Αρχειοθήκη ιστολογίου

Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2020

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΜΙΣΘΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΜΙΣΘΩΜΑΤΩΝ


ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ _ΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΙΤΗΣΗ
για την έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων
της ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ του ΧΧΧΧΧΧ κάτοικου ΧΧΧΧΧΧΧ , με ΑΦΜ ΧΧΧΧΧΧΧΧ
ΚΑΤΑ
Του ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ του ΧΧΧΧΧΧ, κάτοικου ΧΧΧΧ με ΑΦΜ ΧΧΧΧΧΧ
__________________________
Δυνάμει του από ΧΧΧΧΧΧ ιδιωτικού συμφωνητικού που συνήφθη στην Αθήνα, (αρ. πρωτ. ΧΧΧΧΧ) αρ.δηλ ΧΧΧΧ ΑΑΔΕ ) η οποία έγινε αποδεχτή την ΧΧΧΧΧ ,εκμίσθωσα στον καθού το () διαμέρισμα ισογείου ορόφου επιφανείας τμ το οποίο βρίσκεται στο () και επί της οδού () πολυκατοικίας και αποτελείται από δύο δωμάτια, χωλ, κουζίνα, λουτρό και διάδρομο. Η διάρκεια της μισθώσεως συμφωνήθηκε () έτους αρχομένη την () και λήγουσα την (). Μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μισθώσεως, η μίσθωση συνεχίστηκε ως αορίστου χρόνου με τους ίδιους όρους και το ίδιο μηνιαίο μίσθωμα έως και σήμερα το οποίο είχε οριστεί στο ποσό των () Ευρώ καταβλητέο το πρώτο τριήμερο έκαστου μισθωτικού μήνα.
Παρά το γεγονός πως από την πρώτη μέρα ο καθού κάνει ανενόχλητη χρήση του μισθίου διαμερίσματος, κατά παράβαση των όρων της μεταξύ μας συμβάσεως, δε μου έχει καταβάλει λόγω δυστροπίας, α) τα μισθώματα περιόδου () ήτοι συνολικά μισθώματα () μηνών τα οποία ανέρχονται στο ποσό των Ευρώ . β) Επίσης, μου οφείλει για τη ΔΕΗ το συνολικό ποσό των () το οποίο αφορά στην περίοδο κατανάλωσης από () έως και () σύμφωνα με τον εκδοθέντα την λογαριασμό, γ) καθώς και κοινόχρηστα πολυκατοικίας περιόδου () έως και () συνολικού ποσού () Ευρώ.
Ήτοι συνολικά μου οφείλει ()+()+()=Ευρώ και όπως διαφαίνεται δεν έχει σκοπό να μου τα καταβάλει.
Με την από () εξώδικη δήλωση - όχληση που επιδόθηκε νόμιμα στον καθού , όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ αριθ. () έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών (), όχλησα τον καθου διαμαρτυρόμενη για την αντισυμβατική του συμπεριφορά και την καθυστέρηση καταβολής των μισθωμάτων και λοιπών υποχρεώσεων του, καλώντας τον να τακτοποιήσει άμεσα όλα τα οφειλόμενα ληξιπρόθεσμα μισθώματα και λογαριασμούς. Παρά την πάροδο πέραν των 15 ημερών αυτός δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα μου και στις συμβατικές του υποχρεώσεις,
