ.Α., κρίθηκαν τα εξής: 
α)  Η θεσπισθείσα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 4387/2016 ρύθμιση της συνέχισης καταβολής των κύριων συντάξεων, όπως είχαν διαμορφωθεί την 31.12.2014, δηλαδή με τις μειώσεις που επήλθαν με τους ν. 4051/2012 και 4093/2012 για το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του νόμου 4387/2016, δηλαδή από 12.5.2016 και εφεξής, είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, όπως κρίθηκε με την απόφαση 1891/2019 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, Οι εν λόγω μειώσεις, από τη δημοσίευση του ν. 4387/2016 και εφεξής, έχουν ως νόμιμο έρεισμα την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. α΄ του τελευταίου αυτού νόμου, από το χρονικό δε αυτό σημείο και εφεξής (12.5.2016) είναι νόμιμες. Εξ άλλου, με την απόφαση 1890/2019 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (σκέψη 20), κρίθηκε καταρχήν  συνταγματικώς θεμιτή η εκ νέου κατ΄ ουσίαν θέσπιση των ως άνω περικοπών στο πλαίσιο επανυπολογισμού και των επικουρικών συντάξεων.
β) Η θεσπισθείσα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 4387/2016 ρύθμιση, η οποία, όπως εκτέθηκε, είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α., δεν θεράπευσε την διαγνωσθείσα με τις 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας αντισυνταγματικότητα των διατάξεων των νόμων 4051/2012 και 4093/2012 με τις οποίες επιβλήθηκαν οι εν λόγω μειώσεις, αλλά ισχύει από τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου, δηλαδή από 12.5.2016 και εφεξής και όχι αναδρομικώς∙ δεν ανατρέχει, συνεπώς,  στο χρόνο θεσπίσεως των εν λόγω περικοπών και, επομένως, δεν καταλαμβάνει ρυθμιστικά και το προγενέστερο της δημοσιεύσεως του ν. 4387/2016 διάστημα από 1.1.2013 έως την 11.5.2016 - υπό την έννοια της αναδρομικής ισχυροποιήσεως των επιβληθεισών με τους ανωτέρω νόμους περικοπών – για το οποίο ισχύουν τα κριθέντα με τις  2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (μειοψηφία). Όπως κρίθηκε δε με τις αποφάσεις αυτές, οι μειώσεις των συντάξεων που επιβλήθηκαν με τους νόμους 4051/2012 και 4093/2012 αντίκεινται στο Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4, και 106 παρ. 1 αυτού) και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες. Η κρίση αυτή καταλαμβάνει το χρονικό διάστημα από της θεσπίσεώς των εν λόγω μειώσεων μέχρι τη δημοσίευση του ν. 4387/2016, από το χρονικό δε αυτό σημείο (12.5.2016) και εφεξής οι εν λόγω μειώσεις έχουν ως νόμιμο έρεισμα την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. α΄ του τελευταίου αυτού νόμου. Συνεπώς, οι εν λόγω μειώσεις δεν είναι νόμιμες για το χρονικό διάστημα από της θεσπίσεώς των μέχρι τη δημοσίευση του ν. 4387/2016 (12.5.2016), ενόψει, όμως, του περιορισμού της ισχύος των αποτελεσμάτων που έθεσαν οι 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Δικαστηρίου, τη διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα των επίμαχων διατάξεων των νόμων 4051/2012 και 4093/2012 και την διαπιστωθείσα αντίθεση αυτών προς το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρόνου δημοσιεύσεως των αποφάσεων αυτών (από της θεσπίσεως των εν λόγω μειώσεων μέχρι 10.6.2015) μπορούν να επικαλεσθούν μόνον όσοι έχουν ασκήσει ένδικα βοηθήματα μέχρι τη δημοσίευση των εν λόγω αποφάσεων (10.6.2015).
γ) Με βάση τις κρίσεις των αποφάσεων της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας 2287-2288/2015 και 1891/2019, η διαγνωσθείσα αντίθεση προς υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των προαναφερθεισών διατάξεων των νόμων 4051/2012 και 4093/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκαν οι μειώσεις των συντάξεων, δεν δύναται να θεραπευθεί με μεταγενέστερες της δημοσιεύσεως των εν λόγω νόμων μελέτες, όπως είναι οι μελέτες που συνοδεύουν τον μεταγενέστερο ν. 4387/2016, για το χρονικό διάστημα από της θεσπίσεώς των έως 11.5.2016, και 
δ) Ο χρονικός περιορισμός της ισχύος των αποτελεσμάτων που έθεσαν οι 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν αφορά μόνον τη διαπίστωση της αντίθεσης προς το Σύνταγμα των διατάξεων των νόμων 4051/2012 και 4093/2012, αλλά καταλαμβάνει και τη διαπιστωθείσα αντίθεση αυτών προς το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
 
ΣτΕ Ολ 1440/2020
Πρόεδρος: Α. Ράντος
Εισηγητής: Γ. Τσιμέκας, Σύμβουλος
 
 Με την 1440/2020 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι με την 1439/2020 απόφαση της Ολομελείας έγιναν δεκτά τα εξής: α) ότι με  τις 2287 - 2288/2015 αποφάσεις της η Ολομέλεια του Δικαστηρίου έκρινε ότι οι διατάξεις, μεταξύ άλλων, του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 4051/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκαν περικοπές στις κύριες συντάξεις συνταξιούχων οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως, αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4, και 106 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α και ότι  είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες, καθώς και ότι την εν λόγω  διαγνωσθείσα αντίθεση προς τις ανωτέρω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις μπορούν να επικαλεσθούν, για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρόνου δημοσιεύσεως των αποφάσεων αυτών, μόνον όσοι έχουν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα μέχρι τη δημοσίευση των εν λόγω αποφάσεων, ήτοι μέχρι 10.6.2015, β) ότι η διαγνωσθείσα με τις ανωτέρω αποφάσεις ουσιαστική αντισυνταγματικότητα δεν θεραπεύθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 εδαφ. α΄ του ν. 4387/2016, υπό την έννοια ότι  η διάταξη αυτή, με την οποία κατ΄ ουσίαν, υιοθετήθηκαν εκ νέου, στο πλαίσιο του εισαχθέντος με το νόμο αυτό νέου ασφαλιστικού συστήματος,  οι εν λόγω περικοπές για τους ήδη κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού συνταξιούχους (παλαιούς συνταξιούχους),  ισχύει από τη δημοσίευσή της και εφεξής, δηλαδή από 12.5.2016  και εφεξής και όχι αναδρομικώς, ότι  δεν ανατρέχει, δηλαδή,  στο χρόνο θεσπίσεως των εν λόγω περικοπών, και γ) ότι η ανωτέρω  ουσιαστική αντισυνταγματικότητα των  επίμαχων διατάξεων του ν. 4051/2012 δεν μπορούσε  να θεραπευθεί με μεταγενέστερες της δημοσιεύσεως του  ανωτέρω νόμου  μελέτες, όπως είναι  οι  μελέτες που συνοδεύουν τον μεταγενέστερο ν. 4387/2016, και ότι, συνεπώς,  οι περικοπές που επιβλήθηκαν στις κύριες συντάξεις για το  χρονικό διάστημα, μεταξύ άλλων, από 1.1.2012 έως 21.9.2012 κατ΄ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ν. 4051/2012 δεν είναι νόμιμες και ότι ως προς τα αποτελέσματα της αντισυνταγματικότητας αυτής και της παραβιάσεως του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ισχύουν τα κριθέντα με τις αποφάσεις 2287 και 2288/2015 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας.  Με τα δεδομένα αυτά, η κρίση του δικάσαντος διοικητικού πρωτοδικείου ότι το προσβληθέν ενώπιόν του ενημερωτικό σημείωμα συντάξεων τριμήνου Απριλίου - Ιουνίου 2012 του  ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, κατά το μέρος που μειώθηκε με αυτό η μηνιαία κύρια σύνταξη του αναιρεσιβλήτου κατ’ εφαρμογή της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 4051/2012, δεν ήταν νόμιμο, καθώς και ότι ο αναιρεσίβλητος είχε αγώγιμη αξίωση κατά του αναιρεσείοντος Ε.Φ.Κ.Α. να διεκδικήσει ισόποση  αποζημίωση με τις περικοπές που υπέστη η σύνταξή του κατ’ εφαρμογή της  ανωτέρω διατάξεως του ν. 4051/2012 για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 21.9.2012, κρίθηκε, περαιτέρω, ότι είναι νόμιμη, δεδομένου ότι η ένδικη προσφυγή-αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου είχε ήδη ασκηθεί (στις 21.9.2012) κατά το χρόνο δημοσιεύσεως των 2287- 2288/2015 αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας .
 
