Αρχειοθήκη ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2019

ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΙΣΕΣ ΠΑΡΟΧΕΣ : ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΛ.ΣΥΝ


    ΑΠΟΦΑΣΗ 878/2019 ΕΛ. ΣΥΝ. ( ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)
    ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές προνοιακού τύπου σε δημόσιο υπάλληλο. Η εφαρμογή των αρχών της χρηστής διοίκησης και της αντικειμενικής καλής πίστης, της αναλογικότητας και της προστατευόμενης δικαιολογημένης εμπιστοσύνης επιτάσσει τη στάθμιση του κατά πόσο η επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού επιβάλλει δυσανάλογο βάρος στον λαβόντα ιδίως μετά την πάροδο εύλογου χρόνου . Μη αναζήτηση του ληφθέντος ποσού όταν υπάρχει εύλογη πεποίθηση του διοικούμενου ότι δικαιούται την παροχή ενώ συγχρόνως η επιστροφή, θα του επιφέρει απρόβλεπτη οικονομική δυσχέρεια .
    (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)
    ...Ο ν. 2362/1995 (ΦΕΚ A' 247), ορίζει στο άρθρο 33 ότι, μη νόμιμες δαπάνες που πληρώθηκαν με οποιονδήποτε τίτλο πληρωμής, καταλογίζονται, μεταξύ άλλων, στον αχρεωστήτως λαβόντα, ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του (παρ. 1). Συναφώς, με την 194902/22.11.1969 (ΦΕΚ Β' 777) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της προϊσχύουσας διάταξης του άρθρου 28 παρ. 2 του ν.δ. 321/1969 (ΦΕΚ A' 205) και, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 112 του ν. 2362/1995, ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι οι δαπάνες για μισθούς και άλλες σταθερές αποδοχές των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο, δεν υπόκεινται στον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σε περίπτωση δε μη νομιμότητας ή μη δικαιολόγησης ή μη ακριβείας του ποσού της διενεργηθείσας πληρωμής, υπέχουν ευθύνη, μεταξύ άλλων, οι αχρεωστήτως λαβόντες, σε βάρος των οποίων καταλογίζεται το ανοικείως καταβληθέν ποσό (άρθρα 1 και 2). Επομένως, σε περίπτωση μη νόμιμης καταβολής, από το Δημόσιο Ταμείο, αποδοχών ή άλλων παροχών στο προσωπικό των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, που, σύμφωνα με το άρθρο 16 (π αρ. 3) του ν. 2592/1998 (ΦΕΚ A' 57), εντέλλονται, μέσω των οικείων Δ.Ο.Υ., με μισθοδοτικές καταστάσεις, οι οποίες δεν υπόκεινται στον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού, αυτές αναζητούνται από τον λαβόντα ως αχρεωστήτως καταβληθείσες, σε περίπτωση δε μη οικειοθελούς επιστροφής τους, καταλογίζονται σε βάρος του, ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του, με πράξη, μεταξύ άλλων, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά τους διενεργούμενους ελέγχους μισθοδοσίας και τους κατασταλτικούς ελέγχους δαπανών, σύμφωνα με το άρθρο 22 του π.δ/τος 774/1980
    ...Οι αρχές της χρηστής διοίκησης και της (αντικειμενικής) καλής πίστης που διέπουν τη δράση των δημοσίων οργάνων και επιβάλλουν την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους σύμφωνα με το αίσθημα δικαίου που επικρατεί, ώστε κατά την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων να αποφεύγονται οι ανεπιεικείς επεμβάσεις στα έννομα συμφέροντα ή δικαιώματα των διοικουμένων, βρίσκονται σε άρρηκτη σύνδεση με τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της προστατευόμενης δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικουμένων (Ολ. ΕλΣυν. 750/2017) και επιτάσσουν τη στάθμιση των αντιτιθέμενων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συμφερόντων ανάλογα προς την κοινωνική τους αξία. Οι αρχές αυτές δεν απαγορεύουν κατ’ αρχήν την επανορθωτική επέμβαση των δημοσίων οργάνων για την άρση των σφαλμάτων τους κατά την πληρωμή των προβλεπομένων από το νόμο παροχών με την έκδοση αντίστοιχων καταλογιστικών πράξεων ή αποφάσεων, με σκοπό αφενός την αποκατάσταση της δημόσιας διαχείρισης και την αναπλήρωση του δημιουργηθέντος ελλείμματος και αφετέρου την αποτροπή του αδικαιολόγητου πλουτισμού των αχρεωστήτως λαβόντων. Η επέμβαση, ωστόσο, αυτή, ειδικά όταν επιχειρείται σε προνοιακού χαρακτήρα παροχές που χορηγήθηκαν λόγω αναπηρίας, αποκτήθηκαν με την δικαιολογημένη πεποίθηση ότι είναι νόμιμη η καταβολή τους και αναλώθηκαν για την αντιμετώπιση των αυξημένων δαπανών συντήρησης και περίθαλψης των δικαιούχων, πρέπει να είναι συνεπής προς την προηγουμένως δημιουργηθείσα, ως απόρροια πράξης του αρμοδίου οργάνου, νομική ή πραγματική κατάσταση, από την οποία απέρρευσαν υποχρεώσεις, δικαιώματα και ωφελήματα και, επιπλέον, έγκαιρη και προσήκουσα, ήτοι να βρίσκεται σε εύλογη σχέση αναλογίας με τον επιδιωκόμενο σκοπό και να μην επιβάλλει στους λαβόντες τις σχετικές παροχές δυσανάλογο βάρος, όπως, ιδίως, όταν μετά την πάροδο εύλογου χρόνου, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών εκάστης περίπτωσης, καλούνται να επιστρέψουν τα καλοπίστως εισπραχθέντα από αυτούς ποσά (πρβ. απόφ. ΕΔΔΑ της 19.6.2008 «Ιχτιγιάρογλου κατά Ελλάδας», σκ. 57, της 25.3.2014, «Bryda κατά Πολωνίας», σκ. 36). Ομοίως η αρχή της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης επιβάλλει τη μη αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθεισών περιοδικών παροχών όταν, ενόψει των υφισταμένων σε κάθε περίπτωση συνθηκών, συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) δημιουργήθηκε στον λαβόντα η εύλογη πεποίθηση, αφού εκπλήρωσε τις νόμιμες υποχρεώσεις του, ότι ήταν δικαιούχος των παροχών αυτών και συνεπώς εισέπραττε καλοπίστως τα καταβαλλόμενα, αντίστοιχα, χρηματικά ποσά και β) από την εκτίμηση των στοιχείων της προσωπικής, οικογενειακής και οικονομικής του κατάστασής του προκύπτει ότι η αναζήτησή τους, μετά την πάροδο μακρού, ανάλογα με τις περιστάσεις, χρόνου και η επιστροφή τους θα δημιουργήσει απρόβλεπτες και ανυπέρβλητες οικονομικές δυσχέρειες, με άμεση δυσμενή επίδραση στα μέσα διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του.
    ...Δικαιολογημένη - εύλογη πεποίθηση ως προς την ορθή χορήγηση μιας προνοιακής παροχής συντρέχει όταν η εσφαλμένη χορήγησή της στηρίζεται σε διοικητική πράξη, η έκδοση της οποίας οφείλεται αποκλειστικά σε σφάλμα της αρμόδια διοικητικής αρχής, χωρίς ο ωφελούμενος να έχει συμπράξει καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε αυτήν, ο οποίος, ακολούθως, προβαίνει καλοπίστως στην είσπραξή της (πρβλ. ΕΔΔΑ Cakarevic κατά Κροατίας, 48921/13). Ως καλή πίστη (υποκειμενική) κατά την είσπραξη προνοιακών ή άλλων περιοδικών παροχών νοείται η πεποίθηση του λαβόντος ότι ορισμένη νομική κατάσταση ή συμπεριφορά της διοίκησης είναι νόμιμη και τον προστατεύει και συντρέχει όταν ο λαβών δεν γνωρίζει την αντικανονικότητα της καταβολής, η οποία, επιλέον, δεν ήταν αρκούντως εμφανής, ώστε ευλόγως και δικαιολογημένα να την αγνοεί.
  1. Για τη διαπίστωση της δικαιολογημένης πεποίθησης ως προς τη νομιμότητα χορήγησης των παροχών και της καλόπιστης είσπραξή τους, τον προσδιορισμό του ευλόγου χρόνου εντός του οποίου είναι δυνατή η αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και της εύλογης σχέσης αναλογίας μεταξύ του επιδιωκόμενου σκοπού και του επιβαλλόμενου μέτρου της αναζήτησής τους, απαιτείται να συνεξετάζονται τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως αν η χορήγησή τους είναι συνέπεια μιας διοικητικής διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας ελέγχθηκε ή όφειλε να ελεγχθεί η συνδρομή των αναγκαίων προϋποθέσεων, το εμφανές της παρατυπίας, η τακτικότητα των καταβολών και το χρονικό διάστημα καταβολής τους και, τέλος, το ύψος των αναζητουμένων ποσών και να σταθμίζεται αφενός η συμπεριφορά των μερών και ιδίως η τυχόν συνδρομή και η έκταση του πταίσματος των οργάνων της διοίκησης κατά τη χορήγησή τους και η σύμπραξή τους με θετικές πράξεις ή παραλείψεις στη δημιουργία της έννομης σχέσης από την οποία απέρρευσε η αξίωση του καταλογισθέντος για την απόληψή τους, η συνήθης επιμέλεια που αναμένεται να επιδεικνύει ο λαβών, ενόψει της προσωπικής του κατάστασης, και, αφετέρου, τα στοιχεία της προσωπικής και οικονομικής κατάστασης του λαβόντος, ιδίως δε αν το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό αναλώθηκε, ενόψει και του προνοιακού χαρακτήρα του, για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης και περίθαλψης του ωφελούμενου και οι συνέπειες της επιστροφής του....       ΠΗΓΗ: www.elsyn.gr

