Αρχειοθήκη ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

ΚΑΜΕΡΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΣΕ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ



Βάσει της σχετικής νομοθεσίας, των Γνωμοδοτήσεων, Οδηγιών και Αποφάσεων της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα:

Καταρχήν η αποθήκευση και διαβίβαση εικόνας προσώπου, η οποία συλλέγεται από κάμερα που λειτουργεί µόνιµα, συνεχώς ή κατά τακτά χρονικά διαστήµατα, σε κλειστό ή ανοικτό χώρο συγκέντρωσης ή διέλευσης προσώπων, συνιστά επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα.

1. Δικαιολογείται η εγκατάσταση κάμερας από την ανάγκη προστασίας των συνιδιοκτητών πολυκατοικίας από παράνοµες πράξεις.

2. ∆εν θεωρείται αποκλειστικά προσωπική ή οικιακή δραστηριότητα η λήψη και επεξεργασία εικόνας ή και ήχου µε σύστηµα βιντεοεπιτήρησης που είναι εγκατεστηµένο σε ιδιωτική οικία, όταν το πεδίο ελέγχου της κάµερας περιλαµβάνει εξωτερικούς δηµόσιους ή κοινόχρηστους χώρους.
Σε αυτή την περίπτωση τα σηµεία εγκατάστασης των καµερών και ο τρόπος λήψης των δεδοµένων πρέπει να προσδιορίζονται µε τέτοιο τρόπο, ώστε τα δεδοµένα που συλλέγονται να είναι τα απολύτως αναγκαία.

Έτσι: α) Απαγορεύεται η λήψη εικόνας από παράπλευρες οδούς και πεζοδρόµια. β) Απαγορεύεται η λήψη εικόνας από εισόδους ή εσωτερικό γειτονικών κατοικιών, κτιρίων ή άλλων χώρων. γ) Χρήση καμερών µε δυνατότητα στρέψης και εστίασης επιτρέπεται µόνο στις περιπτώσεις που ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρακολουθεί κινήσεις φυσικών προσώπων σε πραγµατικό χρόνο προκειµένου να επέµβει άµεσα προς αποτροπή κάποιου συµβάντος. δ) Απαγορεύεται η επεξεργασία δεδοµένων ήχου. Ε) οΙ κάµερες του συστήµατος βιντεοεπιτήρησης δεν επιτρέπεται να ελέγχουν την πρόσβαση στα κατ’ ιδίαν διαµερίσµατα.

3. Για την εγκατάσταση συστήµατος βιντεοεπιτήρησης σε πολυκατοικία απαιτείται απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της πολυκατοικίας με πλειοψηφία των 2/3 των ενοίκων της. Για την ψηφοφορία σε κάθε ένοικο αντιστοιχεί µία ψήφος. Στην απόφαση πρέπει να ορίζονται οι χώροι που θα επιτηρούνται και το πρόσωπο που θα έχει πρόσβαση στη µονάδα ελέγχου του συστήµατος. (π.χ. ο διαχειριστής της πολυκατοικίας).

4. Υπεύθυνη επεξεργασίας του συστήµατος είναι η Γενική Συνέλευση. Εάν επιθυµούν οι συνιδιοκτήτες µέσω της Γενικής Συνέλευσης τους και µε συναπόφαση των δύο τρίτων των ενοίκων, µπορούν να αναθέσουν την επεξεργασία του συστήµατος βιντεοεπιτήρησης σε µεµονωµένο ιδιοκτήτη. Η σχετική ανάθεση πρέπει να αποτυπώνεται εγγράφως σε απόφαση Γ.Σ.

5. Η µονάδα ελέγχου δεν επιτρέπεται να βρίσκεται σε διαµέρισµα, αλλά πρέπει να εγκαθίσταται σε κοινόχρηστο χώρο µε ελεγχόµενη πρόσβαση (π.χ. κοινόχρηστη αποθήκη), εκτός αν η επεξεργασία πραγµατοποιείται από εξουσιοδοτηµένο προσωπικό ασφαλείας (π.χ. εταιρεία ασφαλείας ως εκτελούσα την επεξεργασία).

6. Τα δεδοµένα διατηρούνται το πολύ έως σαράντα οκτώ (48) ώρες.
Η χρήση οθόνης σε συνεχή λειτουργία απαγορεύεται σε περίπτωση που δεν υπάρχει
παρακολούθηση σε πραγµατικό χρόνο από προσωπικό ασφαλείας. ∆εν επιτρέπεται µετάδοση σήµατος εικόνας στα κατ’ ιδίαν διαµερίσµατα.

7. Σημειώνεται ότι από τον Μάιο του 2018 δεν απαιτείται η γνωστοποίηση στην Αρχή Προστασίας της εγκατάστασης συστήµατος βιντεοεπιτήρησης .

Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΑΓΩΓΗΣ ΣΕ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΟ & ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΜΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΝΣΗΜΟΥ.


Το αίτημα  την αγωγής θα πρέπει να είναι με σαφήνεια προσδιορισμένο κατ’άρθρο 216§1γ. Το αντικείμενο, είδος και ύψος του αιτήματος δεσμεύει καταρχήν τον ενάγοντα που δεν μπορεί να το μεταβάλλει (223 εδ.α). κατ εξαίρεση είναι δυνατό να περιορίσει το ύψος του (223 εδ.β) εάν ισχυριστεί την ύπαρξη μεταβολής που το δικαιολογεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223, 295 παρ. 1 εδ. 2,297 και 526 Κ.Πολ.Δ συνάγεται, ότι ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο και μπορεί να γίνει ωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό με τις προτάσεις όχι όμως και με την μετά τη συζήτηση προσθήκη καθόσον αυτή σύμφωνα με το άρθρο 270 §6 αφορά μόνο στην αξιολόγηση των αποδείξεων και την αντίκρουση των οψίμως προβληθέντων ισχυρισμών. Προσοχή χρειάζεται στον τρόπο περιορισμού στην περίπτωση που το αίτημα της αγωγής συντίθεται από περισσότερα από ένα κονδύλια αφού θα πρέπει να διευκρινίζεται ποια κονδύλια περιορίζονται και πόσο ή αν περιορίζονται αναλόγως, διαφορετικά υπάρχει αοριστία ως προς το αγωγικό αίτημα καθόσον το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να διαγνώσει σε περίπτωση που κριθεί νόμω και ουσία βάσιμη η αγωγή ποιες αξιώσεις θα πρέπει να αναγνωρίσει και ποιες να επιδικάσει. (ΑΠ 30/2007 Ολομέλεια). Τέλος, ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής στην κατ' έφεση δίκη αποκρούεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος και αν συναινεί ο αντίδικος αφού αν ο περιορισμός της αγωγής μπορούσε να γίνει και κατ' έφεση, οι διάδικοι θα είχαν τη δυνατότητα να καταστήσουν με τη βούληση τους ανενεργή την πρωτόδικο απόφαση, η οποία όμως μόνον με τη χρήση ενδίκων μέσων μπορεί να ανατραπεί (Σ.Σαμουήλ, Η έφεσις, 1986, παρ. 486, Εφ.Αθ. 111/1995 Δνη 1995/1576, Εφ.Πατ. 476/1989 ΝοΒ 1990/1357 και Αρχ.Ν. 1990/370).
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθ.2 του Ν. ΓΝΟΗ/1912 (περί δικαστικών ενσήμων", συνάγεται ότι για αγωγές, επιβάλλεται τέλος υπολογιζόμενο με βάση τη δηλούμενη στην αγωγή αξία του αντικειμένου της. Αν ο ενάγων παραλείψει να προκαταβάλει το τέλος αυτό για το αντικείμενο της αγωγής του, λογίζεται ερήμην δικαζόμενος, σύμφωνα με το άρθ. 7 παρ. 1 του Ν.Δ.1544/1942, με συνέπεια να απορρίπτεται η αγωγή του, όπως ορίζει το άθρ. 272 ΚΠολΔ. Πάντως, το δικαστικό ένσημο, λόγω του φορολογικού χαρακτήρα του, μπορεί να καταβληθεί και στο δικαστήριο του δεύτερου βαθμού (ΑΠ 6241 /2 ΝοΒ 21, 21, Ολομ. ΑΠ 642/70 ΝοΒ18, 1471,ΕΑ 8316/1982 Ελλ.Δικ. οπότε, αν ο ενάγων δικάσθηκε ερήμην κατά την πρωτόδικη δίκη , λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου επί του αντικειμένου της αγωγής του, μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμα της ανακοπής και να ασκήσει απ' ευθείας έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία έφεση θα λειτουργήσει ως ανακοπή ερημοδικίας, με συνέπεια την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την κατ' ουσία εκδίκαση της αγωγής, μετά την καταβολή του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου (ΑΠ 312/73 ΝοΒ 21,1154, ΑΠ 313/73 ΝοΒ 21,1155, ΑΠ 267/75 ΝοΒ 23, 1063, ΑΠ 807/1958 ΝοΒ 7, 435, ΕΑ 7883/80 Ελλ.Δικ. 21, 702, ΕΑ 9801/82 Ελλ.Δικ.24.672.

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ & ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΝΑΚΛΗΣΗΣ ΤΗΣ


Από τις διατάξεις του άρθρ. 1 του Ν. 2112/20 «Περί υποχρεωτικής καταγγελίας συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων» (67 Α΄), του άρθρου 1 και 5 του Ν. 3198/55 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων» (98 Α΄) και του άρθρου 669 παρ 2 ΑΚ . προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και πραγματοποιείται ελεύθερα εκτός αν περιορισθεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου. Γνωστοποιείται προς αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται, δε χρήζει αποδοχής εκ μέρους του, παράγει δε τα έννομα αποτελέσματά της δηλαδή τη λύση της σύμβασης εργασίας, από τότε που η σχετική σαφής περί καταγγελίας δήλωση περιέλθει κατά νόμιμο τρόπο σε αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται, ανεξαρτήτως γνώσεως αυτού, αρκεί μόνον να ήταν δυνατό υπό κανονικές συνθήκες αυτός να λάβει γνώση της καταγγελίας, τηρουμένων των τυπικών – από τις ως άνω διατάξεις προβλεπόμενων – προϋποθέσεων (Α.Π. 162/1983).
Από τα ανωτέρω, συνάγεται ότι ανάκληση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας που γίνεται μετά την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, δεν έχει καμία νομική ενέργεια, γιατί με μονομερή δήλωση του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να ανασυσταθεί η λυθείσα σύμβαση εργασίας. Για την ανασύσταση της σύμβασης απαιτείται σύμβαση. Συνεπώς εάν περιέλθει μετά τη γνωστοποίηση της καταγγελίας, δεν ανατρέπει τα αποτελέσματά της, και μόνο νέα σύμβαση εργασίας μπορεί να επιτρέψει τη συνέχιση της παροχής της εργασίας, εφόσον βέβαια συγκατατίθεται σε αυτό ο αντισυμβαλλόμενος (Μον Πρωτ. Αθηνών 375/94, ΔΕΝ 1994, σελ. 648 – Α.Π. 162/83, ΔΕΝ 1983, σελ. 648 – Α.Π. 1238/85, ΔΕΝ 1986, σελ. 806 – Α.Π. 2064/86, ΔΕΝ 1987, σελ. 940).

Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

ΕΠΙΔΟΤΗΣΗ ΑΝΕΡΓΙΑΣ ΑΠΟΛΥΘΕΙΣΑΣ ΕΓΚΥΟΥ


 ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ - ΣΥΝΟΨΗ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ

Έγκυος που απολύθηκε από τον εργοδότη της, προσέφυγε στον ΟΑΕ∆ προκειµένου να λάβει επίδοµα ανεργίας. Ο ΟΑΕ∆ απέρριψε το αίτηµά της µε την αιτιολογία ότι η απόλυση της είναι άκυρη (λόγω του γεγονότος της εγκυµοσύνης της). Η αναφεροµένη προσέφυγε κατά της απορριπτικής απόφασης, ωστόσο η αίτηση θεραπείας της απορρίφθηκε. Παράλληλα, έκανε αναφορά προς το Συνήγορο του Πολίτη. Προσέφυγε δε µε νέα αίτηση θεραπείας της και ενώπιον του ∆Σ του ΟΑΕ∆ για την µεταρρύθµιση της παραπάνω απόφασης. 
Σύµφωνα µε τη νοµοθεσία απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σύµβασης ή σχέσης εργασίας εργαζόµενης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυµοσύνης της όσο και για το χρονικό διάστηµα δεκαοκτώ (18) µηνών µετά τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία (άρθρο 15 του ν. 1483/1984). Σύµφωνα δε µε την µε αριθµ. 40307/30-7-1986 εγκύκλιο του ΟΑΕ∆ ρητά έχει ορισθεί ότι δικαιούνται επιδόµατος ανεργίας οι απολυόµενες κατά παράβαση των διατάξεων της προστασίας της µητρότητας. 
Ο Συνήγορος του Πολίτη, µε έγγραφό του προς το ∆Σ του ΟΑΕ∆ (δεδοµένου ότι είχε λάβει και άλλες αναφορές παροµοίου περιεχοµένου) τόνισε ότι ο εργοδότης δεν µπορεί να απολύσει εργαζόµενη κατά τη διάρκεια της εγκυµοσύνης της και για 18 µήνες µετά τον τοκετό, εκτός βέβαια από την περίπτωση που επικαλεστεί σπουδαίο λόγο. Κατά συνέπεια, η απόλυση εντός 18µήνου δεν είναι αυτοδίκαια άκυρη, επειδή µπορεί να συντρέχει σπουδαίος λόγος για την απόλυση. Η έννοια του σπουδαίου λόγου συνιστά έννοια νοµική, που ελέγχεται από τα δικαστήρια αποκλειστικά και µόνο. Τυχόν δε υποκατάσταση της θέσης των δικαστηρίων ως προς το ζήτηµα αυτό από τον ΟΑΕ∆ θα συνιστούσε απαγορευµένη κρίση, καθ΄ υπέρβαση της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών όπως αυτή υπαγορεύεται από τη διάταξη του άρθρου 26 του Συντάγµατος αλλά και ενέργεια που ασκείται καθ’ υπέρβαση των διατάξεων των άρθρων 281, 174, 180 Α.Κ, κατά κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας που δίδεται στη διοίκηση, κατά παράβαση της αρχής της καλόπιστης εµπιστοσύνης του διοικουµένου και γενικώς καθ’ υπέρβαση εξουσίας. Εκτός από τα παραπάνω, η κρίση για την ακυρότητα ή µη µιας απόλυσης που τελέσθηκε ενώ η εργαζόµενη προστατεύεται λόγω εγκυµοσύνης ή µητρότητας, προϋποθέτει δυνατότητα της εργαζοµένης να προσφύγει στα δικαστήρια, που της αποστερείται µε την στέρηση του επιδόµατος ανεργίας. Σε κάθε περίπτωση, υπενθύµισε την µε αριθµ. 40307/30-7-1986 εγκύκλιο του ΟΑΕ∆, µε την οποία ρητά έχει ορισθεί ότι δικαιούνται επιδόµατος ανεργίας οι απολυόµενες κατά παράβαση των διατάξεων της προστασίας της µητρότητας. 
Μετά από περίπου ένα έτος το ∆Σ του ΟΑΕ∆ εξέδωσε την υπ’ αριθµ.... απόφασή του µε την οποία έκανε δεκτές τις θέσεις του ΣτΠ, δικαίωσε την εργαζοµένη και αποφάσισε τη συνέχιση της εφαρµογής της µε αριθµ. 40307/30-7-1986 εγκυκλίου του ΟΑΕ∆ στις περιπτώσεις καταγγελιών συµβάσεων εργασίας τεκουσών πριν από την πάροδο του 18µήνου. 