ΣτΕ Ολ 1441/2020
Πρόεδρος: Α. Ράντος
Εισηγήτρια: Ά. Καλογεροπούλου, Σύμβουλος
 
Με την  1441/2020 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας το Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει αίτηση αναιρέσεως του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ( Ε.Φ.Κ.Α. ) κατά της 9714/2019 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.  Με την απόφαση αυτή  είχε γίνει  εν μέρει δεκτή  αγωγή των αναιρεσιβλήτων, πρώην υπαλλήλων του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) και ήδη  συνταξιούχων λόγω γήρατος  του αναιρεσείοντος φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως,   και είχε υποχρεωθεί  ο αναιρεσείων  Ε.Φ.Κ.Α.  να καταβάλει σε καθέναν από τους αναιρεσιβλήτους  τα αναγραφόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, ως αποζημίωση των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, για την αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υπέστησαν  οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι από την περικοπή των κύριων συντάξεών τους κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2015 έως και 30.6.2016 κατ’ εφαρμογή των κριθεισών με την αναιρεσιβαλλόμενη  απόφαση ως αντισυνταγματικών διατάξεων του ν. 4093/2012 ( A’ 222 ) .
Ειδικότερα, με την ανωτέρω απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε, αφού έγινε επίκληση των κριθέντων με  την 1439/2020 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου,  ότι η κρίση του δικάσαντος διοικητικού πρωτοδικείου ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν αγώγιμη αξίωση κατά του αναιρεσείοντος Ε.Φ.Κ.Α. να διεκδικήσουν ισόποση  αποζημίωση με τις περικοπές που υπέστησαν οι  συντάξεις τους,  κατ΄ εφαρμογή των  επίμαχων  διατάξεων του ν. 4093/2012 για το χρονικό διάστημα από 1.7.2015 έως 11.5.2016, είναι νόμιμη. Περαιτέρω κρίθηκε ότι, αντιθέτως, η κρίση του δικάσαντος διοικητικού πρωτοδικείου ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν αγώγιμη αξίωση κατά του αναιρεσείοντος Ε.Φ.Κ.Α. να διεκδικήσουν αποζημίωση και για  το χρονικό διάστημα από 12.5.2016 έως 30.6.2016 δεν είναι νόμιμη, διότι,  κατά το τελευταίο αυτό χρονικό διάστημα οι εν λόγω περικοπές έχουν  ως νόμιμο έρεισμα όχι τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 4093/2012 αλλά  τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2  περ. α΄ του ν. 4387/2016.  Έτσι, η  αίτηση αναιρέσεως του Ε.Φ.Κ.Α.   έγινε εν μέρει δεκτή και  αναιρέθηκε εν μέρει  η προσβαλλόμενη απόφαση. 

ΣτΕ Ολ 1442/2020
Πρόεδρος: Α. Ράντος
Εισηγήτρια: Ά. Καλογεροπούλου, Σύμβουλος
 
Με την 1442/2020 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας το Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει αίτηση αναιρέσεως του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ( Ε.Φ.Κ.Α. ) κατά της 12108/2019 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.  Με την απόφαση αυτή  είχε γίνει  εν μέρει δεκτή  αγωγή των αναιρεσιβλήτων, πρώην υπαλλήλων  του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) και ήδη  συνταξιούχων λόγω γήρατος  του αναιρεσείοντος φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως,  και είχε υποχρεωθεί  ο αναιρεσείων  Ε.Φ.Κ.Α.  να καταβάλει σε καθέναν από τους αναιρεσιβλήτους  τα αναγραφόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, ως αποζημίωση των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, για την αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υπέστησαν  οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι,  από την περικοπή των κύριων συντάξεών τους κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2015 έως και 30.6.2016 κατ’ εφαρμογή των κριθεισών με την αναιρεσιβαλλόμενη  απόφαση ως αντισυνταγματικών διατάξεων του ν. 4093/2012 ( A’ 222 ) .
Eιδικότερα, με την ανωτέρω απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε, αφού έγινε επίκληση των κριθέντων με  την  1439/2020 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου,  ότι η κρίση του δικάσαντος διοικητικού πρωτοδικείου ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν αγώγιμη αξίωση κατά του αναιρεσείοντος Ε.Φ.Κ.Α. να διεκδικήσουν ισόποση  αποζημίωση με τις περικοπές που υπέστησαν οι  συντάξεις τους,  κατ΄ εφαρμογή των  επίμαχων  διατάξεων του ν. 4093/2012 για το χρονικό διάστημα από 1.7.2015 έως 11.5.2016, είναι νόμιμη. Περαιτέρω κρίθηκε ότι, αντιθέτως, η κρίση του δικάσαντος διοικητικού πρωτοδικείου ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν αγώγιμη αξίωση κατά του αναιρεσείοντος Ε.Φ.Κ.Α. να διεκδικήσουν αποζημίωση και για  το χρονικό διάστημα από 12.5.2016 έως 30.6.2016 δεν είναι νόμιμη, διότι,  κατά το τελευταίο αυτό χρονικό διάστημα οι εν λόγω περικοπές έχουν  ως νόμιμο έρεισμα όχι τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 4093/2012 αλλά  τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2  περ. α΄ του ν. 4387/2016.  Έτσι, η αίτηση αναιρέσεως του  Ε.Φ.Κ.Α. έγινε εν μέρει δεκτή και  αναιρέθηκε εν μέρει  η προσβαλλόμενη απόφαση.
 
ΣτΕ Ολ 1443/2020
Πρόεδρος: Α. Ράντος
Εισηγήτρια: Ά. Καλογεροπούλου, Σύμβουλος
 
Mε την 17556/2019  απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών υποβλήθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «...εάν οι διατάξεις του ν. 4387/2016, με τις οποίες πραγματοποιήθηκε επανυπολογισμός των καταβαλλόμενων συντάξεων με βάση το ύψος των συντάξεων, όπως αυτό διαμορφώθηκε στις 31.12.2014, εφαρμόζονται, μετά την δημοσίευση της 1891/2019 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και στις εκκρεμείς υποθέσεις, ήτοι σε αγωγές συνταξιούχων που κατατέθηκαν από 12.5.2016 έως σήμερα, με τις οποίες αυτοί διεκδικούν την καταβολή αποζημίωσης, που αφορά το χρονικό διάστημα ιδίως από 12.5.2016 έως σήμερα, ενόψει μάλιστα της ύπαρξης εκκαθαριστικών σημειωμάτων καταβολής συντάξεων από τα οποία προκύπτει η διενέργεια περικοπών των ν. 4051/2012 και 4093/2012, οι οποίες είχαν κριθεί αντισυνταγματικές με τις 2287 και 2288/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της   Επικρατείας». 
Το Συμβούλιο της Επικρατείας με την  1443/2020  απόφαση της Ολομελείας  έκρινε ότι,  ύστερα από την έκδοση της  1439/2020 αποφάσεως επίσης της Ολομελείας του Δικαστηρίου και ενόψει των κριθέντων με την απόφαση αυτή, η επίλυση του ανωτέρω προδικαστικού ερωτήματος καθίσταται πλέον αλυσιτελής, διότι με την εν λόγω απόφαση απαντήθηκε, μεταξύ άλλων, και το ανωτέρω προδικαστικό ερώτημα. Πράγματι,  με την ανωτέρω απόφαση έγινε δεκτό, μεταξύ άλλων, ότι με την 1891/2019 απόφαση της Ολομελείας του   Συμβουλίου   της Επικρατείας κρίθηκε ότι  η  διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2  περ.  α΄ του ν. 4387/2016,  με την οποία, κατ΄ ουσίαν, υιοθετήθηκαν εκ νέου,  στο πλαίσιο του εισαχθέντος  με το νόμο αυτό  ασφαλιστικού συστήματος,  οι  περικοπές των διατάξεων του άρθρου 6 του ν. 4051/2012 και του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1  του ν. 4093/2012 για τους ήδη κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού συνταξιούχους ( παλαιούς συνταξιούχους ), είναι   συμβατή με το Σύνταγμα, κατά την έννοια δε της εν λόγω αποφάσεως , και με  και την Ε.Σ.Δ.Α.  Ως εκ τούτου δε κρίθηκε με την ανωτέρω 1439/2020 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι οι ένδικες   περικοπές  από τη δημοσίευση του νόμου αυτού και εφεξής, δηλαδή από 12.5.2016, είναι νόμιμες, διότι  από την τελευταία αυτή ημερομηνία   και εφεξής, οι ανωτέρω περικοπές έχουν  ως νόμιμο έρεισμα όχι τις ως άνω  διατάξεις των ν. 4051 και 4093/2012 αλλά την ανωτέρω  διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2  περ. α΄ του ν. 4387/2016. Συνεπώς, σύμφωνα με τα κριθέντα  με την  1439/2020 της Ολομελείας του Δικαστηρίου,   από τη δημοσίευση του ν. 4387/2016 και εφεξής, δηλαδή  από 12.5.2016 και εφεξής, δεν υπάρχει αγώγιμη αξίωση, κατ΄ επίκληση των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, κατά του Ε.Φ.Κ.Α. για την καταβολή αποζημιώσεως ισόποσης με τις εν λόγω περικοπές για το χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση του ως άνω νόμου και εφεξής.