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2019

ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΠΑΝΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΥΡΙΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ - ΠΟΣΟΣΤΑ ΑΝΑΠΛΗΡΩΣΗΣ


ΣτΕ Ολ.1891/2019 (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΕΡΙΛΗΨΗΣ)
Πρόεδρος: Ε. Σαρπ
Εισηγητής: Γ.Τσιμέκας
Θέμα: επανυπολογισμός κύριων συντάξεων – κρατική χρηματοδότηση κύριων συντάξεων – αναλογιστική μελέτη για τη βιωσιμότητα του ΕΦΚΑ – μελέτη για την τεκμηρίωση της επάρκειας των παροχών – ποσοστά αναπλήρωσης κύριας συντάξεως
Με την 1891/2019 απόφαση της Ολομέλειας ακυρώθηκε η 26083/887/7.6.2016 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με τίτλο «Αναπροσαρμογή κύριων συντάξεων - Προστασία καταβαλλόμενων συντάξεων» (Β΄ 1605/7.6.2016 και διορθώσεις σφαλμάτων Β΄ 1623/8.6.2016 και Β΄ 1988/1.7.2016). Ειδικότερα:
Α. Κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι, στο πλαίσιο της επιχειρούμενης με το ν. 4387/2016 ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, αιτιολογείται επαρκώς η επιλογή, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 14 και 33 του ν. 4387/2016 (Α΄ 85) και της παραπάνω κ.υ.α. 26083/887/7.6.2016, ως βάσης επανυπολογισμού των κύριων συντάξεων που καταβάλλονταν στους ήδη συνταξιούχους κατά τη δημοσίευση του ν. 4387/2016, του ύψους στο οποίο οι συντάξεις αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 31.12.2014, δηλαδή με τις επελθούσες και κριθείσες ως αντισυνταγματικές με τις 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Δικαστηρίου περικοπές των ν. 4051/2012 και 4093/2012, με όμοια αιτιολογία με αυτήν που υιοθετήθηκε στην 1890/2019 απόφαση επί της αίτησης ακυρώσεως της ΟΤΟΕ επί του αντίστοιχου ζητήματος που αφορά τον επανυπολογισμό των ήδη καταβαλλόμενων κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 επικουρικών συντάξεων.
Δ. Απερρίφθη κατά πλειοψηφία ο λόγος, με τον οποίο προεβλήθη ότι δεν υπάρχει αναλογιστική μελέτη, από την οποία να τεκμηριώνεται η βιωσιμότητα του Ε.Φ.Κ.Α. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα αυτό έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:
α) Κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι, προκειμένου ο νομοθέτης να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή του να τεκμηριώσει τη βιωσιμότητα των φορέων που συνιστώνται και λειτουργούν στο πλαίσιο νέου ασφαλιστικού συστήματος και χορηγούν τις συνταξιοδοτικές παροχές (κύριες και επικουρικές ) - υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος (ερμηνευομένου ενόψει και του άρθρου 106 παρ. 1 του Συντάγματος)- οφείλει, πριν από την ψήφιση του σχετικού νόμου, να έχει προκαλέσει τη σύνταξη αναλογιστικών μελετών προερχόμενων από αρμόδια προς τούτο αρχή, η οποία να διαθέτει εξειδικευμένες γνώσεις, όπως είναι η Εθνική Αναλογιστική Αρχή, που θεσπίσθηκε με το άρθρο 9 του ν. 3029/2002 (Α΄ 160). Είναι δε απολύτως αναγκαίο να προκύπτει η βιωσιμότητα των ασφαλιστικών φορέων οι οποίοι θα λειτουργούν στο νέο ασφαλιστικό σύστημα και θα χορηγούν τις ασφαλιστικές παροχές, ιδίως στην περίπτωση της εκ βάθρων μεταβολής του ισχύοντος μη βιώσιμου, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, ασφαλιστικού συστήματος, ώστε να προκύπτει ότι η επιχειρούμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση που θα αντικαταστήσει το ισχύον σύστημα είναι πράγματι λυσιτελής, υπό την έννοια ότι είναι ικανή να εξασφαλίσει, πράγματι, την ασφαλιστική κάλυψη ολόκληρου του εργαζόμενου πληθυσμού της χώρας όχι μόνον βραχυπρόθεσμα αλλά και μακροπρόθεσμα. Εξάλλου, το γεγονός ότι η υπάρχουσα Εθνική Αναλογιστική Αρχή, έχει κατά νόμον, αρμοδιότητες προσαρμοσμένες στο ισχύον, κατά το χρόνο ιδρύσεώς της, ασφαλιστικό σύστημα και ότι δεν ρυθμίζεται ειδικώς από την υφιστάμενη νομοθεσία το περιεχόμενο της αναλογιστικής μελέτης που πρέπει να εκπονείται σε περίπτωση θεσπίσεως νέου ασφαλιστικού συστήματος δεν αίρει την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, πριν από την αντικατάσταση του υπάρχοντος ασφαλιστικού συστήματος με νέο, να συντάσσεται αναλογιστική μελέτη από όργανο το οποίο να διαθέτει εξειδικευμένες προς τούτο γνώσεις είτε αυτό είναι η ανωτέρω Εθνική Αναλογιστική Αρχή είτε άλλο όργανο με τις ανωτέρω εξειδικευμένες γνώσεις.
Ε. Ακόμη, κρίθηκε κατά πλειοψηφία ότι, κατόπιν των 1889 και 1890/2019 ακυρωτικών αποφάσεων της Ολομέλειας, με τις οποίες διαπιστώθηκε έλλειψη τεκμηρίωσης της βιωσιμότητας του κλάδου της επικουρικής ασφάλισης του ΕΤΑΕΠ, δεν τεκμηριώνεται το ύψος της συνολικής συνταξιοδοτικής παροχής την οποία χορηγεί το νέο ασφαλιστικό σύστημα του ν. 4387/2016· κατ’ ακολουθία έγιναν, κατά πλειοψηφία, δεκτοί ως βάσιμοι, οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προεβλήθη ότι η προσβαλλόμενη κ.υ.α. 26083/887/7.6.2016 είναι ακυρωτέα, διότι, κατά παράβαση του Συντάγματος, θεσπίσθηκε ο επανυπολογισμός των καταβαλλομένων συντάξεων χωρίς να υπάρχει επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη που να αποδεικνύει την επάρκεια των χορηγούμενων από το ν. 4387/2016 παροχών και την εξασφάλιση με αυτές αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, όσο το δυνατόν εγγύτερο προς εκείνο που είχαν τα μέλη του αιτούντος σωματείου και οι λοιποί αιτούντες κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα αυτό έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:
α) Όσον αφορά την υποχρέωση του νομοθέτη να τεκμηριώσει την επάρκεια των παροχών, που χορηγεί ο ασφαλιστικός οργανισμός ή οι ασφαλιστικοί οργανισμοί, που λειτουργούν στο πλαίσιο του νέου ασφαλιστικού συστήματος, υπό την έννοια της μη παραβίασης του συνταγματικού πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος (της χορήγησης δηλαδή στον συνταξιούχο παροχών τέτοιων που να του επιτρέπουν να διαβιώνει με αξιοπρέπεια, εξασφαλίζοντας τους όρους όχι μόνο της φυσικής του υποστάσεως αλλά και της συμμετοχής του στην κοινωνική ζωή με τρόπο που δεν αφίσταται πάντως ουσιωδώς από τις αντίστοιχες συνθήκες του εργασιακού του βίου), έγινε δεκτό κατά πλειοψηφία ότι ο νομοθέτης οφείλει, πριν από την ψήφιση του νόμου που θεσπίζει το νέο ασφαλιστικό σύστημα και ρυθμίζει εκ νέου τους όρους και τις προϋποθέσεις των ασφαλισμένων όλων των ασφαλιστικών φορέων, να έχει προκαλέσει, ενόψει και της πολυπλοκότητας και του τεχνικού εν πολλοίς χαρακτήρα των σχετικών εκτιμήσεων, την εκπόνηση επιστημονικά τεκμηριωμένης μελέτης ή μελετών από πρόσωπα που διαθέτουν τις κατάλληλες προς τούτο γνώσεις, από τις οποίες να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η επάρκεια των χορηγούμενων παροχών και η εξασφάλιση με αυτές αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, όσο το δυνατόν εγγύτερα προς εκείνο που είχε ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου.