ΠΗΓΗ: https://www.synigoros.gr/

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ

ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ 
Από το σύνολο της νομοθεσίας που διέπει τη λειτουργία των συνεταιρισμών, τη φύση της απασχόλησης και τον τύπο κατάρτισης των συμβάσεων του προσωπικού που απασχολείται στους Γεωργικούς Συνεταιρισμούς, προκύπτουν τα εξής:
Το προσωπικό του προσλαμβάνεται από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις είναι α) τακτικό, το οποίο καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Οργάνωσης, καταλαμβάνει θέσεις που προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της και προσλαμβάνεται όπως ο ίδιος Κανονισμός ορίζει και β) έκτακτο, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχιακές και πρόσκαιρες ανάγκες. Συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι κανόνες του εμπορικού και του αστικού δικαίου.
Παρότι λοιπόν ρυθμίζεται σαφώς στο νόμο ο τρόπος πρόσληψης του έκτακτου προσωπικού, κατά νομοθετική εξουσιοδότηση τα θέματα σχετικά με την πρόσληψη του τακτικού προσωπικού, που προορίζεται για την κάλυψη μόνιμων και διαρκών αναγκών του Συνεταιρισμού, ρυθμίζονται από τον εκάστοτε Κανονισμό προσωπικού του.
Συνεπώς, στην περίπτωση μη ύπαρξης Κανονισμού προσωπικού, υπάρχει κενό νόμου, για το οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΑΚ και εν γένει της εργατικής νομοθεσίας.
Η νομολογία, στα πλαίσια της ερμηνείας των ανωτέρω διατάξεων έχει κατά καιρούς προσεγγίσει ποικιλοτρόπως τα σχετικά θέματα της παθογένειας της απασχόλησης σε Συνεταιρισμούς. Ειδικά τα τελευταία χρόνια, μετά την ένταξη των συνεταιρισμών στην ιδιωτική οικονομία, αλλά και την πλήρη εξομοίωση των υπαλλήλων τους με τους απασχολούμενους σε επιχειρήσεις ιδιωτικού δικαίου, δυνάμει των άρθρων 2,4 του ν. 4046/2012, και της ΠΥΣ 6/28.2.2012 με τις οποίες καταργήθηκαν οι όποιες παρεκκλίσεις από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας προβλέπονταν για το προσωπικό των Συνεταιρισμών, αλλά και την ενσωμάτωση της οδηγίας 1990/70/ΕΚ με το ΠΔ 81/2003 και ΠΔ 164/2004, που στοχεύει στην αποτροπή της κατάχρησης των συμβάσεων ορισμένου χρόνου και την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, σε αυτό το κλίμα κινούνται και οι αποφάσεις των Δικαστηρίων μας.
 Ενδεικτικά αναφέρω την πρόσφατη Απόφαση 919/2017 του ΑΠ (σχετ. 50Α) η οποία δέχτηκε ότι : ''…….Από την αντιπαραβολή των ως άνω διατάξεων που αφορούν την διάκριση του προσωπικού των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων σε τακτικό (δηλ. αυτό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτών κλπ.) και με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχικές ή πρόσκαιρες ανάγκες), προκύπτει ότι το τακτικό προσωπικό των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων συνδέεται με αυτές με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και, αντίστροφα, ότι οι προσλαμβανόμενοι από τέτοιες οργανώσεις για κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών τους, έστω με ανανεουμένη ή παρατεινόμενη σύμβαση εργασίας ορισμένη χρόνου, η οποία ως εκ τούτου είναι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ανήκουν στο τακτικό προσωπικό αυτών.....'' Με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 σκοπήθηκε η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όπου δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για τον σκοπό αυτόν, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής, η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη ως προς εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα με το ΠΔ 81/2003, που άρχισε να ισχύει από 2-4-2003 (ενώ για τους εργαζομένους με τέτοιες συμβάσεις στον δημόσιο τομέα με το ΠΔ 164/2004, με έναρξη ισχύος από 19-7-2004). Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή στην ελληνική έννομη τάξη, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8§3 του ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικά ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης, και από το οποίο (που αξιοποιήθηκε γενικότερα τια τον ορθό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης διάρκειας, με πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της ως άνω Οδηγίας, αν και αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση από τον εργοδότη των τυπικών όρων του ν.2112/1920 κατά την απόλυση) προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από την φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (άρθ. 1,2,3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. της 16/18-7- 1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία της σύμβασης και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 618/2017). Σημειώνεται ότι τούτο (δηλ. ότι στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθ.8 ν. 2112/1920) συμβαίνει και όταν πρόκειται για μία και μοναδική αρχική σύμβαση (πρβλ. ΑΠ 369/2013).
Ομοίου περιεχόμενου και  η 212/2017 Εφετείου Λαρίσης  η οποία έκρινε ότι ...''…η έννοια της παρ.2 του άρθρου 5 της ως άνω Π.Υ.Σ. είναι ότι καταργούνται, πέραν του ορίου ηλικίας, οι διαδικαστικοί και ουσιαστικοί περιορισμοί του δικαιώματος καταγγελίας, αδιακρίτως αν περιέχονται σε συμβάσεις που ήταν εξαρχής αορίστου χρόνου ή σε συμβάσεις που θεωρούνταν ορισμένου χρόνου λόγω ορίου ηλικίας, καθώς και ό,τι παρεκκλίνει από τους «γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας» και ό,τι προσομοιάζει στον Υπαλληλικό Κώδικα (αναφορικά με τα θέματα απόλυσης) (ΕφΛαρ 226/2016 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ )..
Η 619/2010 Εφ.Λαρίσης  που έκρινε ειδικά την περίπτωση της μη ύπαρξης Κανονισμού Προσωπικού ''…..Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών που ρύθμιζαν τη λειτουργία των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων προκύπτει ότι η αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, η στερούμενη εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας της, ψηφισθέντος και εκδοθέντος από την γενική της συνέλευση και προβλέποντος γενικώς περί του αριθμού των θέσεων των υπαλλήλων και του τρόπου προσλήψεώς τους, μπορεί να προσλάβει υπαλλήλους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τούτο διότι η ευχέρεια αυτή δεν αποκλείεται από τις άνω διατάξεις (ΑΠ 1159 / 2006 ΤΝΠ ΔΣΑ) Ο προβληθείς στην πρωτοβάθμια δίκη ισχυρισμός της εναγομένης, και θεμελιωτικός κατόπιν της απορρίψεώς του με την εκκαλούμενη απόφαση του πρώτου λόγου της υπό κρίση εφέσεως, περί του ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε με σύμβαση ορισμένου χρόνου για τη κάλυψη έκτακτων και εποχικών του ως άνω περιεχομένου εργασιακών αναγκών και συνεπώς λαμβανομένου υπόψη ότι αυτή η εναγομένη τυγχάνει συνεταιριστική οργάνωση, διεπόμενη κατά τη λειτουργία της από ιδιώνυμο νομοθετικό καθεστώς (ν.2169/93, 2810/2000 σε συνδυασμό με την υπ`αρ. 27346/1990 κοινή Απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας), που απαγορεύει την πρόσληψη έκτακτου υπαλληλικού προσωπικού, έστω και αν τούτο χρησιμοποιηθεί για την εκτέλεση μονίμων λειτουργικών αναγκών με σύμβαση αορίστου χρόνου, ώστε να μη δύναται να εφαρμοσθεί στην προκειμένη περίπτωση η ΑΚ 671 για την ανανέωση της ορισμένου χρόνου συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος σε αορίστου χρόνου, τυγχάνει μη νόμιμος και απορριπτέος. Και τούτο διότι, όπως αναφέρθηκε και στη μείζονα σκέψη η ανωτέρω απαγόρευση η οποία καθιστά άκυρη την επικληθείσα από την ενάγουσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (ΑΚ 174, 180), προϋπέθετε την ψήφιση από τη γενική συνέλευση της εναγομένης Συνεταιριστικής Οργάνωσης και τη θέση σε ισχύ εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας του, που να προβλέπει γενικώς περί του αριθμού των θέσεων των υπαλλήλων και τρόπου προσλήψεως τους. Όμως δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιου εσωτερικού κανονισμού στην εναγομένη γεγονός το οποίο συνομολόγησε η τελευταία σιωπηρά αφού δεν αμφισβήτησε ρητά. Συνεπώς η εναγομένη μπορούσε και νόμιμα προσέλαβε την ενάγουσα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου αφού η σχετική ευχέρεια δεν αποκλείεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις.'' (ΑΠ 1159/2006 Τ.Ν.Π ΔΣΑ)'' Αλλά και οι 1256/2013 ΑΠ, 1159/2006 ΑΠ.