Επειδή συνεπεία πάντων των ανωτέρω πρέπει να εκδοθεί διαταγή από το Δικαστήριό σας με την οποία να υποχρεώνεται ο καθού να μου αποδώσει την χρήση του ανωτέρω διαμερίσματος, στο οποίο εξακολουθεί να διαμένει μέχρι και σήμερα.
Επειδή η αίτησή μου αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, δηλαδή: 1. Το από () Αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβ/φου Αθηνών () νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία Υποθ/κειου Αθηνών τόμ () αριθ. () 2.1 Το από () ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης 2.2 Την με αριθ. () απόδειξη υποβολής δήλωσης μίσθωσης ΑΑΔΕ 3. Την με αριθμό () έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών () της από () εξώδικης οχλήσεως μου προς τον καθ'ού. 4. Τον με ημερομηνία έκδοσης () εκκαθαριστικό λογαριασμό ΔΕΗ ποσού () 5. Αντίγραφα εξοφλητικών αποδείξεων κοινοχρήστων περιόδου () τα πρωτόπα των οποίων ευρισκόμενα στα χέρια του διαχειριστή της πολυκατοικίας λόγω μη πληρωμής τους από τον καθού.
Επειδή η παρούσα αίτηση μου είναι νόμιμη βάσιμη και αληθινή.
Επειδή το δικαστήριο σας είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο.
Επειδή προσκομίζω το () Γραμμάτιο Προκαταβολής Εισφορών και Ενσήμων ΔΣΑ καθώς και το e-παράβολο με κωδ. () ύψους () Ευρώ,
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Και με την επιφύλαξη κάθε άλλου νομίμου δικαιώματος μου
ΖΗΤΩ
Να γίνει δεκτή η αίτησή μου.
β) Να υποχρεωθεί ο καθ’ ου, με διαταγή που θα εκδοθεί σε βάρος του, να μου αποδώσει τη χρήση του περιγραφόμενου στην αίτηση μισθίου ακινήτου μου, ήτοι του ()
β)Να υποχρεωθεί ο καθου για τις αναφερόμενες στο ιστορικό αιτίες να μου καταβάλλει με διαταγή που θα εκδοθεί σε βάρος του Ι. για οφειλόμενα μισθώματα το συνολικό ποσό των () ευρώ νομιμότοκα από την ημέρα που έγινε κάθε μίσθωμα απαιτητό (4η κάθε μισθωτικού μήνα), άλλως από την επίδοση της σχετικής οχλήσεως ΙΙ. για λογαριασμούς ΔΕΗ το συνολικό ποσό των () Ευρώ από την ημερομηνία που το ανωτέρω ποσό κατέστη απαιτητό ήτοι από την ημερομηνία εκάστης πληρωμής των λογαριασμών. ΙΙΙ. για οφειλές κοινοχρήστων το συνολικό ποσό των () Ευρώ από την ημερομηνία που το ανωτέρω ποσό κατέστη απαιτητό ήτοι από τον επόμενο μήνα εκδόσεως εκάστου οφειλόμενου λογαριασμού κοινοχρήστων .
Να καταδικαστεί ο καθου στη δικαστική μου δαπάνη.