β) Περαιτέρω, κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι η διαπιστωθείσα με τις 1889 και 1890/2019 ακυρωτικές αποφάσεις έλλειψη τεκμηρίωσης της βιωσιμότητας του κλάδου επικουρικής ασφαλίσεως του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., θέτει εν αμφιβόλω τη δυνατότητα του εν λόγω φορέα να παρέχει επικουρικές παροχές, στο ύψος μάλιστα που επικαλείται η Διοίκηση, και, κατ’ επέκταση, κλονίζει το ύψος και, επομένως, την επάρκεια των παρεχομένων σύμφωνα με το ν. 4387/2016 συνολικών συνταξιοδοτικών παροχών [αθροίσματος δηλαδή, κύριας (εθνικής και ανταποδοτικής) και επικουρικής συντάξεως], τόσο στους μελλοντικούς, όσο και στους παλαιούς συνταξιούχους· καθόσον οι προβλεπόμενες συνολικές συνταξιοδοτικές παροχές πρέπει να διασφαλίζουν υπέρ των συνταξιούχων ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, κατά το δυνατόν εγγύτερο εκείνου το οποίο αυτοί είχαν κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Συνεπώς, εφόσον το ύψος της συνολικής συνταξιοδοτικής παροχής την οποία χορηγεί το νέο ασφαλιστικό σύστημα του ν. 4387/2016 δεν είναι βέβαιον, η έρευνα από το Δικαστήριο της τεκμηρίωσης της επάρκειας της συνολικής αυτής παροχής από τη Διοίκηση και, κατ’ ακολουθία, η εξέταση των κειμένων - μελετών που συνοδεύουν το ν. 4387/2016, κατά το μέρος που αποβλέπουν στην απόδειξη της επάρκειας αυτής, καθίσταται αλυσιτελής. Ενόψει, δε, των ανωτέρω και ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών που φέρουν τα ανωτέρω κείμενα-μελέτες, εφόσον, κατά τα ήδη κατά τα ανωτέρω κριθέντα, δεν τεκμηριώνεται το ύψος της συνολικής συνταξιοδοτικής παροχής την οποία χορηγεί το νέο ασφαλιστικό σύστημα του ν. 4387/2016, γίνονται δεκτοί, κατά πλειοψηφία, ως βάσιμοι, οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη ΚΥΑ είναι ακυρωτέα, διότι, κατά παράβαση του Συντάγματος (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4 και 106 παρ. 1), θεσπίσθηκε ο επανυπολογισμός των καταβαλλομένων συντάξεων χωρίς, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, να υπάρχει επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη που να αποδεικνύει την επάρκεια των χορηγούμενων από το ν. 4387/2016 παροχών και την εξασφάλιση με αυτές αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, όσο το δυνατόν εγγύτερο προς εκείνο που είχαν τα μέλη του αιτούντος σωματείου και οι λοιποί αιτούντες κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου.
ΣΤ. Περαιτέρω, έγινε δεκτό, κατά πλειοψηφία, ότι ναι μεν υπάρχει κλιμάκωση, ως προς τα θεσπιζόμενα με το άρθρο 8 του ν. 4387/2016 ποσοστά αναπληρώσεως, βάσει των οποίων υπολογίζεται η ανταποδοτική σύνταξη και τα οποία εφαρμόζονται και για τον επανυπολογισμό των ήδη καταβαλλόμενων κύριων συντάξεων, τα ποσοστά δηλαδή αυτά αυξάνονται προοδευτικά ανά κλίμακα ετών ασφάλισης, τα νέα, όμως, αυτά ποσοστά αναπληρώσεως, αυτά καθ’ εαυτά, είναι ιδιαιτέρως χαμηλά, η δε εφαρμογή τους, ως εκ του ύψους και της ανά τριετία κλιμακώσεώς τους, τόσο στο μέσο όρο των μηνιαίων αποδοχών καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού βίου προκειμένου για τους μελλοντικούς συνταξιούχους, όσο και στον συντάξιμο μισθό επί του οποίου κανονίσθηκε η χορηγηθείσα σύνταξη προκειμένου για τους ήδη συνταξιούχους, οδηγεί στη χορήγηση ανταποδοτικής συνταξιοδοτικής παροχής, η οποία τελεί σε προφανή δυσαναλογία προς τις ανωτέρω αποδοχές, ενόψει του ότι το υψηλότερο ποσοστό αναπληρώσεως των εν λόγω αποδοχών είναι κατώτερο του 50%, και προς τις καταβληθείσες με βάση τις αποδοχές αυτές εισφορές. Υπό τα δεδομένα αυτά, τα συγκεκριμένα ποσοστά αναπληρώσεως παραβιάζουν την αρχή της ανταποδοτικότητας, η οποία αποτελεί έκφανση της αρχής της αναλογικότητας, υπό την έννοια της υπέρβασης του ανεκτού ορίου μέχρι του οποίου είναι επιτρεπτή, κατά το Σύνταγμα, η έλλειψη ανταποδοτικότητας εισφορών – παροχών. Η ανωτέρω παραβίαση της αρχής της ανταποδοτικότητας δεν αναιρείται, εξ άλλου, από τη χορηγούμενη από το σύστημα του ν. 4387/2016 εθνική σύνταξη, το ύψος της οποίας παραμένει σταθερό και δεν επηρεάζεται από τον αριθμό των (πέραν των 20) ετών ασφαλίσεως και το ύψος των αποδοχών. Περαιτέρω δε, το σύστημα του ανωτέρω ν. 4387/2016, ως προς την χορηγούμενη από αυτό συνολική συνταξιοδοτική παροχή (εθνική, ανταποδοτική και επικουρική), οδηγεί σε παραβίαση της αρχής της ισότητας, διότι, όπως προκύπτει από τον πίνακα 9 του οικ. 20263/121/4.5.2016 ενημερωτικού σημειώματος της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η χορηγούμενη από το σύστημα του νόμου συνολική συνταξιοδοτική παροχή εξασφαλίζει σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό αναπλήρωσης (σχέση συνολικής συνταξιοδοτικής παροχής προς μέσο όρο αποδοχών καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού βίου ή συντάξιμο μισθό) σε πρόσωπα που υπάγονται στην ίδια κλίμακα από πλευράς χρόνου ασφαλίσεως και έχουν μικρότερες κατά μέσο όρο αποδοχές ή συντάξιμο μισθό σε σχέση με πρόσωπα που ανήκουν στην ίδια κλίμακα αλλά έχουν μεγαλύτερο μέσο όρο αποδοχών ή συντάξιμο μισθό.
Η. Τέλος, η Ολομέλεια, συνεκτιμώντας τους λόγους, για τους οποίους εχώρησε η ακύρωση της κ.υ.α. 26083/887/7.6.2016 και τον μεγάλο αριθμό των καταβαλλομένων κύριων συντάξεων των οποίων ο επανυπολογισμός θα τεθεί εν αμφιβόλω με την αναδρομική ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των εκκρεμοτήτων που θα ανακύψουν, έκρινε κατά πλειοψηφία ότι εν προκειμένω συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 50 παρ. 3β του π.δ. 18/1989, τα αποτελέσματα της ακυρώσεως να επέλθουν από την δημοσίευση της 1891/2019 αποφάσεως.