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

ΑΚΑΤΑΣΧΕΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ



Με την ΠΟΛ 1222/09.10.2015 παρέχονται διευκρινίσεις για τη μείωση του ορίου του ακατάσχετου ποσού μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων των οφειλετών του Δημοσίου και καταθέσεων φυσικών προσώπων σε πιστωτικά ιδρύματα η οποία επήλθε με το αρθ.2 ν. 4336/2015 που τροποποίησε το άρθρο 31 του ΚΕΔΕ.

Συκεκριμένα:
α) μειώθηκε το όριο του ακατάσχετου ποσού μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων των οφειλετών του Δημοσίου από χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ σε χίλια (1.000) ευρώ, ενώ για ποσά άνω των χιλίων (1.000) ευρώ έως χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ επιτρέπεται η κατάσχεση επί του ½ αυτών και τέλος για ποσά άνω των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ επιτρέπεται η κατάσχεση επί του συνόλου του υπερβάλλοντος των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ ποσού και
β) μειώθηκε το ακατάσχετο ποσό στις καταθέσεις φυσικών προσώπων σε πιστωτικά ιδρύματα για έναν και μοναδικό ατομικό ή κοινό λογαριασμό και σε ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα από χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ σε χίλια διακόσια πενήντα (1.250) ευρώ μηνιαίως,
Σύμφωνα με την συγκεκριμένη
1) Με την περίπτωση 8α της υποπαραγράφου Δ.1 της παραγράφου Δ του Μέρους Β’ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 αντικαθίσταται η περίπτωση ε’ της πρώτης παραγράφου του άρθρου 31 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) και εξαιρούνται της κατάσχεσης εις χείρας τρίτων οι απαιτήσεις από μισθούς, συντάξεις καθώς και κάθε είδους ασφαλιστικά βοηθήματα που καταβάλλονται περιοδικά, εφόσον το ποσό αυτών μηνιαίως, αφαιρουμένων των υποχρεωτικών εισφορών, είναι μικρότερο από χίλια (1.000) ευρώ, στις περιπτώσεις δε που υπερβαίνει το ποσό αυτό επιτρέπεται η κατάσχεση για τα χρέη προς το Δημόσιο επί του ½ του υπερβάλλοντος ποσού των χιλίων (1.000) ευρώ και μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, ενώ για ποσά άνω των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ επιτρέπεται η κατάσχεση επί του συνόλου του υπερβάλλοντος ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Η διάταξη εφαρμόζεται τόσο στις κατασχέσεις που επιβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος της (δηλ. από 19-08-2015), ανεξάρτητα από το χρόνο γένεσης των απαιτήσεων του Δημοσίου καθώς και στις ήδη επιβληθείσες ενεργείς κατασχέσεις για τις απαιτήσεις (από μισθούς, συντάξεις και κάθε είδους ασφαλιστικά βοηθήματα) του οφειλέτη έναντι του τρίτου που γεννώνται από την έναρξη ισχύος της (δηλαδή κατασχέσεις για τις οποίες ο τρίτος έχει προβεί σε θετική δήλωση και υφίστανται αποδοτέα από αυτόν ποσά στο Δημόσιο με βάση τις προγενέστερες διατάξεις).
Διευκρινίζεται ότι στην έννοια των υποχρεωτικών εισφορών εμπίπτουν οι υποχρεωτικές ασφαλιστικές εισφορές και τυχόν υποχρεωτικές κρατήσεις που επιβάλλονται με νόμο, όπως είναι οι υποχρεωτικές κρατήσεις του άρθρου 38 του ν. 3986/2011, ενώ δεν εμπίπτουν ο παρακρατούμενος Φ.Μ.Υ., το παρακρατούμενο ποσό έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν. 3986/2011 καθώς και τυχόν παρακρατήσεις από δάνεια.
Σημειώνεται ότι στην περίπτωση που ο οφειλέτης του Δημοσίου λαμβάνει σύνταξη, μισθό ή ασφαλιστικό βοήθημα από δύο ή περισσότερους φορείς, για την επιβολή της κατάσχεσης κατά τα ρητώς αναφερόμενα στην ως άνω διάταξη νόμου λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό αυτών. Για τις κατασχέσεις που θα επιβληθούν μετά την έναρξη ισχύος της παραπάνω διάταξης, θα πρέπει στο κατασχετήριο να προσδιορίζεται το ακριβές ποσό που κατάσχεται (όχι ποσοστό), ώστε να εφαρμόζονται οι περιορισμοί που τίθενται στον νόμο, δηλαδή το συνολικό ποσό που απομένει στον οφειλέτη να μην είναι μικρότερο από τα ανωτέρω ρητά καθορισθέντα όρια.
2) Με την περίπτωση 8β της υποπαραγράφου Δ.1 της παραγράφου Δ του Μέρους Β’ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 31 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) και μειώνεται το ακατάσχετο των καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα σε ατομικό ή κοινό λογαριασμό από τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ σε χίλια διακόσια πενήντα (1.250) ευρώ μηνιαίως για κάθε φυσικό πρόσωπο και σε ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα.
Υπενθυμίζεται ότι για τα φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν γνωστοποιήσει τον μοναδικό τραπεζικό λογαριασμό τους στο πληροφοριακό σύστημα της Φορολογικής Διοίκησης, απαιτείται για την εφαρμογή της διάταξης αυτής η υποβολή ηλεκτρονικής δήλωσης, με την οποία θα γνωστοποιείται ο μοναδικός ακατάσχετος τραπεζικός λογαριασμός. Στην περίπτωση που υπάρχει λογαριασμός περιοδικής πίστωσης μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων θα πρέπει να γνωστοποιηθεί αποκλειστικά και μόνο ο λογαριασμός αυτός (άρθρο 31 παρ. 2 εδάφια δεύτερο και τρίτο του Κ.Ε.Δ.Ε., σχετ. και η ΠΟΛ.1109/14.4.2014).