Αθήνα
Η πληρεξούσια δικηγόρος

Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2020

ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΔΩΡΩΝ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΙΔΑΧ


ΕιρΑμαρουσίου 322/2019

Αντισυνταγματικότητα κατάργησης επιδομάτων εορτών και άδειας Υπαλλήλων Δημοσίου
(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)
Η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς τα ρητά κατοχυρωμένα κοινωνικά δικαιώματα, συνιστώντας ένα γενικό δικαίωμα για κοινωνική αλληλεγγύη κατ' αναλογία με την λειτουργία την οποία επιτελεί το άρθρο 5 παρ.1 ως προς τα ατομικά δικαιώματα. Η εν λόγω αρχή και τα κοινωνικά δικαιώματα συνιστούν δεσμευτικούς κανόνες για την κρατική εξουσία, ιδιαίτερα τη νομοθετική, προς την κατεύθυνση κατοχύρωσης της πληρέστερης δυνατής κοινωνικής προστασίας. Τα κοινωνικά δικαιώματα θεωρούνται μάλιστα ως «απαράγραπτα», ως δεσμεύοντα δηλαδή την άσκηση όλων των συντεταγμένων εξουσιών, τόσο του αναθεωρητικού, όσο και του κοινού νομοθέτη. Εξάλλου, τα κοινωνικά δικαιώματα είναι θεμελιώδη, εξίσου με τα ατομικά και τα πολιτικά και παράγουν κατά την επικρατούσα στην θεωρία άποψη ένα «σχετικό κοινωνικό κεκτημένο», η αξία και η προστατευτική λειτουργία του οποίου πρέπει να αναδεικνύονται ακόμη περισσότερο σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, όταν οι πολίτες βάλλονται περισσότερο. Περαιτέρω στο άρθρο 106 του Συντάγματος ορίζεται ότι «για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στην χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων, της εθνικής οικονομίας». Από την εν λόγω διάταξη απορρέει η συνταγματική επιταγή για {ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη με διασφάλιση των συνθηκών κοινωνικής ειρήνης, η οποία δεσμεύει όλα τα κρατικά όργανα και πρωτίστως τον νομοθέτη, περιορίζοντας το εύρος των επιτρεπτών επιλογών του. Η παραπάνω συνταγματική επιταγή θέτει δυο όρια στον νομοθέτη. Πρώτον δεν είναι επιτρεπτή η θέσπιση νομοθετικών μέτρων τα οποία, ανεξαρτήτως του επιδιωκόμενου μ' αυτά σκοπού δημοσίου συμφέροντος, συνεπάγονται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης, δηλαδή καταλήγουν σε αποτέλεσμα ευθέως αντίθετο προς το σκοπό της συνταγματικής διάταξης. Ως σοβαρή διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης πρέπει να νοηθεί εξίσου η δραματική επιδείνωση των συνθηκών κοινωνικής διαβίωσης (όπως αύξηση του αριθμού των ανέργων, των αστέγων, όσων διαβιούν κάτω από το όριο της φτώχιας), όσο και η διατάραξη της δημόσιας τάξης ασφάλειας (όπως βίαιες ενέργειες διαμαρτυρίας, αύξηση εγκληματικότητας κλπ) που απορρέει από την επιδείνωση των κοινωνικών συνθηκών. Δεύτερον δεν είναι επιτρεπτή η θέσπιση νομοθετικών μέτρων τα οποία συνεπάγονται δραματική συρρίκνωση της εθνικής οικονομίας και του διαθέσιμου εισοδήματος επιχειρήσεων και νοικοκυριών, προκειμένου να εξυπηρετηθεί μονομερώς ορισμένος έστω και δημοσίου συμφέροντος οικονομικός σκοπός. Ιδίως δεν είναι επιτρεπτή η θέσπιση μέτρων που επιδιώκουν τη διάσωση των δημοσίων οικονομικών επί θυσία της ιδιωτικής αυτονομίας. Αντιθέτως, όπως συνάγεται από τη συνταγματική διάταξη, το γενικό συμφέρον δεν ταυτίζεται με το αμιγώς δημοσιονομικό ούτε μόνο με το συμφέρον της δημόσιας οικονομίας αλλά απαιτεί να διασφαλίζεται η ισόρροπη ανάπτυξη τόσο της δημόσιας όσο και της ιδιωτικής οικονομίας. Περαιτέρω στο άρθρο 4 παρ. 5 του Σ. ορίζεται ότι: «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Στο άρθρο 25 παρ. 1 ορίζεται ότι: «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη αποτελεσματική άσκηση τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας» και στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου «Το κράτος δικαίου δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης».
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι ο νομοθέτης δύναται κατ' αρχήν να επιβάλλει στους πολίτες προς εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης επιβαρύνσεις για την αντιμετώπιση ορισμένης επείγουσας ανάγκης ή κατάστασης κρίσης, υπό την προϋπόθεση ωστόσο ότι έχουν περιορισμένη διάρκεια, ότι είναι πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος και όχι δυσανάλογες σε σχέση προς αυτόν, ότι είναι επαρκώς αιτιολογημένες και ότι κατανέμονται ισότιμα μεταξύ όλων των πολιτών των απασχολουμένων τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός. Επομένως δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, οι οποίοι, κατά κανόνα, είναι συνεπείς προς τις υποχρεώσεις τους, και να ευνοούνται άλλες κατηγορίες από την ασυνέπεια των οποίων - κυρίως στο πεδίο της εκπλήρωσης των φορολογικών τους υποχρεώσεων - προκαλείται σε μεγάλο ποσοστό η δυσμενής αυτή συγκυρία (ΟλΣτΕ1286/2012), ούτε, κατά μείζονα λόγο, η επισώρευση νέων επιβαρύνσεων σε βάρος των ίδιων κατηγοριών πολιτών (λ.