πηγή: adjustice.gr

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2020

ΕΞΙΣΩΣΗ ΗΛΙΚΙΑΚΩΝ ΟΡΙΩΝ ΑΝΔΡΩΝ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Δ.ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΜΕ 25 ΕΤΙΑ ΚΑΙ ΑΝΗΛΙΚΟ ΤΟ 2010


317/2020
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΕΛ.ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΣΧΟΛΙΟ: Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ως αντισυνταγματική η διάταξη του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 169/2007), όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της, από 1.1.2011, με το ν. 3865/2010, με την οποία θεσπίζεται μικρότερο όριο συνταξιοδότησης για τις γυναίκες υπαλλήλους με ανήλικο τέκνο, οι οποίες συμπληρώνουν 25ετή συντάξιμη υπηρεσία μέχρι 31.12.2010, (συγκεκριμένα το 50 έτος της ηλικίας τους) έναντι των ανδρών υπαλλήλων.
(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

...Η διαφορετική αυτή συνταξιοδοτική μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών και, μάλιστα, τόσο αυτών που τελούν σε ειδικές συνθήκες (μητέρες με ανήλικα παιδιά), όσο και των λοιπών που δεν τελούν σε τέτοιες συνθήκες συνιστά δυσμενή διάκριση των πρώτων έναντι των δεύτερων και μόνο κριτήριο το φύλο τους, που δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος ή από λόγους που ανάγονται στην ανάγκη μεγαλύτερης προστασίας των γυναικών σε θέματα μητρότητας, γάμου και οικογένειας ή σε καθαρά βιολογικές διαφορές που επιβάλλουν τη λήψη ιδιαίτερων μέτρων υπέρ αυτών. Και τούτο διότι, κατά το μέρος που με τις συνταξιοδοτικές αυτές ρυθμίσεις σκοπείται η προστασία της οικογένειας και των παιδιών, δεν επιτρέπεται η διαφορετική μεταχείριση των δύο φύλων, δοθέντος ότι και οι δύο γονείς έχουν, δεδομένων των σύγχρονων κοινωνικών συνθηκών, τις ίδιες υποχρεώσεις και τα ίδια βάρη στο πλαίσιο της προστασίας και ανατροφής των τέκνων τους (λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι στην ως άνω διάταξη δεν προσδιορίζεται η ηλικία των τέκνων), καθώς και της λειτουργίας και της ενότητας της οικογένειας. Η θέσπιση, άλλωστε, διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδότησης με βάση το φύλο, ούτε από καθαρά βιολογικές διαφορές μεταξύ τους δικαιολογείται, αφού δεν συναρτάται με διαφορετικό προσδόκιμο ζωής, ούτε θετικό μέτρο συνιστά για την προώθηση της ισότητας μεταξύ των δύο φύλων και την άρση τυχόν υφιστάμενων ανισοτήτων σε βάρος των γυναικών, αφού, με τον τρόπο αυτό, δεν διευκολύνονται οι γυναίκες στη συνέχιση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, ούτε αποκαθίστανται τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν αυτές στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία, αλλά απλώς τίθενται σε ευνοϊκότερη θέση έναντι του άλλου φύλου με το να μπορούν να συνταξιοδοτηθούν σε μικρότερη ηλικία σε σχέση με τους άνδρες.
9. Η διαφορετική συνταξιοδοτική μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την ηλικία συνταξιοδότησής τους αντίκειται επίσης και στην αρχή της ισότητας αμοιβών, η οποί κατοχυρώνεται διαχρονικά στο ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 141 παρ. 2 της Συνθήκης του Άμστερνταμ και ήδη άρθρο 157 παρ. 2 ΣΛΕΕ) και απαγορεύει διακρίσεις λόγω φύλου για τα πρόσωπα τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, μεταξύ των οποίων και οι συνταξιοδοτούμενοι κατά το σύστημα του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (βλ. σκέψη 5). Εξ άλλου ο καθορισμός διαφορετικών ηλικιακών ορίων ως προς τη συνταξιοδότηση ανδρών και γυναικών δεν δύναται να θεωρηθεί ως επιτρεπόμενο θετικό μέτρο κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου (βλ. και άρθρο 3 της Οδηγίας 2006/54/ΕΚ), καθόσον ως τέτοιο, υπό τις κρατούσες πλέον κοινωνικές συνθήκες, μπορεί να θεωρηθεί μόνο εκείνο που εξασφαλίζει την ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στην κοινωνική και οικονομική ζωή, ενισχύει και διευκολύνει την επαγγελματική δραστηριότητα των γυναικών ή αντισταθμίζει τα μειονεκτήματα που αντιμετωπίζουν στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία.
10. Εφόσον δε, κατά το ανωτέρω, η ως άνω συνταξιοδοτική διάταξη, με την οποία θεσπίζεται μικρότερο όριο ηλικίας για τη συνταξιοδότηση των γυναικών εισάγει διάκριση εις βάρος των ανδρών χωρίς να υφίστανται αποχρώντες λόγοι που να τη διευκολύνουν, είναι ανίσχυρη ως αντίθετη στην αρχή της ισότητας, όπως αυτή κατοχυρώνεται τόσο στο Σύνταγμα όσο και στις προαναφερόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου. Ως εκ τούτου, προς αποκατάσταση της ίσης μεταχείρισης των δύο φύλων, για όσο χρονικό διάστημα διατηρείται σε ισχύ η δυσμενής αυτή διάκριση σε βάρος των ανδρών (ήτοι για όσους έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι 31.12.2010, καθόσον από 1.1.2011 τα ηλικιακά όρια συνταξιοδότησης ανδρών και γυναικών εξισώθηκαν), πρέπει να επεκταθεί και στους άνδρες υπαλλήλους η ευνοϊκότερη ρύθμιση που ισχύει για τις γυναίκες (βλ. απόφ. ΔΕΚ C-559/07, της 26ης Μαρτίου 2009, Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας σκ. 26, Ολ. Ελ. Συν. 1268/2018, 734/2018, 1807/2014).
ΠΗΓΗ: https://www.elsyn.gr/ (ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΤΑΣ)


Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2020

ΑΡΣΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ


ΑΡΣΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΜΟΝ.ΠΡΩΤ.ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ 1006/2020


(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

....Κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 1685 ΑΚ, η δικαστική συμπαράσταση αίρεται αν έχουν εκλείψει οι λόγοι που την προκάλεσαν, δηλαδή ανάλογα με το συγκεκριμένο λόγο που προκάλεσε την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση, είτε με τη θεραπεία του συμπαραστατουμένου από την ψυχική ή διανοητική διαταραχή ή σωματική αναπηρία από την οποία έπασχε, σε τέτοιο βαθμό που να έχει τη δυνατότητα αυτομέριμνας των υποθέσεών του, είτε με τη βελτίωση της ασωτίας, της τοξικομανίας ή του αλκοολισμού, εξαιτίας της οποίας τέθηκε σε δικαστική συμπαράσταση, σε τέτοιο βαθμό που να μην εκθέτει πλέον στον κίνδυνο στέρησης τον ίδιο και τους αναφερομένους στο άρθρο 1666 παρ. 1 περ.2 ΑΚ συγγενείς του. Η άρση της δικαστικής συμπαράστασης επιφέρει λήξη, κατάλυση αυτής, με συνέπεια την επάνοδο του προσώπου στην κατάσταση που βρισκόταν πριν από την κήρυξή της, από την άποψη της δικαιοπρακτικής ικανότητας και της επιμέλειας (ΕφΘεσ 432/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, στην ίδια διάταξη ορίζεται ότι η διαδικασία της άρσης κινείται ύστερα από αίτηση των προσώπων που δικαιούνται να ζητήσουν την κήρυξη της δικαστικής συμπαράστασης. Επομένως, νομιμοποιούνται ο εισαγγελέας ή και το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, οι γονείς, τα τέκνα και ο σύζυγος του συμπαραστατούμενου, εφόσον υφίσταται έγγαμη συμβίωση, καθώς και ο ίδιος ο συμπαραστατούμενος. Ο τελευταίος δε, έχει τη δυνατότητα να ζητήσει την άρση, ο ίδιος. χωρίς να υφίσταται ανάγκη εκπροσώπησής του από το δικαστικό του συμπαραστάτη, ως νόμιμο αντιπρόσωπό του, ακριβώς λόγω του ότι ο ίδιος είναι πλέον υγιής, και δεν νοσεί από την πάθηση εξαιτίας της οποίας τέθηκε σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης. Σε αυτόν εξάλλου το λόγο οφείλεται και η επιλογή του νομοθέτη περί αποκλεισμού του δικαστικού συμπαραστάτη από τα άτομα που νομιμοποιούνται να ζητήσουν την άρση αυτής. (Βλ. σχετ. Α. Γεωργιάδης-Μ. Σταθόπουλος, ΕρμΑΚ, Οικογενειακό Δίκαιο, τομ VIII, άρθρ. 1685-1686, σημ. 11, 12, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρνομΑΚ, Οικογενειακό Δίκαιο, τόμος Ε, άρθρ1685, σημ.3, σελ. 1424).