Ακατάσχετος τραπεζικός λογαριασμός έναντι χρεών προς το δημόσιο

Από τον Αύγουστο του 2014 ενεργοποιήθηκε η ηλεκτρονική εφαρμογή του Taxisnet μέσω της οποίας οι φορολογούμενοι μπορούν να γνωστοποιήσουν στην Εφορία τον ένα και μοναδικό ακατάσχετο τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο οι καταθέσεις (για τα φυσικά πρόσωπα) μέχρι του ποσού των 1000 ευρώ πλέον και σύμφωνα με τις διακρίσεις του νόμου για το υπόλοιπο ποσό δεν θα μπορούν να δεσμευτούν από την εφορία  έναντι χρεών προς το δημόσιο.
Η πρόσβαση στην ηλεκτρονική εφαρμογή για τη δήλωση του λογαριασμού, γίνεται με τους προσωπικούς κωδικούς Taxis.
Με βάση τον νόμο όπως αυτός ισχύει, καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα σε έναν και μοναδικό ατομικό ή κοινό λογαριασμό είναι ακατάσχετες μέχρι του ποσού των 1.000 ευρώ ανά συνδικαιούχο (δηλαδή σε περίπτωση κοινού λογαριασμού, το όριο των 1000 ευρώ ισχύει για κάθε δικαιούχο του λογαριασμού ξεχωριστά).
Συνεπώς σε κοινό λογαριασμό 2 συνδικαιούχων δεν κατάσχονται ποσά ως 2.000 ευρώ, 3 συνδικαιούχων δεν κατάσχονται ποσά 3000 Ευρώ κ.τ.λ.
 Να διευκρινιστεί εδώ ότι στις καταθέσεις σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό ο καθένας από τους συνδικαιούχους μπορεί να χρησιμοποιεί το συνόλου του εκάστοτε υπολοίπου του λογαριασμού χωρίς τη σύμπραξη των υπολοίπων. Συνεπώς η Τράπεζα δικαιούται να δεσμεύσει ποσά από έναν τέτοιο λογαριασμό έναντι απαίτησης που τυχόν έχει κατά ενός εκ των συνδικαιούχων.
Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο λόγω του ότι ορισμένες Τράπεζες δεν επιτρέπουν να αποχωρήσει συνδικαιούχος από κοινό λογαριασμό (παρανόμως) .

Επίσης:
Δεν επιτρέπεται κατάσχεση μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων εφόσον το ποσό αυτών (αφαιρουμένων των εισφορών) είναι μικρότερο των 1250 ευρώ.
Στις περιπτώσεις που μισθός, σύνταξη κλπ υπερβαίνει τα 1250 επιτρέπεται η κατάσχεση επί του ενός τετάρτου του μισθού ή της σύνταξης.
Όλα τα ανωτέρω αφορούν τον ένα και μόνο τραπεζικό λογαριασμό που θα δηλωθεί ως ακατάσχετος και όχι όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς οι οποίοι κατάσχονται εξ ολοκλήρου.
Επίσης η προστασία ισχύει μόνο για την ημέρα της κατάθεσης και την επομένη αυτής. Βέβαια λόγω της ύπαρξης των capital controls και της αδυναμίας των καταθετών να πραγματοποιήσουν ανάληψη μεγαλύτερη των 420/εβδομάδα, θα πρέπει να γίνεται περαιτέρω συνεννόηση με την εκάστοτε Τράπεζα.
Τέλος σύμφωνα με την 41/2016 Γνωμοδότηση του ΝΣΚ, οι Τράπεζες (εν προκειμένω η ΕΤΕ) σε περίπτωση καταβολής αναδρομικών συντάξεως οφείλουν να αναγάγουν το σύνολο τους σε μηνιαία καταβολή και να εφαρμόσουν την προστατευτική ρήτρα σχετικά με το ακατάσχετο.
Βάσει όλων των ανωτέρω:
1. Καταρχήν φροντίζουμε όταν οφείλουμε στο Δημόσιο ή ιδιώτες κατά το δυνατόν να μην είμαστε συνδικαούχοι σε λογαριασμούς οι οποίοι παρουσιάζουν μεγάλο υπόλοιπο ή στους οποίου γίνεται κατάθεση μισθών ή συντάξεων κάποιου εκ των υπολοίπων συνδικαιούχων.
2. Ενεργοποιούμε το λογαριασμό μας ακατασχέτου μέσω του taxis προκειμένου να περιορίσουμε τις απώλειες. εάν έχουμε λογαριασμό μισθοδοσίας/συντάξεων πρέπει να είναι αυτός.
3. Σε περίπτωση που επιβληθεί κατάσχεση εις χείρας Τράπεζας, εάν ο κατασχεμένος λογαριασμός αποτελεί μισθοδοτικό/συνταξιοδοτικό άλλου συνδικαιούχου προσπαθούμε να αποχωρήσουμε. (φυσικά θα πρέπει ήδη να έχουμε άλλον λογαριασμό για τη διενέργεια των τραπεζικών συναλλαγών μας καθότι δεν είναι δυνατό λόγω capital controls να ανοίξουμε καινούριο).
4. Ελέγχουμε το ποσό το οποίο μας δεσμεύει η Τράπεζα σε δηλωμένο ακατάσχετο λογαριασμό) για να δούμε εάν τηρούνται τα όρια του ακατάσχετου. Εάν όχι διεκδικούμε τη διαφορά.
5. Φροντίζουμε να διαπιστώνουμε -ειδικά στην περίπτωση οφειλών στο Δημόσιο-ότι το δεσμευμένο ποσό από τις Τράπεζες αποδίδεται στον κατάσχοντα. (πράγμα το οποίο δε γίνεται αυτομάτως). Επίσης συνεννοούμαστε με την κατάσχουσα υπηρεσία ώστε το ποσό το οποίο αποδίδεται σε αυτήν να συμψηφίζεται με τις οφειλές μας.( Στα κατασχεμένα ποσά δίδεται άλλη ταυτότητα οφειλής Τ.Ο)
6. Τέλος, υπάρχει και η δυνατότητα σε περίπτωση που στον κατασχεμένο λογαριασμό δεν καταθέτονται μισθοί ή συντάξεις του οφειλέτη αλλά συνδικαιούχου, ο τελευταίος να δηλώσει άλλο λογαριασμό σύνταξης ή μισθοδοσίας (στον οποίο φυσικά ο οφειλέτης δεν είναι συνδικαιούχος).