(πηγή: adjustice.gr)

ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΠΑΝΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ


ΣτΕ Ολ.1890/2019 (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΠΕΡΙΛΗΨΗ)
Πρόεδρος: Ε. Σαρπ
Εισηγητής: Α. Καλογεροπούλου
Θέμα: Επανυπολογισμός επικουρικών συντάξεων – κρατική χρηματοδότηση στις επικουρικές συντάξεις – αναλογιστική μελέτη στις επικουρικές συντάξεις – καθορισμός ορίου επικουρικών συντάξεων σε σχέση με την κύρια σύνταξη

Με την 1890/2019 απόφαση της Ολομέλειας, ακυρώθηκε η οικ. 25909/470/7.6.2016 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης “Αναπροσαρμογή καταβαλλόμενων συντάξεων του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης” (Β΄1605/7.6.2016, διόρθωση σφάλματος Β΄ 1623/8.6.2016). Ειδικότερα:
Α. Κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι, στο πλαίσιο της επιχειρούμενης με το ν. 4387/2016 ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, αιτιολογείται επαρκώς η επιλογή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 96 παρ. 4 του ν. 4387/2016 και της οικ. 25909/470/7.6.2016 αποφάσεως του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ως βάσης επανυπολογισμού των επικουρικών συντάξεων που καταβάλλονταν στους ήδη συνταξιούχους κατά τη δημοσίευση του ν. 4387/2016, του ύψους στο οποίο οι συντάξεις αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 31.12.2014, δηλαδή με τις επελθούσες και κριθείσες ως αντισυνταγματικές με τις 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Δικαστηρίου περικοπές των ν. 4051/2012 και 4093/2012.
Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα αυτό, έγιναν δεκτά, κατά πλειοψηφία, τα ακόλουθα: Με τις ρυθμίσεις, που αφορούν τον επανυπολογισμό των ήδη καταβαλλόμενων κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 κύριων και επικουρικών συντάξεων (όσο αφορά τις κύριες συντάξεις βλ. άρθρα 14 και 33 του ν. 4387/2016 και κ.υ.α. 26083/887/7.6.2016, Β’ 1605 και όσο αφορά τις επικουρικές βλ. άρθρο 96 παρ. 4 του ν. 4387/2016 και την προσβαλλόμενη απόφαση), για τον οποίο λαμβάνεται υπόψη ως βάση, και στις δύο περιπτώσεις, το ύψος των συντάξεων, κύριων και επικουρικών αντίστοιχα, όπως είχαν διαμορφωθεί στις 31.12.2014, δηλαδή με τις επελθούσες και κριθείσες ως αντισυνταγματικές με τις 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Δικαστηρίου περικοπές των ν. 4051/2012 και 4093/2012, ο νομοθέτης επιρρίπτει το βάρος του στόχου εξασφαλίσεως της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος όχι μόνον στους ασφαλισμένους και στους νέους συνταξιούχους, αλλά και στους παλαιούς συνταξιούχους, επιφέροντας με τον τρόπο αυτό -ουσιαστικά- νέες περικοπές στις συγκεκριμένες συντάξεις, κύριες και επικουρικές, αντίστοιχες σε ύψος προς εκείνες που είχαν επέλθει με τους ν. 4051/2012 και 4093/2012 και είχαν κριθεί, κατά τα ανωτέρω, αντισυνταγματικές, υλοποιώντας, παράλληλα, τη δέσμευση που η Ελληνική Κυβέρνηση ανέλαβε στο πλαίσιο του Μνημονίου του ΕΜΣ για υιοθέτηση πολιτικών που αντισταθμίζουν τις δημοσιονομικές επιπτώσεις της ως άνω αποφάσεως. Ενόψει των ανωτέρω, αλλά και των αιτίων που αναφέρονται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου και θέτουν σε διακινδύνευση τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, αιτιολογείται κατ’ αρχήν, τόσο, γενικώς, η ανάγκη μεταρρυθμίσεως του υφισταμένου ασφαλιστικού συστήματος, η οποία δεν κωλύεται από την υποχρέωση συμμορφώσεως στις προαναφερόμενες 2287, 2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, όσο και, ειδικώς, ο επανυπολογισμός των συντάξεων των ήδη συνταξιούχων, ώστε να επωμισθούν και αυτοί και όχι μόνον οι νέοι συνταξιούχοι και οι νυν ασφαλισμένοι το βάρος της επιχειρούμενης μεταρρυθμίσεως, για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης και διαγενεακής ισότητας και αλληλεγγύης∙ δεδομένου ότι και αυτοί ωφελούνται εξ ίσου από την επιδιωκόμενη, με την επιχειρούμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση, διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος, τη διατήρηση δηλαδή της ικανότητάς του να χορηγεί συντάξεις στους υφιστάμενους και στους μελλοντικούς συνταξιούχους. Εξάλλου, ο νομοθέτης δεν εκωλύετο από τις 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας να προβεί σε νέες ρυθμίσεις ως προς το ύψος των συντάξεων ή ακόμη και να επαναθεσπίσει τις κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές, εφόσον ελάμβανε υπόψη τα κριτήρια και ικανοποιούσε τις απαιτήσεις που έθεσε με τις ανωτέρω αποφάσεις του το Δικαστήριο κατόπιν ερμηνείας των μνημονευθεισών συνταγματικών διατάξεων, είτε, ακόμη, διατηρώντας τη σχετική προς τούτο ευχέρειά του, να προβεί στη θέσπιση νέου ασφαλιστικού συστήματος, στο πλαίσιο του οποίου, εφόσον επέλεγε να υιοθετήσει εκ νέου τις ανωτέρω κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές των συντάξεων κατά τον επανυπολογισμό της συντάξεως των παλαιών συνταξιούχων, όπως και έπραξε, υπεχρεούτο να αιτιολογήσει ειδικώς τον λόγο για τον οποίο ήταν τούτο αναγκαίο ενόψει της επιχειρούμενης συνολικής μεταρρυθμίσεως του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Εν προκειμένω δε, η επίμαχη ρύθμιση -η επιλογή δηλαδή από το νομοθέτη, ως βάσεως επανυπολογισμού της συντάξεως των παλαιών συνταξιούχων όπως αυτή είχε διαμορφωθεί με τις κατά τα ανωτέρω κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές- η οποία δεν παρίσταται μεμονωμένη, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα μέτρων του νέου ριζικώς αναμορφωμένου ασφαλιστικού συστήματος του ν. 4387/2016, με τα οποία δεν επέρχονται απλώς οριζόντιες περικοπές προς εξυπηρέτηση αμιγώς δημοσιονομικών στόχων, όπως με τους προηγούμενους νόμους, αλλά θεσπίζονται διαρθρωτικές αλλαγές του συστήματος προς επίτευξη του δημοσίου συμφέροντος σκοπού διασφαλίσεως της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος αιτιολογείται επαρκώς, εκτιμωμένου και του συνολικού δημοσιονομικού οφέλους της και της ουσιαστικής συνεισφοράς της στη συγκράτηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης και, κατ’ επέκταση, στην επίτευξη - βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα - του επιδιωκόμενου στόχου της διατηρήσεως της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος.
Δ. Περαιτέρω, έγινε δεκτό κατά πλειοψηφία, με την ίδια αιτιολογία βάσει της οποίας έγινε δεκτός με την 1889/2019 απόφαση της Ολομέλειας όμοιος λόγος ακυρώσεως προβληθείς με την αίτηση ακυρώσεως της ΑΔΕΔΥ, ότι λόγω της ελλείψεως αναλογιστικής μελέτης που να προκύπτει ότι είχε εκπονηθεί πριν από την ψήφιση του ν. 4387/2016 και που να τεκμηριώνει τη βιωσιμότητα του κλάδου επικουρικής ασφαλίσεως του ΕΤΕΑΕΠ, ενόψει των νέου τρόπου υπολογισμού της επικουρικής συντάξεως για το μέλλον και του μηχανισμού εξισορροπήσεως των ελλειμμάτων του ΕΤΕΑΕΠ που προβλέπονται στο άρθρο 96 παρ. 1 του ν. 4387/2016, όπως ισχύει, του επανυπολογισμού-αναπροσαρμογής των ήδη καταβαλλόμενων κατά τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου συντάξεων που προβλέπεται στο άρθρο 96 παρ. 4 αυτού, όπως ισχύει, καθώς και της αυξήσεως των εισφορών για την επικουρική σύνταξη κατά την εξαετία 2016 έως 2022, που προβλέπεται στο άρθρο 97 του νόμου, η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 96 του ν. 4387/2016, όπως ισχύει, που αφορά στον επανυπολογισμό των ήδη καταβαλλόμενων κατά τη δημοσίευση του ν. 4387/2016 επικουρικών συντάξεων, την οποία εφαρμόζει η προσβαλλόμενη οικ. 25909/470/7.6.2016 υπουργική απόφαση, είναι αντισυνταγματική, η απόφαση δε αυτή, η οποία εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση της παρ. 6 του άρθρου 96 του ως άνω νόμου, όπως αυτή ήδη ισχύει, είναι ακυρωτέα στο σύνολό της.
Ε. Ακόμη, έγινε δεκτό, κατά πλειοψηφία, ότι δεν είναι πρόσφορο το κριτήριο του ύψους της καταβαλλόμενης κύριας σύνταξης, που υιοθετείται, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 96 παρ. 4 του ν. 4387/2016 και 6 της προσβαλλόμενης οικ. 25909/470/7.6.2016 απόφασης του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, για την αναπροσαρμογή των επικουρικών συντάξεων, δεδομένου ότι για κάθε μια από τις ανωτέρω συντάξεις έχουν καταβληθεί υποχρεωτικώς από τους ασφαλισμένους αυτοτελείς εισφορές. Δεν καθιστά δε πρόσφορο το ως άνω κριτήριο το γεγονός ότι η αξίωση του συνταξιούχου έναντι του Κράτους για τη χορήγηση σε αυτόν συνταξιοδοτικής παροχής, η οποία να του επιτρέπει να ζει σε επίπεδο που να μην αφίσταται ουσιωδώς από τις αντίστοιχες συνθήκες του εργασιακού του βίου, αφορά το σύνολο των χορηγούμενων σε αυτόν συντάξεων, δηλαδή το άθροισμα κύριας και επικουρικής συντάξεως. Περαιτέρω, δεν είναι συνταγματικά ανεκτό, συνταξιούχοι, ύστερα από τον κατά τα ως άνω επανυπολογισμό και αναπροσαρμογή της επικουρικής τους συντάξεως, να λαμβάνουν, τελικώς, υπό τις αυτές προϋποθέσεις, επικουρική σύνταξη χαμηλότερου ύψους από συνταξιούχους, που έχουν συνταξιοδοτηθεί από το ίδιο με αυτούς –ήδη ενταχθέν στο ΕΤΕΑΕΠ– ταμείο/τομέα/κλάδο επικουρικής ασφαλίσεως και έχουν καταβάλει εισφορές ίδιου ή χαμηλότερου ύψους, εκ μόνου του λόγου ότι οι τελευταίοι λαμβάνουν κύρια σύνταξη χαμηλότερου ύψους και, εξ αυτού του λόγου, προστατεύονται από το προβλεπόμενο στα άρθρα 96 παρ. 4 του ν. 4387/2016 και 6 της προσβαλλόμενης αποφάσεως όριο του ποσού των 1.300 ευρώ, του οποίου δεν επιτρέπεται να υπολείπεται, μετά την αναπροσαρμογή της επικουρικής συντάξεως, το άθροισμα της καταβαλλόμενης σε αυτούς κύριας και επικουρικής συντάξεως. Στις ως άνω περιπτώσεις, η αναπροσαρμογή της επικουρικής συντάξεως, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 96 παρ. 4 του ν. 4387/2016 και 6 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 5 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος. Δεν προκύπτει δε ούτε από την αιτιολογική έκθεση ούτε από τα λοιπά στοιχεία που συνοδεύουν το νόμο, πέραν των όσων αναφέρονται στην αιτιολογική έκθεση για την προστασία των μεσαίων και χαμηλότερων συντάξεων, οι συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους ο νομοθέτης επέλεξε ως κριτήριο για την αναπροσαρμογή των καταβαλλόμενων κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 επικουρικών συντάξεων το άθροισμα της πριν από το νόμο καταβαλλόμενης κύριας συντάξεως, με την μετά το νόμο επικουρική σύνταξη να ανέρχεται ειδικώς στο ποσό των 1300 ευρώ. Η συνταγματικότητα δε ή μη της ανωτέρω ρυθμίσεως σε σχέση με την παραβίαση ή όχι της αρχής της ισότητας και της αρχής της ανταποδοτικότητας δεν μπορεί σε καμμία περίπτωση να συναρτάται με το ποσοστό (αν αυτό είναι υψηλό ή χαμηλό) των συνταξιούχων, οι οποίοι θίγονται από τη ρύθμιση αυτή, από το ποσοστό, δηλαδή, των συνταξιούχων των οποίων οι επικουρικές συντάξεις μειώνονται ύστερα από την εφαρμογή της συγκεκριμένης ρυθμίσεως.
Ζ) Τέλος, η Ολομέλεια, έκρινε κατά πλειοψηφία, με όμοια αιτιολογία με αυτήν που υιοθέτησε στην 1889/2019 απόφαση επί της αίτησης ακυρώσεως της ΑΔΕΔΥ, ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως της οικ. 25909/470/7.6.2016 απόφασης Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης πρέπει επέλθουν από την δημοσίευση της 1890/2019 αποφάσεως.