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: ΕΛΕΝΗ ΚΥΡΑΡΙΝΗ

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2020

ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΣΕ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥΣ ΜΕ ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ- ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΜΙΣΘΩΤΟΥ



ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΣΕ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥΣ ΜΕ ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ- ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΜΙΣΘΩΤΟΥ








190/2020 ΑΠΟΦΑΣΗ ΜΟΝ.ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ

ΣΗΜΕΙΩΜΑ: Η απόφαση αυτή ασχολήθηκε μεταξύ άλλων με τα θέματα του ορισμένου του δικογράφου της αγωγής σε εργατική διαφορά με την οποία ζητούνται δεδουλευμένες αποδοχές, το καθεστώς εργασίας του προσωπικού αγροτικών συνεταιρισμών και την έννοια της τροποποιητικής καταγγελίας καθώς και τη δυνατότητα ανάκλησης αυτής. Σχετικά είναι και τα επιλεγμένα αποσπάσματα:
.’’κατά τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 416 και 422 εδ α του ΑΚ, από τις οποίες η πρώτη ορίζει η ενοχή αποσβήνεται με την καταβολή και η δεύτερη ότι, αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί, προκύπτει ότι ο οφειλέτης, εναγόμενος προς πληρωμή ορισμένου χρέους, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής που επάγεται την απόσβεση της οφειλής του, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, καθόσον αυτό εξυπακούεται, αφού γι' αυτό μόνος είναι η διαφορά. Κατά συνέπεια δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αγωγή για το ορισμένο αυτής και τα ποσά που καταβλήθηκαν στον ενάγονται μισθωτό από τον εναγόμενο εργοδότη του και μάλιστα χωριστά για κάθε επί μέρους αγωγικό κονδύλιο (αποδοχές, επιδόματα, προσαυξήσεις για παροχή υπερεργασιακής εργασίας), διότι οι καταβολές αυτές θεμελιώνουν κατά το άρθρο 416 του ΑΚ ένσταση εξόφλησης εκ μέρους του εναγομένου εργοδότη. Αν παρά ταύτα στο δικόγραφο της αγωγής διαλαμβάνεται συνολικά και το ποσό που για τις αιτίες αυτές καταβλήθηκε στον ενάγοντα, η ως άνω αναφορά ενέχει καθ' υποφοράν άρνηση του ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου εργοδότη περί περαιτέρω καταβολών και δεν καθιστά αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη την αγωγή, κατά τα ως άνω κεφάλαια, αφού οι καταβολές αυτές αποτελούν μέρος του συνόλου των αξιώσεων του μισθωτού από διάφορες αιτίας που θεμελιώνουν και την ιστορική βάση της αγωγής, από το άθροισμα δε όλων των επίδικων απαιτήσεων του ενάγοντος που θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία και αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς, θα αφαιρεθεί το συνολικό ποσό που στην αγωγή αναγράφεται ως καταβληθέν. Κατά συνέπεια η παράλειψη της μνείας του ύψους των εν λόγω καταβολών χωριστά για κάθε κονδύλιο, δεν επάγεται αδυναμία άμυνας του εναγομένου εργοδότη, αφού οι καταβολές αυτές στηρίζουν ισχυρισμό αυτού περί ολικής ή μερικής εξόφλησης (αρθ. 416 και 422 εδ. α του ΛΚ) και όχι ισχυρισμό του ενάγοντος, οπότε η σχετική σύγκριση θα γίνει με βάση το είδος και το ύψος των επί μέρους απαιτήσεων, πριν την πιο πάνω αφαίρεση (ΑΠ 1004/2017, Νόμος)’’...
...’’Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων που αφορούν τη διάκριση του προσωπικού των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων σε τακτικό (δηλαδή αυτό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτών κ.λπ.) και με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχικές ή πρόσκαιρες ανάγκες) προκύπτει ότι το τακτικό προσωπικό των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων συνδέεται με αυτές με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και, αντίστροφα, ότι οι προσλαμβανόμενοι από τέτοιες οργανώσεις, στερούμενων εσωτερικών κανονισμών λειτουργίας, ψηφισθέντος και εκδοθέντος από τη γενική τους συνέλευση, για κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών τους, έστω με ανανεούμενη ή παρατεινόμενη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ανήκουν στο τακτικό προσωπικό αυτών (ΑΠ 681/2018, ΑΠ 919/2017, ΑΠ 1256/2013, ΑΠ 1693/2011, Νόμος, βλ. αντίθετη ΑΠ 52/2009, Νόμος).’’...
...’’Από τη διάταξη δεν της παραγράφου 4 της ως άνω ΠΥΣ υπ' αριθ. 6/2012 συνάγεται επίσης ότι οι ΣΣΕ, που έληξαν ή καταγγέλθηκαν εντός του τελευταίου εξαμήνου, πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4046/2012, εξακολουθούν να ισχύουν για ένα τρίμηνο, ήτοι από τις 14.2.2012 έως τις 14.5.2012 και δεσμεύουν όπως προαναφέρθηκε τους εργαζομένους και τους εργοδότες που συμβλήθηκαν σ' αυτές. Εκ άλλου σύμφωνα με τη γενική "αρχή της εύνοιας" υπέρ των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, η προσπάθεια αναζήτησης της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τον εκμισθωτή της εργασίας δεν περιορίζεται μόνο στο συσχετισμό μεταξύ συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά επεκτείνεται και στη σχέση μεταξύ περισσότερων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν εν δυνάμει τους όρους αμοιβής και εργασίας σε συγκεκριμένη περίπτωση (π.χ. νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης κ.λ.π.) Με βάση, λοιπόν, την "αρχή της εύνοιας" υπέρ των μισθωτών, που ήδη προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν. 1876/1990, "οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφ' όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους". Αυτό συμβαίνει, διότι οι κανονιστικοί όροι μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας (ΣΣΕ) περιέχουν τα κατώτατα όρια προστασίας και, ως εκ τούτου, απαγορεύουν την τυχόν δυσμενέστερη ρύθμιση με μια ατομική σύμβαση, όχι, όμως, και την δι' αυτής βελτίωση της προστασίας των εργαζόμενων. Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, η "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων". Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ολΑΠ 1/2007, ΑΠ 773/2017, ΑΠ 692/2014, Νόμος). Επομένως, σε ατομικό επίπεδο, είναι έγκυρη, η μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, ρητή ή σιωπηρή, συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει για την εργασία που παρέχει στον πρώτο την αμοιβή, που προβλέπεται από ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει ΣΣΕ που καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων που καταρτίζουν τη συλλογική. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συλλογικές ρυθμίσεις, προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη (ΑΠ 874/2018, ΑΠ 773/2017, ΑΠ 692/2014, Νόμος).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349 έως 351, 361, 648 παρ1, 652 παρ.1. 656 του ΑΚ 1, 3, 7 και 8 του ν. 2112/1920, όπως το τελευταίο ερμηνεύτηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 παρ1 του α.ν. 547/1937 και 5 παρ 3 του ν. 3198/1955, συνάγεται ότι επί μονομερούς από τον εργοδότη βλαπτικής για το μισθωτό μεταβολής των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο μισθωτής έχει την ευχέρεια α) είτε να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συντελείται κατά το άρθρο 361 του ΑΚ νέα σύμβαση εργασίας, τροποποιητική της αρχικής, που καταλύει το δικαίωμα του μισθωτού να απαιτήσει την εκπλήρωση της ενοχής με τους αρχικούς όρους, β) είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη και, αποχωρώντας από την εργασία του, να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση, γ) είτε να αποκρούσει τη μεταβολή και να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους, αξιώνοντας την τήρηση των όρων αυτών, οπότε ο εργοδότης, αν δεν αποδέχεται την εργασία με τους αρχικούς όρους, οφείλει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 442/2016. ΑΠ 363/2015, ΑΠ 624/2015, Νόμος). Εξάλλου, βλαπτική μεταβολή, που παρέχει στον εργαζόμενο τα παραπάνω δικαιώματα, συνιστά και η μείωση των αποδοχών (ΑΠ 72/2019, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 431/2010, ΑΠ 1288/2003, ΑΠ 1431/2002, ΑΠ 1299/2001, ΕφΔωδ 365/2005, ΕφΠειρ 36/2004, ΕφΠατρ 748/2004μ Νόμος). Το μισθό που δίδεται με την πρόθεση να αποτελέσει αντάλλαγμα της παροχής της εργασίας, δεν δικαιούται να μειώσει ο εργοδότης μονομερώς, εκτός αν επιφύλαξε στον εαυτό του τέτοιο δικαίωμα με τη σύμβαση (υπό την προϋπόθεση πάντοτε ότι και ο νέος μετά τη μείωση μισθός δεν υπολείπεται του θεσπισμένου από τις οικείες κανονιστικές διατάξεις) ή αν δόθηκε από ελευθεριότητα, αλλά όχι με την πρόθεση να αποτελέσει αντάλλαγμα της παροχής της εργασίας ή δόθηκε αποκλειστικά προς αντιμετώπιση λειτουργικών αναγκών της επιχειρήσεως που έπαυσαν ( ΑΠ 1681/2010, ΑΠ 1455/2003 Νόμος, ΑΠ 1937/1988 ΔΕΝ 45, 920). Περαιτέρω, σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 361 και 669 παρ 2 ΑΚ, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (ως μονομερής απευθυντέα δικαιοπραξία), ασκείται με δήλωση του καταγγέλοντος, η οποία γνωστοποιείται σε αυτόν που απευθύνεται, χωρίς να χρειάζεται να τύχει αποδοχής από αυτόν, παράγει δε τα έννομα αποτελέσματά της, δηλαδή τη λύση της σύμβασης εργασίας, κατά την υπό του άρθρου 167 ΑΚ θεωρία της λήψης, ευθύς ως περιέλθει σύννομα σε αυτόν στον οποίο απευθύνεται και ανεξάρτητα από τη γνώση του τελευταίου, αρκεί μόνο να ήταν δυνατόν υπό κανονικές συνθήκες αυτός να λάβει γνώση αυτής (ΑΠ 1127/2019, ΑΠ 72/2019, ΑΠ 277/2016, ΑΠ 359/2015, ΑΠ 541/2014, ΑΠ 94/2004, ΑΠ 162/1983, Νόμος). Λόγω δε του διαπλαστικού χαρακτήρα του δικαιώματος αυτού, η καταγγελία δεν είναι δεκτική αιρέσεως (ΑΠ 397/2017, ΑΠ 277/2016, 65/2012, 524/2008, Νόμο), εκτός εάν η πλήρωση αυτής εξαρτάται αποκλειστικά από τη θέληση εκείνου προς τον οποία απευθύνεται (εξουσιαστική αίρεση) (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 1199/2002, Νόμος). Μετά την περιέλευσή της στον εργαζόμενο δεν μπορεί να γίνει ούτε ανάκληση αυτής από τον εργοδότη έστω και με τη συναίνεση του εργαζόμενου, αφού η ανάκληση έχει νομική ενέργεια μόνο αν γίνει προηγουμένως ή ταυτοχρόνως με την καταγγελία (άρθρο 168 Α.Κ.) ούτε, περαιτέρω, να συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου ότι αυτή δεν θα αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της (ΑΠ 55/2015, ΑΠ 1619/2006, ΑΠ 1792/1987, ΑΠ 162/1983, ΕφΠατρ 437/2011, Νόμος). Εξάλλου η συνέχιση, μετά την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, της προσφοράς της εργασίας από τον εργαζόμενο και η αποδοχή της από τον εργοδότη, μπορεί να οδηγήσει μόνο στη σύναψη νέας σύμβασης εργασίας χωρίς να επιδρά στη λύση της σύμβασης εργασίας που επέρχεται με την περιέλευση της καταγγελίας στον εργαζόμενο. (ΑΠ 1619/2006, Νόμος).’’...