πηγές: http://www.efpolis.gr, http://www.dschania.org3, http://www.elsyn.gr


Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

ΑΠΟΔΟΧΗ-ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ-ΑΠΟΔΟΧΗ ΜΕ ΤΟ ΕΥΕΡΓΕΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΓΡΑΦΗΣ ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ


Σύμφωνα με τα άρθρα 1901 επ του ΑΚ ο κληρονόμος ευθύνεται και με τη δική του περιουσία για τις υποχρεώσεις της κληρονομιάς.
Ο νόμος όμως του δίνει το δικαίωμα αφενός να προβεί σε αποποίηση της κληρονομιάς εντός 4μηνου από την γνώση της επαγωγής και του λόγου της, αφετέρου να προβεί σε αποδοχή με το ευεργέτημα της απογραφής εντός της ιδίας προθεσμίας. Οι δύο αυτές δηλώσεις γίνονται στο Ειρηνοδικείο του τόπου κατοικίας του κληρονομούμενου (ΚΠολΔ αρ. 30) δυνατό να γίνουν και με πληρεξούσιο.
Αποτέλεσμα της αποποίησης είναι η αποξένωση του κληρονόμου από την περιουσία του κληρονομούμενου και η επαγωγή της στον κληρονόμο του, ο οποίος επίσης πρέπει να αποποιηθεί εφόσον το κρίνει σκόπιμο. Σε περίπτωση ανηλίκων τέκνων η αποποίηση γίνεται μετά από άδεια του Δικαστηρίου η οποία ζητείται από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα. Εάν οι κηδεμόνες του τέκνου δε μεριμνήσουν προς τούτο, τότε σύμφωνα με το νόμο (1902 ΑΚ) η αποδοχή θεωρείται ότι έγινε με το ευεργέτημα της απογραφής η οποία θα πρέπει να ολοκληρωθεί εντός έτους από την ενηλικίωση του ανηλίκου.
Σε περίπτωση που ο κληρονόμος δεν προχωρήσει σε μία από τις δύο αυτές κινήσεις και αδρανήσει, αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά μετά την πάροδο του τασσομένου 4μηνου (1846 ΑΚ). Να επισημανθεί εδώ ότι η αυτοδίκαια επαγωγή της κληρονομιάς δεν απαλλάσσει τον κληρονόμο από την υποχρέωση σύνταξης δήλωσης φόρου κληρονομιάς εντός εξαμήνου από το θάνατο (η επαγωγή ανατρέχει στο χρόνο θανάτου) καθώς και από σύνταξη συμβολαιογραφικής αποδοχής των ακινήτων και μεταγραφής αυτής, τα οποία είναι απαραίτητα κατά το εμπράγματο δίκαιο για την απόκτηση της κυριότητας τους (1193, 1846 ΑΚ)
Τί γίνεται στην περίπτωση της αποδοχής με το ευεργέτημα της απογραφής;
Καταρχήν αυτή είναι η ενδεδειγμένη λύση στην περίπτωση κυρίως που ο κληρονόμος δεν έχει πλήρη εικόνα για την κατάσταση της κληρονομιάς, το ενεργητικό και το παθητικό της.
Όμως δεν ολοκληρώνεται με τη δήλωση στο Δικαστήριο της κληρονομιάς. Αντιθέτως έχει πολλές διατυπώσεις. Σχηματικά και για την περίπτωση ενήλικα με πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα :
1. Αποδοχή με το ευεργέτημα της απογραφής εντός 4 μηνου από γνώση επαγωγής και λόγου.
Αποτελέσματα: η κληρονομιά αποτελεί χωριστή περιουσία και δεν επέρχεται σύγχυση με την περιουσία του κληρονόμου ο οποίος ευθύνεται ως το ενεργητικό της κληρονομιάς ακι έχει υποχρέωση διαχείρισης της κληρονομιάς με επιμέλεια (1907 ΑΚ). Απαλλαγή από την ευθύνη αυτή χωρεί σε τυχαία καταστροφή ή απώλεια των στοιχείων της κληρονομιάς. Δύναται να ικανοποιήσει οποιονδήποτε δανειστή χωρίς να υπέχει ευθύνη ως προς τους υπόλοιπους. Δεν είναι δυνατό να προβεί σε χαριστικές δικαιοπραξίες που απομειώνουν το ενεργητικό της κληρονομιάς και βλάπτουν τους δανειστές. Οι δανειστές δύνανται να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεων τους και με κατάσχεση εις χείρας του κληρονόμου ως τρίτου (πχ στην περίπτωση μισθώσεων).
2. Υποχρέωση σύνταξης απογραφής εντός 4μηνου από δήλωση : Γίνεται με αίτηση από κληρονόμο ή δανειστή της κληρονομιάς (ή αυτεπαγγέλτως) Ενώπιον του Ειρηνοδίκη του τόπου που βρίσκονται τα πράγματα που θα απογραφούν προκειμένου να οριστεί συμβολαιογράφος που θα διενεργήσει την σύνταξη της απογραφής και εκτιμητές της κληρονομιαίας περιουσίας.
3 Δικαστική εκκαθάριση κληρονομιάς - Παραχώρηση κληρονομιαίας περιουσίας (1909, 1913 επ ΑΚ,814,817 ΚΠολΔ) : Σκοπός της είναι η πλήρης απαλλαγή του κληρονόμου από τα καθήκοντα του ως εξ απογραφής κληρονόμου. Γίνεται με αίτηση στο Δικαστήριο της κληρονομιάς κατά την Εκουσία δικαιοδοσία. Το Δικαστήριο διατάσσει τη Δικαστική εκκαθάριση της κληρονομιάς (αν δεν έχει γίνει ήδη με ξεχωριστή αίτηση) και την παραχώρηση της περιουσίας στους δανειστές.
Σχετικά υποδείγματα δικογράφων παραθέτονται στην ετικέτα ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ.


Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ


Συντάκτρια: Ελένη Κυραρίνη


Είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία που αναπτύσσει τα αποτελέσματα της από την περιέλευσή της στον εργαζόμενο.
Ανάκληση: δεν είναι δυνατή η ανάκληση της καταγγελίας μετά από την παράδοση της στον εργαζόμενο. Η συνέχιση της παροχή των υπηρεσιών του εργαζόμενου με κοινή συμφωνία εργαζόμενου –εργοδότη έστω και σιωπηρή θεωρείται νέα σύμβαση εργασίας. Το ίδιο ισχύει και στην καταγγελία με προειδοποίηση όταν η απασχόληση του μισθωτού συνεχίζεται και μετά το χρόνο προειδοποίησης. (ΑΠ 65/2013 ΔΕΝ 2014)

Αποζημίωση απόλυσης: οφείλεται στις περιπτώσεις που η εργασιακή σχέση διήρκεσε πέραν του χρόνου.

Φορολόγηση: υπόκειται σε αυτοτελή φορολόγηση 10%, 20% ή 30% για το ποσό που υπερβαίνει τις 60.000 , 100.000 & 150.000 Ευρώ αντίστοιχα. το ποσό αυτό παρακρατείται και αποδίδεται από τον εργοδότη. (ΑΠ 908/2013 ΔΕΝ 2014)

Δεν οφείλεται αποζημίωση απολύσεως: α) εφόσον η εργασιακή σχέση διήρκεσε λιγότερο από 12 μήνες β) σε περιπτώσεις καταγγελίας λόγω ανωτέρας βίας οριστικής και πλήρους για την οποία δεν είναι ασφαλισμένος ο εργοδότης. άρθ.1,2,6 ν.2112/20 (πχ απαγόρευση της δραστηριότητας του εργοδότη, σοβαρή ασθένεια εργοδότη, καταστροφή επιχείρησης, γ) σε περίπτωση απόλυσης μετά από μήνυση και δίωξη του εργαζόμενου τουλάχιστον για πλημμέλημα δ) σε περίπτωση εξαναγκασμού σε απόλυση με σκοπό την είσπραξη της αποζημίωσης. (ΑΠ 171/2013 ΔΕΝ 2014)

Υπολογισμός αποζημίωσης: βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μήνα πλήρους απασχόλησης. Για την εξεύρεση των τακτικών αποδοχών συνυπολογίζονται και οι υπερωρίες, bonus και οποιαδήποτε παροχή καταβαλλόταν σταθερά και με διάρκεια. Εύρεση του Μ.Ο Σε περίπτωση που δεν είναι σταθερές κατά μήνα. (ΑΠ 24/204, ΑΠ675/2014, ΑΠ 284/2013 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ

Χρόνος καταβολής της αποζημίωσης: εάν η αποζημίωση υπερβαίνει το δίμηνο, σύμφωνα με το ν. 3863/10 το τμήμα της αποζημίωσης 2 μηνών πρέπει να καταβληθεί κατά την απόλυση και το υπόλοιπο σε διμηνιαίες δόσεις. Στην περίπτωση καταγγελίας με προειδοποίηση τα ανωτέρω ισχύουν μετά το πέρας του χρόνου προειδοποίησης οπότε επέρχεται και η οριστική λύση της σύμβασης. Κύρωση σε περίπτωση μη καταβολής αποζημίωσης: ακυρότητα καταγγελίας. (ΕΦ.ΛΑΡ.5/2014 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ)

Ειδικές περιπτώσεις: α) θάνατος του εργαζόμενου: δεν οφείλεται υποχρέωση μειωμένης αποζημίωσης ν.3198/55 β) διάλυση νομικού προσώπου / θάνατος εργοδότη : δεν επιφέρει αυτομάτως τη λύση της σύμβασης. (ΑΠ 882/2007 ΔΕΝ 2014 εύλογη αποζημίωση) γ) καταγγελία από αναρμόδιο όργανο νομικού προσώπου είναι ανυπόστατη και δεν επιδέχεται εκ των υστέρων έγκριση. Εφ.Αθ 143/2014 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ δ) δυνατή η καταβολή αποζημίωσης και στην περίπτωση έκτακτης καταγγελίας σύμβασης ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο. ε) καταβολή αποζημίωσης και στην περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας (απλής εργασιακής σχέσης)

Αποσβεστική προθεσμία: Οι αξιώσεις από άκυρη σύμβαση εγείρονται εντός 3μηνου από τη λύση της σύμβασης ήτοι από την κοινοποίηση της καταγγελίας, το οποίο ισχύει και στην περίπτωση της προειδοποίησης. Οι αξίωση αποζημίωσης απόλυσης ασκείται εντός προθεσμίας 6μηνου από τότε που εκάστη δόση έγινε απαιτητή. (ΑΠ 702/2014 , Εφ.Θεσς/κης 1224/2014 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ )
ΣΧΕΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ:

ΑΠ 315/2014 (ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ) Βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας και απόλυση

ΑΠ 2238/13 (ΔΕΝ 2014 ) Καταγγελία από μισθωτό.

Εφ.Λαρ. 607/2014 (ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ) Δικαίωμα παραμονής εργαζόμενου με προϋποθέσεις πλήρους σύνταξης επί 1 τριετία.

Εφ.θεσ/κης 1519/204 (ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ) Αποζημίωση απόλυσης και σύμβαση ορισμένου χρόνου.

Πηγή: www.salkyr.gr