(ΠΗΓΗ: adjustice.gr)

ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ Ν.4387/2016


ΣτΕ Ολ.1889/2019 
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΠΕΡΙΛΗΨΗΣ
Πρόεδρος: Ε. Σαρπ
Εισηγητής: Α. Καλογεροπούλου
Θέμα: Κρατική χρηματοδότηση στις επικουρικές συντάξεις – αναλογιστική μελέτη στις επικουρικές συντάξεις
Με την 1889/2019 απόφαση της Ολομέλειας ακυρώθηκε η οικ. 23123/785/7.6.2016 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με τίτλο “Καθορισμός των τεχνικών παραμέτρων σχετικά με τις παροχές του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης” (Β΄1604/7.6.2016). Ειδικότερα:
Α. Κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 96 του ν. 4387/2016, όπως ισχύει, κατ’ επίκληση της οποίας εκδόθηκε η πιο πάνω απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, είναι αντισυνταγματική, για το λόγο ότι πριν από τη ψήφιση του ως άνω ν. 4387/2016 δεν εκπονήθηκε αναλογιστική μελέτη, που να τεκμηριώνει τη βιωσιμότητα του κλάδου επικουρικής ασφαλίσεως του ΕΤΕΑΕΠ, ενόψει των νέου τρόπου υπολογισμού της επικουρικής συντάξεως για το μέλλον και του αυτόματου μηχανισμού εξισορροπήσεως που προβλέπονται στο άρθρο 96 παρ. 1 του ν. 4387/2016, όπως ισχύει, του επανυπολογισμού- αναπροσαρμογής των ήδη καταβαλλόμενων κατά τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου συντάξεων που προβλέπεται στο άρθρο 96 παρ. 4 αυτού, όπως ισχύει, καθώς και της αυξήσεως των εισφορών για την επικουρική σύνταξη κατά την εξαετία 2016 έως 2022, που προβλέπεται στο άρθρο 97 του νόμου....
...Δ. Τέλος, η Ολομέλεια, συνεκτιμώντας τους λόγους για τους οποίους εχώρησε η ακύρωση της πιο πάνω 23123/785/7.6.2016 απόφασης του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και τον μεγάλο αριθμό των ήδη καταβαλλόμενων επικουρικών συντάξεων που θα τεθούν εν αμφιβόλω με την αναδρομική ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των εκκρεμοτήτων που θα ανακύψουν, έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 50 παρ. 3β του π.δ. 18/1989, τα αποτελέσματα της ακυρώσεως να επέλθουν από την δημοσίευση της 1889/2019 αποφάσεως.

(πηγή: adjustice.gr)



Σάββατο, 18 Μαΐου 2019

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ Φ80020/οικ.22103/Δ15.404/7.9.2016 ΑΚΥΡΩΤΕΑ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΗ


ΑΠΟΦΑΣΗ 935/2018 ΣΤΕ Α ΤΜΗΜΑ
....2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση του Φ80020/οικ.22103/Δ15.404/7.9.2016 εγγράφου του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με τίτλο “Γνωστοποίηση ρυθμίσεων του ν. 4387/2016, που αφορούν το ΕΤΑΤ και τους συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος του ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ)”, κατά το μέρος που το έγγραφο αυτό αναφέρεται στους ασφαλισμένους του πρώην ΕΤΑΤ που υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 4387/2016 προκειμένου να δικαιωθούν την προσυνταξιοδοτική παροχή, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 53 του νόμου αυτού, καθώς και κατά το μέρος που αναφέρεται στον τρόπο υπολογισμού της προσυνταξιοδοτικής παροχής, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 73 Α του ίδιου νόμου. ...
2α. Σύμφωνα με τη ρητή διατύπωση του τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 53, η προσυνταξιοδοτική παροχή στους μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένους του ΕΤΑΤ, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους, χορηγείται σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης των οικείων φορέων ασφάλισης (ΤΕΑΠΕΤΕ, ΤΑΠΤΠ και ΛΑΚ) του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων (Εμπορική και Τράπεζα Πειραιώς, Alpha Bank και Τράπεζα Αττικής), οι ασφαλισμένοι των οποίων υπήχθησαν με ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις στο ΕΤΑΤ, εφόσον έχουν θεμελιώσει έως την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, δηλαδή έως και τις 12.5.2016, το σχετικό δικαίωμα. Διευκρινίζεται ότι θεμελιωμένο δικαίωμα υφίσταται όταν ο ασφαλισμένος συμπληρώνει τον ελάχιστο χρόνο ασφάλισης (συντάξιμα έτη) και το όριο ηλικίας (όπου αυτό προβλέπεται), που απαιτούνται για την συνταξιοδότησή του με άμεση καταβολή της προσυνταξιοδοτικής παροχής. Το θεμελιωμένο συνταξιοδοτικό δικαίωμα μπορεί να ασκηθεί οποτεδήποτε και ο ασφαλισμένος έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει εργαζόμενος. Κατά συνέπεια, όσοι μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένοι του ΕΤΑΤ έχουν συμπληρώσει μέχρι και τις 12.5.2016 τις απαιτούμενες από το ΤΕΑΠΕΤΕ, ΤΑΠΤΠ και ΛΑΚ προϋποθέσεις ηλικίας (όπου απαιτείται) και χρόνου ασφάλισης για άμεση καταβολή της προσυνταξιοδοτικής παροχής μέχρι τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων χορήγησης κύριας σύνταξης, όπως εκάστοτε ισχύουν, μπορούν να λάβουν την προσυνταξιοδοτική παροχή με τις προϋποθέσεις αυτές οποτεδήποτε. Περαιτέρω διευκρινίζεται ότι δικαιούνται να λάβουν την προσυνταξιοδοτική παροχή σύμφωνα με τα ανωτέρω και τα πρόσωπα για τα οποία έχει εκδοθεί απόφαση αναστολής (έχουν δηλαδή αποχωρήσει από την ασφάλιση στο Ταμείο έχοντας συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης αλλά όχι και το όριο ηλικίας) εφόσον η αποχώρηση έχει λάβει χώρα έως και την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, ήτοι έως την 12-5-2016. Ομοίως δικαιούνται να λάβουν την προσυνταξιοδοτική παροχή και τα πρόσωπα που πληρούν τις ανωτέρω προϋποθέσεις και υποβάλλουν αίτηση για λήψη της παροχής με αναστολή. β. Οι μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένοι του ΕΤΑΤ που δεν θεμελιώνουν μέχρι 12.5.2016 δικαίωμα άμεσης καταβολής της προσυνταξιοδοτικής παροχής και έχουν καταβάλει εισφορές επικουρικής ασφάλισης ανώτερες από τις προβλεπόμενες για το ΕΤΕΑ, θα λάβουν επικουρική σύνταξη από το ΕΤΕΑ, η οποία θα προσαυξηθεί σύμφωνα με το άρθρο 30 του ν. 4387/2016 για κάθε έτος που έχει καταβληθεί επιπλέον εισφορά, με ετήσιο συντελεστή αναπλήρωσης 0,075% για καθεμία ποσοστιαία μονάδα (1%) επιπλέον εισφοράς. ΙΙ. Αναπροσαρμογή προσυνταξιοδοτικών και άλλων παροχών ΕΤΑΤ και προσυνταξιοδοτικών παροχών ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ). 1α. Με τις διατάξεις του άρθρου 73Α επανακαθορίζεται από 13.5.2016, ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4387/2016, ο τρόπος υπολογισμού των καταβαλλόμενων από το ΕΤΑΤ παροχών (σύνταξη προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος ΤΕΑΠΕΤΕ, ΤΑΠΤ και ΛΑΚ, διαφορά ποσών επικουρικής σύνταξης και δευτερεύουσα σύνταξη ΛΑΚ). Ειδικότερα, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 73Α, από την έναρξη ισχύος του νόμου (13.5.2016) η προσυνταξιοδοτική παροχή των ασφαλισμένων στο ΕΤΑΤ υπολογίζεται με βάση ποσοστό αναπλήρωσης, το οποίο για κάθε χρόνο ασφάλισης στους ιδιωτικής προέλευσης φορείς επικουρικής ασφάλισης (ΤΕΑΠΕΤΕ, ΤΑΠΤ και ΛΑΚ) του προσωπικού των αντίστοιχων πιστωτικών ιδρυμάτων οι ασφαλισμένοι των οποίων υπήχθησαν στο ΕΤΑΤ, αντιστοιχεί μεσοσταθμικά σε ποσοστό 1,75%, υπολογιζόμενου επί των συντάξιμων αποδοχών, όπως αυτές καθορίζονται από τις οικείες καταστατικές τους διατάξεις...”.
...6. Επειδή, στο άρθρο 51 παρ. 2 του ν. 4387/2016 (Α΄ 85/12.5.2016) ορίζεται ότι: «Σκοπός του Ε.Φ.Κ.Α. είναι η κάλυψη των υπακτέων στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α. προσώπων για τους ασφαλιστικούς κινδύνους που προβλέπονται από την οικεία νομοθεσία με την προβλεπόμενη στο νόμο αυτόν χορήγηση: α)… β) …προσυνταξιοδοτικών …παροχών στους συνταξιούχους και στους μέχρι τις 31.12.1992 ασφαλισμένους του Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ), οι οποίοι, έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, έχουν θεμελιώσει δικαίωμα λήψης της παροχής, καθώς και στους συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος του ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ), σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 2455/2006 (Α΄ 84)…». Περαιτέρω, στην παρ. 3 του άρθρου 53 του ως άνω νόμου 4387/2016 ορίζεται ότι: «Η προσυνταξιοδοτική παροχή στους μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένους του πρώην Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ)… χορηγείται σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης του άρθρου 61 περίπτωση β΄ του Ν. 3371/2005 (Α΄ 178) εφόσον έχουν θεμελιώσει έως την έναρξη ισχύος του παρόντος το σχετικό δικαίωμα…». Τέλος, στο άρθρο 73Α του ν. 4387/2016 ορίζεται ότι: “1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, η προσυνταξιοδοτική παροχή των ασφαλισμένων στο ΕΤΑΤ που εντάσσεται στον Ε.Φ.Κ.Α., σύμφωνα με το άρθρο 53, υπολογίζεται με βάση ποσοστό αναπλήρωσης, το οποίο για κάθε χρόνο ασφάλισης αντιστοιχεί μεσοσταθμικά σε ποσοστό 1,75%, υπολογιζομένου επί των συντάξιμων αποδοχών, όπως αυτές καθορίζονται από τις οικείες καταστατικές διατάξεις των ταμείων ή κλάδων ή λογαριασμών ή ενώσεων προσώπων που εντάχθηκαν στο ΕΤΑΤ. Το ποσό αυτό καταβάλλεται έως το χρόνο πλήρωσης των προϋποθέσεων άμεσης καταβολής κύριας σύνταξης....2...”.