Δικηγόρος εκκαλούντος-εναγόμενου : Βασίλειος Στάθης, Δ.Σ.Καρδίτσας
Δικηγόροι εφεσιβλήτων-εναγόντων: Ελένη Κυραρίνη ΔΣΑ, Ευαγγελία Κουρεμένου Δ.Σ.Τρικάλων.






Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2020

ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΔΩΡΩΝ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΙΔΑΧ


ΕιρΑμαρουσίου 322/2019

Αντισυνταγματικότητα κατάργησης επιδομάτων εορτών και άδειας Υπαλλήλων Δημοσίου
(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)
Η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς τα ρητά κατοχυρωμένα κοινωνικά δικαιώματα, συνιστώντας ένα γενικό δικαίωμα για κοινωνική αλληλεγγύη κατ' αναλογία με την λειτουργία την οποία επιτελεί το άρθρο 5 παρ.1 ως προς τα ατομικά δικαιώματα. Η εν λόγω αρχή και τα κοινωνικά δικαιώματα συνιστούν δεσμευτικούς κανόνες για την κρατική εξουσία, ιδιαίτερα τη νομοθετική, προς την κατεύθυνση κατοχύρωσης της πληρέστερης δυνατής κοινωνικής προστασίας. Τα κοινωνικά δικαιώματα θεωρούνται μάλιστα ως «απαράγραπτα», ως δεσμεύοντα δηλαδή την άσκηση όλων των συντεταγμένων εξουσιών, τόσο του αναθεωρητικού, όσο και του κοινού νομοθέτη. Εξάλλου, τα κοινωνικά δικαιώματα είναι θεμελιώδη, εξίσου με τα ατομικά και τα πολιτικά και παράγουν κατά την επικρατούσα στην θεωρία άποψη ένα «σχετικό κοινωνικό κεκτημένο», η αξία και η προστατευτική λειτουργία του οποίου πρέπει να αναδεικνύονται ακόμη περισσότερο σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, όταν οι πολίτες βάλλονται περισσότερο. Περαιτέρω στο άρθρο 106 του Συντάγματος ορίζεται ότι «για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στην χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων, της εθνικής οικονομίας». Από την εν λόγω διάταξη απορρέει η συνταγματική επιταγή για {ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη με διασφάλιση των συνθηκών κοινωνικής ειρήνης, η οποία δεσμεύει όλα τα κρατικά όργανα και πρωτίστως τον νομοθέτη, περιορίζοντας το εύρος των επιτρεπτών επιλογών του. Η παραπάνω συνταγματική επιταγή θέτει δυο όρια στον νομοθέτη. Πρώτον δεν είναι επιτρεπτή η θέσπιση νομοθετικών μέτρων τα οποία, ανεξαρτήτως του επιδιωκόμενου μ' αυτά σκοπού δημοσίου συμφέροντος, συνεπάγονται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης, δηλαδή καταλήγουν σε αποτέλεσμα ευθέως αντίθετο προς το σκοπό της συνταγματικής διάταξης. Ως σοβαρή διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης πρέπει να νοηθεί εξίσου η δραματική επιδείνωση των συνθηκών κοινωνικής διαβίωσης (όπως αύξηση του αριθμού των ανέργων, των αστέγων, όσων διαβιούν κάτω από το όριο της φτώχιας), όσο και η διατάραξη της δημόσιας τάξης ασφάλειας (όπως βίαιες ενέργειες διαμαρτυρίας, αύξηση εγκληματικότητας κλπ) που απορρέει από την επιδείνωση των κοινωνικών συνθηκών. Δεύτερον δεν είναι επιτρεπτή η θέσπιση νομοθετικών μέτρων τα οποία συνεπάγονται δραματική συρρίκνωση της εθνικής οικονομίας και του διαθέσιμου εισοδήματος επιχειρήσεων και νοικοκυριών, προκειμένου να εξυπηρετηθεί μονομερώς ορισμένος έστω και δημοσίου συμφέροντος οικονομικός σκοπός. Ιδίως δεν είναι επιτρεπτή η θέσπιση μέτρων που επιδιώκουν τη διάσωση των δημοσίων οικονομικών επί θυσία της ιδιωτικής αυτονομίας. Αντιθέτως, όπως συνάγεται από τη συνταγματική διάταξη, το γενικό συμφέρον δεν ταυτίζεται με το αμιγώς δημοσιονομικό ούτε μόνο με το συμφέρον της δημόσιας οικονομίας αλλά απαιτεί να διασφαλίζεται η ισόρροπη ανάπτυξη τόσο της δημόσιας όσο και της ιδιωτικής οικονομίας. Περαιτέρω στο άρθρο 4 παρ. 5 του Σ. ορίζεται ότι: «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Στο άρθρο 25 παρ. 1 ορίζεται ότι: «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη αποτελεσματική άσκηση τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας» και στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου «Το κράτος δικαίου δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης».
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι ο νομοθέτης δύναται κατ' αρχήν να επιβάλλει στους πολίτες προς εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης επιβαρύνσεις για την αντιμετώπιση ορισμένης επείγουσας ανάγκης ή κατάστασης κρίσης, υπό την προϋπόθεση ωστόσο ότι έχουν περιορισμένη διάρκεια, ότι είναι πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος και όχι δυσανάλογες σε σχέση προς αυτόν, ότι είναι επαρκώς αιτιολογημένες και ότι κατανέμονται ισότιμα μεταξύ όλων των πολιτών των απασχολουμένων τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός. Επομένως δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, οι οποίοι, κατά κανόνα, είναι συνεπείς προς τις υποχρεώσεις τους, και να ευνοούνται άλλες κατηγορίες από την ασυνέπεια των οποίων - κυρίως στο πεδίο της εκπλήρωσης των φορολογικών τους υποχρεώσεων - προκαλείται σε μεγάλο ποσοστό η δυσμενής αυτή συγκυρία (ΟλΣτΕ1286/2012), ούτε, κατά μείζονα λόγο, η επισώρευση νέων επιβαρύνσεων σε βάρος των ίδιων κατηγοριών πολιτών (λ.χ. διαδοχικές μειώσεις αποδοχών και συντάξεων), εάν τα προηγούμενα αποδείχθηκαν απρόσφορα κι εφόσον με τα νέα μέτρα οι ίδιες κατηγορίες πολιτών υφίστανται υπέρμετρη απώλεια του προηγουμένως διαθέσιμου εισοδήματος τους. Τούτο μάλιστα ιδίως όταν οι εν λόγω μειώσεις επέρχονται αιφνιδιαστικά και κλονίζουν ριζικά την οικονομική κατάσταση των ατόμων ή ανατρέπουν καταστάσεις στις οποίες αυτά είχαν καλόπιστα αποβλέψει (βλ.σχετ. μελέτη Κώστα Χ.Χρυσογόνου- Ακρίτα Καϊδατζή, Οριοθέτηση εισαγωγικών σκέψεων για την αντισυνταγματικότητα του ν.4093/2012 για το Μεσοπρόθεσμο και τα μέτρα εφαρμογής του, ΝοΒ 2012 τ.60 σελ 1682 επ.).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α' 256), ορίζεται ότι «Παν φυσικόν\ ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Το εν λόγω Πρωτόκολλο κυρώθηκε μαζί με την Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ 53/1974 και έχει ως εκ τούτου υπερνομοθετική ισχύ κατ' άρθρο 28 παρ.1 εδ. α του Συντάγματος. Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνον για λόγους δημοσίας ωφελείας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο-από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, κατ· αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλομένου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλομένου κράτους. Εν όψει των ανωτέρω περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπομένων από τη νομοθεσία του συμβαλλομένου κράτους αποδοχών, εφ' όσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις...με συνέπεια να μην αποκλείεται, κατ' αρχήν, διαφοροποίηση του ύψους του μισθού ή συνταξιοδοτικής παροχής αναλόγως με τις επικρατούσες εκάστοτε συνθήκες. Εξ άλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ' αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών. Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλοντος τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο .... Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν…. Περαιτέρω στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Από τη διάταξη αυτή με την οποία καθιερώνεται η αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, απορρέει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης η τουλάχιστον ενός ελάχιστου εισοδήματος, το οποίο έχει ως φορέα τον καθένα, ενεργοποιείται ως κανόνας προστασίας για κάθε άτομο που πλησιάζει τα όρια της εξαθλίωσης και αποτελεί ακραίο όριο των νομοθετικών επιλογών. Το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης η ενός ελάχιστου εισοδήματος, ως ειδική έκφανση της υποχρέωσης σεβασμού της αξίας του ανθρώπου αναγνωρίζεται πρόσφατα και από τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων (Ολ ΣτΕ 668/2012 σκ.35) αλλά και του ΕΔΔΑ σε σχέση με τα περιουσιακά δικαιώματα που προστατεύει κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. …. Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος». Σύμφωνα με την παρ. 2 «Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία». Εξάλλου με το άρθρο 4 παρ. 1 του μέρους II του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη που κυρώθηκε με τον ν 1426/1984 και σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 Σ υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, αναγνωρίζεται «το δικαίωμα των εργαζομένων για αμοιβή αρκετή να εξασφαλίζει σε αυτούς και τις οικογένειες τους ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης». Εν όψει των ανωτέρω, η επιβολή μέτρων προς αντιμετώπιση δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας δεν δικαιολογεί εν λευκώ και εκ προοιμίου οποιοδήποτε μέτρο με οποιοδήποτε κόστος. Η επιλογή των συγκεκριμένων μέτρων δεν ανήκει στην ανέλεγκτη διαπλαστική εξουσία του νομοθέτη ο οποίος ελέγχεται ως προς την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη με διασφάλιση κοινωνικής ειρήνης και δεσμεύεται, από τα όρια που θέτουν οι ως άνω απορρέουσες από τις συνταγματικές και τις υπερκείμενες νομοθετικά διεθνείς συμβάσεις διατάξεις αρχές την υπέρβαση των οποίων με κριτήρια την ένταση, την διάρκεια και τη σώρευση των μέτρων, τη δίκαιη κατανομή τους μεταξύ των πολιτών καθώς και την αιτιολόγηση και τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και της αποτελεσματικότητας τους, ελέγχουν τα δικαστήρια κατ' άρθρο 93 παρ.4 Σ. …
πηγη: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ



Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2020

ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΙΣΕΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ


ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΕΙΣΠΡΑΧΘΕΙΣΕΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ / ΕΝΝΟΙΑ ΔΟΛΟΥ, ΕΙΔΙΚΗ ΑΙΤΟΛΟΓΗΣΗ/ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΠΙΕΙΚΕΙΑΣ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΥΠ.ΑΡΙΘ.18633/ΚΥ/2019 ΑΠΟΦΑΣΗΣ (ΕΦΚΑ) ΟΓΑ

...γ. Επειδή, όπως παγίως δέχεται η νομολογία, η αναζήτηση των συντάξεων που κατεβλήθησαν αχρεωστήτως δεν επιβάλλεται άνευ ετέρου, διότι, η εκ μέρους ασφαλιστικού οργανισμού, αναζήτηση από το λήπτη περιοδικών ασφαλιστικών παροχών μετά την πάροδο εύλογου χρόνου από την είσπραξή τους, ακόμη και όταν οι παροχές αυτές έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως, πλην, όμως, ο ασφαλισμένος τις έχει εισπράξει καλοπίστως, προσκρούει στη γενική αρχή της χρηστής διοικήσεως, η οποία έχει εφαρμογή και στο δίκαιο της κοινωνικής ασφαλίσεως. Παρά ταύτα, η αναζήτηση των ποσών των αχρεωστήτως καταβληθεισών συντάξεων, είναι, κατ' αρχήν, επιτρεπτή, ακόμη και σε περίπτωση καλόπιστου λήπτη, εάν το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της εισπράξεως και της αναζητήσεως είναι μικρό, εκτός εάν αυτός που έχει εισπράξει, παρανόμως, πλην καλοπίστως, τις χρηματικές ασφαλιστικές παροχές, επικαλεστεί και αποδείξει ότι η επιστροφή τους θα επιφέρει εις βάρος του απρόβλεπτες και δυσμενείς για τη διαβίωσή του συνέπειες (πρβλ. ΣτΕ 1316/2014, ΣτΕ 928/2009, ΣτΕ 153/2008, ΣτΕ 387/1993). Επίσης, η αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθεισών συντάξεων είναι επιτρεπτή σε περίπτωση, κατά την οποία ο εισπράξας τα ποσά ασφαλιστικών παροχών τελούσε σε δόλο έναντι της Διοικήσεως, η συνδρομή, όμως, στοιχείου του δόλου, που αποτελεί τη νόμιμη βάση της αναζητήσεως, πρέπει να βεβαιώνεται στη σχετική διοικητική πράξη με ειδική αιτιολογία (ΣτΕ 590/2010, ΣτΕ 2291/2009, ΣτΕ 3322/2008, ΣτΕ 1835/2007, ΣτΕ2010/2006, ΣτΕ 1619/2006 7Μ., ΣτΕ 827/2005, ΣτΕ 1876/2002 κ.α.). Ως δόλια ενέργεια νοείται και η εκ μέρους του λήπτη αποσιώπηση ουσιώδους πραγματικού γεγονότος (ΣτΕ 3587/2011). Ο εις βάρος του καλόπιστου λήπτη καταλογισμός των αχρεωστήτως καταβληθέντων παροχών είναι δυνατόν να αποκλεισθεί εάν υπό τις περιστάσεις της εκάστοτε υποθέσεως παραβιάζονται οι αρχές της επιεικείας ή της χρηστής Διοικήσεως και της προστατευομένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, με τη δημιουργία δυσμενών οικονομικών συνεπειών για τον τελευταίο (πρβλ όλως ενδεικτικώς ΣτΕ 4348/1988) καθώς και όταν συντρέχει συγγνωστή πλάνη του καταλογιζομένου (πρβλ ΟλΕΣ 1756/2015, ΕΣ 2291/2014, ΕΣ 7/2010).
δ. Τέλος, ναι μεν στο άρθρο μόνο του α.ν. 261/1968 ορίζεται ότι η ανάκληση διοικητικής πράξεως σε χρόνο μικρότερο της πενταετίας από την έκδοση της θεωρείται ότι γίνεται εντός εύλογου χρόνου, πλην, όμως, το άρθρο αυτό δεν ορίζει ότι μετά την πάροδο της πενταετίας ανάκληση γίνεται πέραν του εύλογου χρόνου και ότι, επομένως, η ανάκληση αυτή απαγορεύεται (βλ.ad hoc ΔΠρωτΑθ 4871/2015). Το ζήτημα δεν της υπερβάσεως ή μη του ευλόγου χρόνου για την ανάκληση της διοικητικής πράξεως κρίνεται in concreto, δηλαδή με βάση τα δεδομένα της εκάστοτε περιπτώσεως (ΣτΕ 1334/2009, ΣτΕ 1305/2009, ΣτΕ 227/2006 και ΔΠρωτΑθ 4871/20015).

4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι ο αντιλέγων ΜΨ υπέβαλε την υπ' αριθ. πρωτ.: 776/15.10.2007 αίτηση-δήλωσή του προς τον Ο.Γ.Α., με αίτημα την χορήγηση συντάξεως. Στη σχετική ερώτηση που περιλαμβανόταν στο έντυπο της ως άνω αιτήσεως εάν απουσίασε από τον τόπο των επαγγελματικών του ασχολιών και σε καταφατική περίπτωση ποιο χρονικό διάστημα απουσίασε και για ποιο λόγο, ο αντιλέγων δήλωσε ότι δεν απουσίασε ποτέ από τον τόπο των επαγγελματικών ασχολιών. Επίσης, δήλωσε σε αυτή ότι ήταν ασφαλισμένος στο Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (Ν.Α.Τ.). Σε συνέχεια της εν λόγω αιτήσεως-δηλώσεως εξεδόθη η υπ' αριθμόν () απόφαση του Ο.Γ.Α., δια της οποίας του χορηγήθηκε σύνταξη, λόγω γήρατος (κύρια σύνταξη με συνυπολογισμό του χρόνου ασφαλίσεώς του στο Ν.Α.Τ. και βασική), από 1.7.2008. Ακολούθως, από το από 16.12.2016 υπηρεσιακό σημείωμα του Κλάδου Διεθνών Σχέσεων-Τμήμα εκτός Ευρωπαϊκής Ενώσεως προέκυψε ότι ο αντιλέγων διέμενε στην Αυστραλία κατά τα χρονικά διαστήματα από 10.6.1971 έως 22.3.1997, από 11.2.1982 έως 18.4.1986 και από 19.9.1993 έως 16.6.1996. Με την υπ' αριθμόν () απόφαση της Προϊσταμένης του Τμήματος Α7 Διαδοχικής Ασφαλίσεως του Κλάδου Α' Συντάξεως του Ο.Γ.Α (νυν Ε.Φ.Κ.Α.) ανακλήθηκε η ως άνω υπ' αριθμόν () απόφαση συνταξιοδοτήσεως ως προς το ποσό που αφορά τη βασική σύνταξη, λόγω γήρατος, από της ενάρξεως (1.7.2008), ελλείψει των νομίμων προϋποθέσεων. Από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει εάν ασκήθηκε από τον αντιλέγοντα ένσταση κατ΄αυτής, εντός της προβλεπόμενης υπό του νόμου προθεσμίας.
Στη συνέχει, εξεδόθη η υπ' αριθμόν () απόφαση του Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Ε' Διευθύνσεως Μητρώου Συνταξιούχων και Πληρωμής Συντάξεων του Ε.Φ.Κ.Α., διά της οποίας αποφασίσθηκε η επιστροφή από τον αντιλέγοντα του ποσού των 29.179,91 ευρώ, που εισέπραξε για την ανωτέρω αιτία, κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2008 έως 31.5.2017 και η αναστολή καταβολής της συντάξεως έως ότου η οφειλή καταστεί χαμηλότερη του ποσού που αντιστοιχεί σε δώδεκα (12) μηνιαίες συντάξεις, οπότε θα κρατεί το ήμισυ της μηνιαίας συντάξεως έως την εξόφληση του εν λόγω ποσού. Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο αντιλέγων άσκησε την από κρίση, αίτησή του, στην οποία ισχυρίζεται ότι όταν υπέβαλε την αίτηση προς τον πρώην Ο.Γ.Α. για τη συνταξιοδότησή του και εκδόθηκε η σχετική απόφαση συνταξιοδοτήσεως δεν ήταν σε ισχύ η διμερής συμφωνία Ελλάδας-Αυστραλίας, η οποία κυρώθηκε με το ν. 3677/2008 και ίσχυσε από 1.10.2008. Επίσης, ισχυρίζεται ότι καλόπιστα και άνευ δόλου ελάμβανε σύνταξη γήρατος από τον Ο.Γ.Α., ενώ, εξάλλου, ο διοικητικός καταλογισμός και η αναζήτηση των συντάξεων που ελάμβανε καλόπιστα από τον Ο.Γ.Α., αντιβαίνει στις γενικές αρχές ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων και θέτει σε διακινδύνευση τη διαβίωσή του.
...Επειδή ενόψει όλων των προπαρατεθέντων δημιουργείται αμφιβολία ως προς τον δόλο του αντιλέγοντος κατά την είσπραξη της συντάξεώς του, το παρόν όργανο, λαμβάνοντας υπόψη το προχωρημένο της ηλικίας του, τα προβλήματα υγείας του κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, επιδεινώνονται με το πέρας της ηλικίας και την οικονομική του κατάσταση, κρίνει ότι η, εκ μέρους του αντιλέγοντος επιστροφή του συνόλου του καταλογισθέντος χρηματικού ποσού των 29.179,91 ευρώ θα του επιφέρει απρόβλεπτες και δυσμενείς για τη διαβίωσή του συνέπειες και, ως εκ τούτου, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο καταλογισμός θα πρέπει να περιοριστεί, βάσει της αρχής της επιείκειας στο ποσό των 3000 ευρώ.

Πρέπει συνεπώς να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά μερική αποδοχή της υπό κρίση αιτήσεως αντιρρήσεως, κατά το επιπλέον ποσό των 26.179,91 ευρώ.

(Δικηγόρος αντιλέγοντος: Ελένη Κυραρίνη)



Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2019

ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΙΣΕΣ ΠΑΡΟΧΕΣ : ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΛ.ΣΥΝ