7. Επειδή, ενόψει του ότι η βασική πρόβλεψη περί κατάργησης της προσυνταξιοδοτικής παροχής ως αυτοτελούς παροχής (με αντικατάστασή της από την προβλεπόμενη στο άρθρο 30 του ν. 4387/2016 προσαύξηση) ως προς τους ασφαλισμένους του ΕΤΑΤ που δεν έχουν θεμελιώσει “δικαίωμα λήψης της παροχής” μέχρι τις 12.5.2016 καθώς και ο τρόπος υπολογισμού της προσυνταξιοδοτικής παροχής “με βάση ποσοστό αναπλήρωσης, το οποίο για κάθε χρόνο ασφάλισης αντιστοιχεί μεσοσταθμικά σε ποσοστό 1,75% υπολογιζομένο επί των συντάξιμων αποδοχών, όπως αυτές καθορίζονται από τις οικείες καταστατικές διατάξεις ...” θεσπίζονται απευθείας με τον ν. 4387/2016 και ειδικότερα με τις διατάξεις των άρθρων 51 παρ. 2 περίπτ. β΄ και 53 παρ. 3 (όσον αφορά το ζήτημα της κατάργησης του πιο πάνω είδους παροχής) και 73Α παρ. 1 (όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού της). Συνεπώς, το προσβαλλόμενο έγγραφο, κατά το μέρος που περιορίζεται στην επανάληψη των πιο πάνω νομοθετικών ρυθμίσεων αποτελεί έγγραφο πληροφοριακού χαρακτήρα, στερούμενο εκτελεστότητας και απαραδέκτως προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, από το σύνολο των αιτούντων που παραστάθηκαν.
8. Επειδή, ακολούθως, στο άρθρο 61 του ν. 3371/2005 (Α΄ 178), με τον οποίο ιδρύθηκε το Ε.Τ.Α.Τ., ορίζεται ότι: «Οι όροι και οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης από τα οικεία ταμεία ή κλάδους ή ειδικούς λογαριασμούς ή ενώσεις προσώπων για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992 δεν θίγονται». Εξάλλου, στο Καταστατικό του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας (ΤΕΑΠΕΤΕ) και συγκεκριμένα στο άρθρο 7 το οποίο φέρει τον τίτλο «Θεμελίωση του δικαιώματος για σύνταξη», προβλέπεται ότι: «1. Δικαίωμα για σύνταξη έχει κάθε ασφαλισμένος: α. Μετά τη συμπλήρωση τριάντα (30) συντάξιμων χρόνων ανεξάρτητα από την ηλικία του. β. Μετά τη συμπλήρωση είκοσι πέντε (25) συντάξιμων χρόνων και των 55 χρόνων της ηλικίας του. γ. Μετά τη συμπλήρωση είκοσι (20) συντάξιμων χρόνων και των 60 χρόνων της ηλικίας του. δ. Μετά τη συμπλήρωση δέκα πέντε (15) συντάξιμων χρόνων και των ορίων της ηλικίας που κάθε φορά προβλέπει ο Οργανισμός Προσωπικού της Τράπεζας. ε. Μετά τη συμπλήρωση δέκα πέντε (15) συντάξιμων χρόνων και ανεξάρτητα από την ηλικία του εφόσον απολυθεί από την Τράπεζα… Κατ΄ εξαίρεση οι γυναίκες ασφαλισμένες του Ταμείου δικαιούνται σύνταξη: α. Μετά τη συμπλήρωση είκοσι πέντε (25) συντάξιμων χρόνων ανεξάρτητα από την ηλικία τους. β. Μετά τη συμπλήρωση είκοσι (20) συντάξιμων χρόνων και των 45 χρόνων της ηλικίας τους. γ….δ…..2…3…4…5…6. Δικαίωμα για σύνταξη έχει και κάθε ασφαλισμένος που κατά την αποχώρησή του από την Τράπεζα, έχει συμπληρώσει τα οριζόμενα στις διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων του άρθρου αυτού συντάξιμα χρόνια ασφάλισης για την θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, αλλά όχι και το απαιτούμενο από τις ίδιες διατάξεις αντίστοιχο όριο ηλικίας, η καταβολή όμως της σύνταξής του αναστέλλεται μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου αυτού. Από την ημέρα λήξεως της αναστολής η σύνταξη αρχίζει να καταβάλλεται, προσαυξημένη με τις αναπροσαρμογές που έγιναν κατά το χρόνο της αναστολής αυτής. … Το δικαίωμα σύνταξης που θεμελιώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, δεν θίγεται από τις τυχόν μεταβολές που επέρχονται από την ενδεχόμενη παραμονή του ασφαλισμένου στην εργασία του….». Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του Καταστατικού του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Τραπέζης Πίστεως προβλέπεται ότι: «1. Μέλη του Ταμείου είναι όλοι όσοι υπηρετούν και προσφέρουν με μηνιαία αντιμισθία οποιαδήποτε υπηρεσία στην Τράπεζα Πίστεως….3. Απώλεια της ιδιότητας του εργαζόμενου στην Τράπεζα για οποιοδήποτε λόγο συνεπάγεται την απώλεια και της ιδιότητας μέλους του Ταμείου….5. Κατ΄ εξαίρεση της παραγράφου 3 του παρόντος διατηρείται η ιδιότητα του μέλους στην περίπτωση αποχωρήσεως για οποιαδήποτε αιτία από την ενεργό υπηρεσία εφόσον το μέλος που αποχωρεί: α) Έχει συμπληρώσει τις χρονικές προϋποθέσεις για την απονομή συντάξεως και εφ΄ άπαξ παροχής και δεν έχει συμπληρώσει το ανάλογο όριο ηλικίας που προβλέπεται από το άρθρο 18 παράγραφοι 1 και 2….Τα κατά την προηγούμενη παράγραφο μέλη δικαιούνται, όταν συμπληρώνουν το προβλεπόμενο όριο ηλικίας να ζητήσουν την απονομή της συντάξεως…». Εξάλλου στο άρθρο 18 του ίδιου Καταστατικού προβλέπεται ότι: «Δικαίωμα για την απόληψη συντάξεως και εφ΄ άπαξ παροχής έχουν τα μέλη για τα οποία πληρούνται οι επόμενες προϋποθέσεις: 1. Για τους άνδρες α)…β) Χωρίς όριο ηλικίας μετά τη συμπλήρωση τριάντα (30) χρόνων συντάξιμης υπηρεσίας από την οποία είκοσι πέντε (25) χρόνια πραγματική υπηρεσία όπως καθορίζεται στο άρθρο 16 παράγραφος 1. γ) Μετά τη συμπλήρωση του πεντηκοστού πέμπτου (55) έτους της ηλικίας τους και εικοσιπενταετή (25) συντάξιμη υπηρεσία από την οποία εικοσαετή (20) πραγματική υπηρεσία όπως καθορίζεται στο άρθρο 16 παρ. 1. δ) Μετά τη συμπλήρωση του εξηκοστού (60) έτους της ηλικίας τους και εικοσαετή (20) συντάξιμη υπηρεσία από την οποία δεκαπενταετή (15) πραγματική υπηρεσία όπως καθορίζεται στο άρθρο 16 παράγραφος 1. Για τις γυναίκες….» Τέλος, στο άρθρο 7 του Καταστατικού του «Λογαριασμού Ασφαλιστικών Καλύψεων» (ΛΑΚ) ορίζεται ότι: «1. Οι ασφαλισμένοι του “Συνταξιοδοτικού Κεφαλαίου” θεμελιώνουν το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα σ΄ αυτό λόγω γήρατος, όταν συμπληρώνουν τα οριζόμενα χρόνια ασφάλισης και συνταξιοδοτούνται, όταν συμπληρώσουν την οριζόμενη ηλικία ή χωρίς όριο ηλικίας (Χ.Ο.Η.), ανάλογα, ως ακολούθως: α) Αν αποχωρήσουν από την υπηρεσία της “Τράπεζας” και παράλληλα συνταξιοδοτηθούν, άμεσα από δικό τους δικαίωμα, ταυτόχρονα με την αποχώρησή τους και από τον οικείο φορέα τους κύριας και επικουρικής σύνταξης, κανονικά ή λόγω ωρίμανσης της με αναστολή συνταξιοδότησής τους, εφόσον πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: …. β) Αν αποχωρήσουν από την υπηρεσία της “Τράπεζας” χωρίς παράλληλα να συνταξιοδοτηθούν άμεσα, ταυτόχρονα με την αποχώρησή τους και από τον οικείο φορέα τους κύριας και επικουρικής σύνταξης κανονικά ή λόγω ωρίμανσης της με αναστολή συνταξιοδότησής τους … εφόσον πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: ....».
9. Επειδή, από τις ανωτέρω ρυθμίσεις του καταστατικού του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας, του Κανονισμού Συντάξεων και Παροχών του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Τραπέζης Πίστεως και του Λογαριασμού Ασφαλιστικών Καλύψεων της Τράπεζας Αττικής προβλέπεται ότι το συνταξιοδοτικό δικαίωμα των υπαγομένων στα ανωτέρω ασφαλιστικά καθεστώτα τραπεζοϋπαλλήλων θεμελιώνεται με μόνη τη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης, χωρίς να απαιτείται ταυτοχρόνως, για τη θεμελίωση του δικαιώματος, ούτε η συμπλήρωση του τυχόν προβλεπόμενου σχετικού ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης ούτε η αποχώρηση από την υπηρεσία. Οι δύο τελευταίες προϋποθέσεις απαιτούνται προκειμένου ο ασφαλισμένος, που έχει ήδη θεμελιώσει κατά τα ανωτέρω το σχετικό δικαίωμα, να αρχίσει να συνταξιοδοτείται, προκειμένου, δηλαδή, να αρχίσει η προς αυτόν καταβολή της προσυνταξιοδοτικής παροχής. Επομένως, στα ανωτέρω καταστατικά, τα οποία εφαρμόζονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 61 