    ΑΠΟΦΑΣΗ 878/2019 ΕΛ. ΣΥΝ. ( ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)
    ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές προνοιακού τύπου σε δημόσιο υπάλληλο. Η εφαρμογή των αρχών της χρηστής διοίκησης και της αντικειμενικής καλής πίστης, της αναλογικότητας και της προστατευόμενης δικαιολογημένης εμπιστοσύνης επιτάσσει τη στάθμιση του κατά πόσο η επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού επιβάλλει δυσανάλογο βάρος στον λαβόντα ιδίως μετά την πάροδο εύλογου χρόνου . Μη αναζήτηση του ληφθέντος ποσού όταν υπάρχει εύλογη πεποίθηση του διοικούμενου ότι δικαιούται την παροχή ενώ συγχρόνως η επιστροφή, θα του επιφέρει απρόβλεπτη οικονομική δυσχέρεια .
    (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)
    ...Ο ν. 2362/1995 (ΦΕΚ A' 247), ορίζει στο άρθρο 33 ότι, μη νόμιμες δαπάνες που πληρώθηκαν με οποιονδήποτε τίτλο πληρωμής, καταλογίζονται, μεταξύ άλλων, στον αχρεωστήτως λαβόντα, ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του (παρ. 1). Συναφώς, με την 194902/22.11.1969 (ΦΕΚ Β' 777) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της προϊσχύουσας διάταξης του άρθρου 28 παρ. 2 του ν.δ. 321/1969 (ΦΕΚ A' 205) και, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 112 του ν. 2362/1995, ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι οι δαπάνες για μισθούς και άλλες σταθερές αποδοχές των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο, δεν υπόκεινται στον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σε περίπτωση δε μη νομιμότητας ή μη δικαιολόγησης ή μη ακριβείας του ποσού της διενεργηθείσας πληρωμής, υπέχουν ευθύνη, μεταξύ άλλων, οι αχρεωστήτως λαβόντες, σε βάρος των οποίων καταλογίζεται το ανοικείως καταβληθέν ποσό (άρθρα 1 και 2). Επομένως, σε περίπτωση μη νόμιμης καταβολής, από το Δημόσιο Ταμείο, αποδοχών ή άλλων παροχών στο προσωπικό των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, που, σύμφωνα με το άρθρο 16 (π αρ. 3) του ν. 2592/1998 (ΦΕΚ A' 57), εντέλλονται, μέσω των οικείων Δ.Ο.Υ., με μισθοδοτικές καταστάσεις, οι οποίες δεν υπόκεινται στον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού, αυτές αναζητούνται από τον λαβόντα ως αχρεωστήτως καταβληθείσες, σε περίπτωση δε μη οικειοθελούς επιστροφής τους, καταλογίζονται σε βάρος του, ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του, με πράξη, μεταξύ άλλων, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά τους διενεργούμενους ελέγχους μισθοδοσίας και τους κατασταλτικούς ελέγχους δαπανών, σύμφωνα με το άρθρο 22 του π.δ/τος 774/1980
    ...Οι αρχές της χρηστής διοίκησης και της (αντικειμενικής) καλής πίστης που διέπουν τη δράση των δημοσίων οργάνων και επιβάλλουν την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους σύμφωνα με το αίσθημα δικαίου που επικρατεί, ώστε κατά την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων να αποφεύγονται οι ανεπιεικείς επεμβάσεις στα έννομα συμφέροντα ή δικαιώματα των διοικουμένων, βρίσκονται σε άρρηκτη σύνδεση με τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της προστατευόμενης δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικουμένων (Ολ. ΕλΣυν. 750/2017) και επιτάσσουν τη στάθμιση των αντιτιθέμενων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συμφερόντων ανάλογα προς την κοινωνική τους αξία. Οι αρχές αυτές δεν απαγορεύουν κατ’ αρχήν την επανορθωτική επέμβαση των δημοσίων οργάνων για την άρση των σφαλμάτων τους κατά την πληρωμή των προβλεπομένων από το νόμο παροχών με την έκδοση αντίστοιχων καταλογιστικών πράξεων ή αποφάσεων, με σκοπό αφενός την αποκατάσταση της δημόσιας διαχείρισης και την αναπλήρωση του δημιουργηθέντος ελλείμματος και αφετέρου την αποτροπή του αδικαιολόγητου πλουτισμού των αχρεωστήτως λαβόντων. Η επέμβαση, ωστόσο, αυτή, ειδικά όταν επιχειρείται σε προνοιακού χαρακτήρα παροχές που χορηγήθηκαν λόγω αναπηρίας, αποκτήθηκαν με την δικαιολογημένη πεποίθηση ότι είναι νόμιμη η καταβολή τους και αναλώθηκαν για την αντιμετώπιση των αυξημένων δαπανών συντήρησης και περίθαλψης των δικαιούχων, πρέπει να είναι συνεπής προς την προηγουμένως δημιουργηθείσα, ως απόρροια πράξης του αρμοδίου οργάνου, νομική ή πραγματική κατάσταση, από την οποία απέρρευσαν υποχρεώσεις, δικαιώματα και ωφελήματα και, επιπλέον, έγκαιρη και προσήκουσα, ήτοι να βρίσκεται σε εύλογη σχέση αναλογίας με τον επιδιωκόμενο σκοπό και να μην επιβάλλει στους λαβόντες τις σχετικές παροχές δυσανάλογο βάρος, όπως, ιδίως, όταν μετά την πάροδο εύλογου χρόνου, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών εκάστης περίπτωσης, καλούνται να επιστρέψουν τα καλοπίστως εισπραχθέντα από αυτούς ποσά (πρβ. απόφ. ΕΔΔΑ της 19.6.2008 «Ιχτιγιάρογλου κατά Ελλάδας», σκ. 57, της 25.3.2014, «Bryda κατά Πολωνίας», σκ. 36). Ομοίως η αρχή της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης επιβάλλει τη μη αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθεισών περιοδικών παροχών όταν, ενόψει των υφισταμένων σε κάθε περίπτωση συνθηκών, συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) δημιουργήθηκε στον λαβόντα η εύλογη πεποίθηση, αφού εκπλήρωσε τις νόμιμες υποχρεώσεις του, ότι ήταν δικαιούχος των παροχών αυτών και συνεπώς εισέπραττε καλοπίστως τα καταβαλλόμενα, αντίστοιχα, χρηματικά ποσά και β) από την εκτίμηση των στοιχείων της προσωπικής, οικογενειακής και οικονομικής του κατάστασής του προκύπτει ότι η αναζήτησή τους, μετά την πάροδο μακρού, ανάλογα με τις περιστάσεις, χρόνου και η επιστροφή τους θα δημιουργήσει απρόβλεπτες και ανυπέρβλητες οικονομικές δυσχέρειες, με άμεση δυσμενή επίδραση στα μέσα διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του.
    ...Δικαιολογημένη - εύλογη πεποίθηση ως προς την ορθή χορήγηση μιας προνοιακής παροχής συντρέχει όταν η εσφαλμένη χορήγησή της στηρίζεται σε διοικητική πράξη, η έκδοση της οποίας οφείλεται αποκλειστικά σε σφάλμα της αρμόδια διοικητικής αρχής, χωρίς ο ωφελούμενος να έχει συμπράξει καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε αυτήν, ο οποίος, ακολούθως, προβαίνει καλοπίστως στην είσπραξή της (πρβλ. ΕΔΔΑ Cakarevic κατά Κροατίας, 48921/13). Ως καλή πίστη (υποκειμενική) κατά την είσπραξη προνοιακών ή άλλων περιοδικών παροχών νοείται η πεποίθηση του λαβόντος ότι ορισμένη νομική κατάσταση ή συμπεριφορά της διοίκησης είναι νόμιμη και τον προστατεύει και συντρέχει όταν ο λαβών δεν γνωρίζει την αντικανονικότητα της καταβολής, η οποία, επιλέον, δεν ήταν αρκούντως εμφανής, ώστε ευλόγως και δικαιολογημένα να την αγνοεί.
  1. Για τη διαπίστωση της δικαιολογημένης πεποίθησης ως προς τη νομιμότητα χορήγησης των παροχών και της καλόπιστης είσπραξή τους, τον προσδιορισμό του ευλόγου χρόνου εντός του οποίου είναι δυνατή η αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και της εύλογης σχέσης αναλογίας μεταξύ του επιδιωκόμενου σκοπού και του επιβαλλόμενου μέτρου της αναζήτησής τους, απαιτείται να συνεξετάζονται τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως αν η χορήγησή τους είναι συνέπεια μιας διοικητικής διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας ελέγχθηκε ή όφειλε να ελεγχθεί η συνδρομή των αναγκαίων προϋποθέσεων, το εμφανές της παρατυπίας, η τακτικότητα των καταβολών και το χρονικό διάστημα καταβολής τους και, τέλος, το ύψος των αναζητουμένων ποσών και να σταθμίζεται αφενός η συμπεριφορά των μερών και ιδίως η τυχόν συνδρομή και η έκταση του πταίσματος των οργάνων της διοίκησης κατά τη χορήγησή τους και η σύμπραξή τους με θετικές πράξεις ή παραλείψεις στη δημιουργία της έννομης σχέσης από την οποία απέρρευσε η αξίωση του καταλογισθέντος για την απόληψή τους, η συνήθης επιμέλεια που αναμένεται να επιδεικνύει ο λαβών, ενόψει της προσωπικής του κατάστασης, και, αφετέρου, τα στοιχεία της προσωπικής και οικονομικής κατάστασης του λαβόντος, ιδίως δε αν το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό αναλώθηκε, ενόψει και του προνοιακού χαρακτήρα του, για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης και περίθαλψης του ωφελούμενου και οι συνέπειες της επιστροφής του....       ΠΗΓΗ: www.elsyn.gr