του ν. 3371/2005, η έννοια της “θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος” διαχωρίζεται και διαφοροποιείται πλήρως από την έννοια της “συνταξιοδότησης”, νοείται δε ως θεμελίωση η κατοχύρωση του δικαιώματος για λήψη συνταξιοδοτικής παροχής, η οποία κατοχύρωση μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς να έχει συμπληρωθεί το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης και καθ΄ ο χρόνο ο ασφαλισμένος διατηρεί την εργασιακή του σχέση με την τράπεζα, ενώ ως συνταξιοδότηση νοείται η καταβολή – λήψη της συνταξιοδοτικής παροχής, η οποία λαμβάνει χώρα εφόσον ο ασφαλισμένος αποχωρεί από την εργασία του και συμπληρώνει το εκάστοτε προβλεπόμενο όριο ηλικίας. Τούτο δε προκύπτει ευθέως από τη διάταξη της παρ. 6 του Καταστατικού του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με την οποία “το δικαίωμα σύνταξης που θεμελιώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, δεν θίγεται από τις τυχόν μεταβολές που επέρχονται από την ενδεχόμενη παραμονή του ασφαλισμένου στην εργασία του”, αλλά συνάγεται και από τις λοιπές προπαρατεθείσες ρυθμίσεις του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Τραπέζης Πίστεως και του Λογαριασμού Ασφαλιστικών Καλύψεων της Τράπεζας Αττικής, με τις οποίες γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των εννοιών της “θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος” και της “συνταξιοδότησης”, η δε αποχώρηση από την υπηρεσία τίθεται ως προϋπόθεση της συνταξιοδότησης και όχι της θεμελίωσης του δικαιώματος.
10. Επειδή, επομένως, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 51 παρ. 2 περίπτ. β΄ και 53 παρ. 3 του ν. 4387/2016 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 61 περίπτ. β΄ του ν. 3371/2005, οι οποίες παραπέμπουν στις προπαρατεθείσες καταστατικές διατάξεις, ως πρόσωπα που υπάγονται στον ΕΦΚΑ έχοντας θεμελιώσει δικαίωμα λήψης της προσυνταξιοδοτικής παροχής στις 12.5.2016 νοούνται τα πρόσωπα που έχουν συμπληρώσει τον απαιτούμενο από τις οικείες καταστατικές διατάξεις χρόνο ασφάλισης, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω, τα πρόσωπα αυτά, κατά το ίδιο χρονικό σημείο, να έχουν αποχωρήσει από την εργασία τους ή να έχουν συμπληρώσει το προβλεπόμενο για τη συνταξιοδότησή τους όριο ηλικίας, οι τελευταίες δε δύο προϋποθέσεις απαιτούνται μόνο προκειμένου να καταβληθεί στα πρόσωπα αυτά η προσυνταξιοδοτική παροχή.
11. Επειδή, αντιθέτως, με το προσβαλλόμενο έγγραφο, ως πρόσωπα που υπάγονται στον ΕΦΚΑ έχοντας θεμελιώσει το προσυνταξιοδοτικό δικαίωμα ορίζονται αυτά που έχουν συμπληρώσει, σωρευτικώς, τον ελάχιστο χρόνο ασφάλισης και το όριο ηλικίας στις 12.5.2016 ....άλλως αυτά που έχουν συμπληρώσει μόνο τον χρόνο ασφάλισης (δηλαδή όχι το όριο ηλικίας) αλλά ταυτοχρόνως έχουν αποχωρήσει από την εργασία πριν τις 12.5.2016, λαμβανομένου υπόψη ότι αίτηση συνταξιοδότησης με αναστολή υποβάλλεται μόνο μετά την αποχώρηση από την εργασία (βλ. τις αναφορές στο προσβαλλόμενο έγγραφο κατά τις οποίες “δικαιούνται να λάβουν την προσυνταξιοδοτική παροχή σύμφωνα με τα ανωτέρω και τα πρόσωπα για τα οποία έχει εκδοθεί απόφαση αναστολής (έχουν δηλαδή αποχωρήσει από την ασφάλιση στο Ταμείο έχοντας συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης αλλά όχι και το όριο ηλικίας) εφόσον η αποχώρηση έχει λάβει χώρα έως και την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, ήτοι έως την 12-5-2016” και “δικαιούνται να λάβουν την προσυνταξιοδοτική παροχή και τα πρόσωπα που πληρούν τις ανωτέρω προϋποθέσεις και υποβάλλουν αίτηση για λήψη της παροχής με αναστολή”). Επομένως, κατά το μέρος που με το προσβαλλόμενο έγγραφο προβλέπεται ότι η θεμελίωση του εν λόγω συνταξιοδοτικού δικαιώματος συντελείται κατά το χρονικό σημείο που ο ασφαλισμένος έχει δικαίωμα “άμεσης” λήψης” της παροχής (λαμβάνεται δε “άμεσα” η παροχή όταν έχει συμπληρωθεί το όριο ηλικίας και έχει γίνει η αποχώρηση από την εργασία), ενώ ο νόμος αναφέρεται σε “δικαίωμα λήψης” της παροχής (αποκτάται δε το σχετικό δικαίωμα με μόνη τη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης ανεξαρτήτως αποχώρησης από την εργασία και συμπλήρωσης του απαιτούμενου ορίου ηλικίας), διαφοροποιούνται οι οριζόμενες στο έγγραφο αυτό προϋποθέσεις θεμελίωσης του ως άνω συνταξιοδοτικού δικαιώματος σε σχέση με την αντίστοιχη νομοθετική ρύθμιση των άρθρων 51 και 53 του ν. 4387/2016 και, κατ΄ επέκταση, διαφοροποιείται και ο κύκλος των προσώπων που υπάγονται ασφαλιστικώς στον ΕΦΚΑ προκειμένου να λάβουν την προσυνταξιοδοτική παροχή, αφού αποκλείονται τα πρόσωπα που στις 12.5.2016 έχουν συμπληρώσει τον απαιτούμενο για τη θεμελίωση του δικαιώματος χρόνο ασφάλισης αλλά δεν έχουν συμπληρώσει το απαιτούμενο για την καταβολή της σύνταξης όριο ηλικίας ή δεν έχουν αποχωρήσει από την εργασία τους (προκειμένου να καταστούν “συνταξιούχοι σε αναστολή”).
12. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, το προσβαλλόμενο έγγραφο, κατά το μέρος που με αυτό τίθενται οι ανωτέρω αυτοτελείς κανονιστικές ρυθμίσεις σε σχέση με τα οριζόμενα στις παρατεθείσες στις προηγούμενες σκέψεις διατάξεις, με τις οποίες περιορίζεται ο κύκλος των υπαγομένων στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ προσώπων που δικαιούνται προσυνταξιοδοτική παροχή, αποτελεί ψευδοερμηνευτική εγκύκλιο έχουσα εκτελεστό χαρακτήρα και άρα, ως εκτελεστή διοικητική πράξη με κανονιστικό περιεχόμενο, προσβάλλεται από την άποψη αυτή παραδεκτώς.
19. Επειδή, περαιτέρω, κατά τα παγίως κριθέντα, από το Σύνταγμα επιβάλλεται η πλήρης δημοσίευση όχι μόνο των τυπικών νόμων αλλά και όλων των κανονιστικών διοικητικών πράξεων, ως συστατικό στοιχείο του κύρους τους. . …». Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3469/2006 που επιβάλλουν τη δημοσίευση των κανονιστικών πράξεων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι οποίες δεν θίγονται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 3861/2010 περί υποχρεωτικής ανάρτησης πράξεων στο διαδίκτυο, οι κανονιστικές πράξεις που δεν έχουν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως είναι ανυπόστατες. Ωστόσο, λόγω της φύσης και του περιεχομένου τους, αλλά και για λόγους ασφάλειας δικαίου, οι μη δημοσιευθείσες κανονιστικές πράξεις είναι ακυρωτέες προς αποφυγή του ενδεχομένου της εφαρμογής τους στο μέλλον (ΣτΕ 87/2011 Ολομ, 2252/2013, 1080/2013, 3112/2014, 3675/2014 7μ, 3297/2015).
20. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο έγγραφο έχει μεν αναρτηθεί στο διαδίκτυο και, συγκεκριμένα, στον ιστότοπο «Διαύγεια» (ΑΔΔΑ 6ΟΙΔ465Θ1Ω-ΟΜ5/7.9.2016), δεν έχει όμως δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Συνεπώς, το προσβαλλόμενο έγγραφο καθ΄ ο μέρος αποτελεί ψευδοερμηνευτική εγκύκλιο και θεσπίζει τις ανωτέρω αυτοτελείς κανονιστικές ρυθμίσεις αποτελεί κανονιστική πράξη η οποία, λόγω της μη δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι, κατά τα προεκτεθέντα, ανυπόστατη και ακυρωτέα για λόγους ασφάλειας δικαίου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη. ....

ΠΗΓΗ: DSANET.GR