χ. διαδοχικές μειώσεις αποδοχών και συντάξεων), εάν τα προηγούμενα αποδείχθηκαν απρόσφορα κι εφόσον με τα νέα μέτρα οι ίδιες κατηγορίες πολιτών υφίστανται υπέρμετρη απώλεια του προηγουμένως διαθέσιμου εισοδήματος τους. Τούτο μάλιστα ιδίως όταν οι εν λόγω μειώσεις επέρχονται αιφνιδιαστικά και κλονίζουν ριζικά την οικονομική κατάσταση των ατόμων ή ανατρέπουν καταστάσεις στις οποίες αυτά είχαν καλόπιστα αποβλέψει (βλ.σχετ. μελέτη Κώστα Χ.Χρυσογόνου- Ακρίτα Καϊδατζή, Οριοθέτηση εισαγωγικών σκέψεων για την αντισυνταγματικότητα του ν.4093/2012 για το Μεσοπρόθεσμο και τα μέτρα εφαρμογής του, ΝοΒ 2012 τ.60 σελ 1682 επ.).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α' 256), ορίζεται ότι «Παν φυσικόν\ ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Το εν λόγω Πρωτόκολλο κυρώθηκε μαζί με την Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ 53/1974 και έχει ως εκ τούτου υπερνομοθετική ισχύ κατ' άρθρο 28 παρ.1 εδ. α του Συντάγματος. Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνον για λόγους δημοσίας ωφελείας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο-από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, κατ· αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλομένου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλομένου κράτους. Εν όψει των ανωτέρω περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπομένων από τη νομοθεσία του συμβαλλομένου κράτους αποδοχών, εφ' όσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις...με συνέπεια να μην αποκλείεται, κατ' αρχήν, διαφοροποίηση του ύψους του μισθού ή συνταξιοδοτικής παροχής αναλόγως με τις επικρατούσες εκάστοτε συνθήκες. Εξ άλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ' αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών. Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλοντος τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο .... Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν…. Περαιτέρω στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Από τη διάταξη αυτή με την οποία καθιερώνεται η αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, απορρέει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης η τουλάχιστον ενός ελάχιστου εισοδήματος, το οποίο έχει ως φορέα τον καθένα, ενεργοποιείται ως κανόνας προστασίας για κάθε άτομο που πλησιάζει τα όρια της εξαθλίωσης και αποτελεί ακραίο όριο των νομοθετικών επιλογών. Το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης η ενός ελάχιστου εισοδήματος, ως ειδική έκφανση της υποχρέωσης σεβασμού της αξίας του ανθρώπου αναγνωρίζεται πρόσφατα και από τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων (Ολ ΣτΕ 668/2012 σκ.35) αλλά και του ΕΔΔΑ σε σχέση με τα περιουσιακά δικαιώματα που προστατεύει κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. …. Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος». Σύμφωνα με την παρ. 2 «Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία». Εξάλλου με το άρθρο 4 παρ. 1 του μέρους II του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη που κυρώθηκε με τον ν 1426/1984 και σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 Σ υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, αναγνωρίζεται «το δικαίωμα των εργαζομένων για αμοιβή αρκετή να εξασφαλίζει σε αυτούς και τις οικογένειες τους ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης». Εν όψει των ανωτέρω, η επιβολή μέτρων προς αντιμετώπιση δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας δεν δικαιολογεί εν λευκώ και εκ προοιμίου οποιοδήποτε μέτρο με οποιοδήποτε κόστος. Η επιλογή των συγκεκριμένων μέτρων δεν ανήκει στην ανέλεγκτη διαπλαστική εξουσία του νομοθέτη ο οποίος ελέγχεται ως προς την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη με διασφάλιση κοινωνικής ειρήνης και δεσμεύεται, από τα όρια που θέτουν οι ως άνω απορρέουσες από τις συνταγματικές και τις υπερκείμενες νομοθετικά διεθνείς συμβάσεις διατάξεις αρχές την υπέρβαση των οποίων με κριτήρια την ένταση, την διάρκεια και τη σώρευση των μέτρων, τη δίκαιη κατανομή τους μεταξύ των πολιτών καθώς και την αιτιολόγηση και τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και της αποτελεσματικότητας τους, ελέγχουν τα δικαστήρια κατ' άρθρο 93 παρ.4 Σ. …
πηγη: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ



Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2020

ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΙΣΕΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ


ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΕΙΣΠΡΑΧΘΕΙΣΕΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ / ΕΝΝΟΙΑ ΔΟΛΟΥ, ΕΙΔΙΚΗ ΑΙΤΟΛΟΓΗΣΗ/ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΠΙΕΙΚΕΙΑΣ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΥΠ.ΑΡΙΘ.18633/ΚΥ/2019 ΑΠΟΦΑΣΗΣ (ΕΦΚΑ) ΟΓΑ

...γ. Επειδή, όπως παγίως δέχεται η νομολογία, η αναζήτηση των συντάξεων που κατεβλήθησαν αχρεωστήτως δεν επιβάλλεται άνευ ετέρου, διότι, η εκ μέρους ασφαλιστικού οργανισμού, αναζήτηση από το λήπτη περιοδικών ασφαλιστικών παροχών μετά την πάροδο εύλογου χρόνου από την είσπραξή τους, ακόμη και όταν οι παροχές αυτές έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως, πλην, όμως, ο ασφαλισμένος τις έχει εισπράξει καλοπίστως, προσκρούει στη γενική αρχή της χρηστής διοικήσεως, η οποία έχει εφαρμογή και στο δίκαιο της κοινωνικής ασφαλίσεως. Παρά ταύτα, η αναζήτηση των ποσών των αχρεωστήτως καταβληθεισών συντάξεων, είναι, κατ' αρχήν, επιτρεπτή, ακόμη και σε περίπτωση καλόπιστου λήπτη, εάν το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της εισπράξεως και της αναζητήσεως είναι μικρό, εκτός εάν αυτός που έχει εισπράξει, παρανόμως, πλην καλοπίστως, τις χρηματικές ασφαλιστικές παροχές, επικαλεστεί και αποδείξει ότι η επιστροφή τους θα επιφέρει εις βάρος του απρόβλεπτες και δυσμενείς για τη διαβίωσή του συνέπειες (πρβλ. ΣτΕ 1316/2014, ΣτΕ 928/2009, ΣτΕ 153/2008, ΣτΕ 387/1993). Επίσης, η αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθεισών συντάξεων είναι επιτρεπτή σε περίπτωση, κατά την οποία ο εισπράξας τα ποσά ασφαλιστικών παροχών τελούσε σε δόλο έναντι της Διοικήσεως, η συνδρομή, όμως, στοιχείου του δόλου, που αποτελεί τη νόμιμη βάση της αναζητήσεως, πρέπει να βεβαιώνεται στη σχετική διοικητική πράξη με ειδική αιτιολογία (ΣτΕ 590/2010, ΣτΕ 2291/2009, ΣτΕ 3322/2008, ΣτΕ 1835/2007, ΣτΕ2010/2006, ΣτΕ 1619/2006 7Μ., ΣτΕ 827/2005, ΣτΕ 1876/2002 κ.α.). Ως δόλια ενέργεια νοείται και η εκ μέρους του λήπτη αποσιώπηση ουσιώδους πραγματικού γεγονότος (ΣτΕ 3587/2011). Ο εις βάρος του καλόπιστου λήπτη καταλογισμός των αχρεωστήτως καταβληθέντων παροχών είναι δυνατόν να αποκλεισθεί εάν υπό τις περιστάσεις της εκάστοτε υποθέσεως παραβιάζονται οι αρχές της επιεικείας ή της χρηστής Διοικήσεως και της προστατευομένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, με τη δημιουργία δυσμενών οικονομικών συνεπειών για τον τελευταίο (πρβλ όλως ενδεικτικώς ΣτΕ 4348/1988) καθώς και όταν συντρέχει συγγνωστή πλάνη του καταλογιζομένου (πρβλ ΟλΕΣ 1756/2015, ΕΣ 2291/2014, ΕΣ 7/2010).
δ. Τέλος, ναι μεν στο άρθρο μόνο του α.ν. 261/1968 ορίζεται ότι η ανάκληση διοικητικής πράξεως σε χρόνο μικρότερο της πενταετίας από την έκδοση της θεωρείται ότι γίνεται εντός εύλογου χρόνου, πλην, όμως, το άρθρο αυτό δεν ορίζει ότι μετά την πάροδο της πενταετίας ανάκληση γίνεται πέραν του εύλογου χρόνου και ότι, επομένως, η ανάκληση αυτή απαγορεύεται (βλ.ad hoc ΔΠρωτΑθ 4871/2015). Το ζήτημα δεν της υπερβάσεως ή μη του ευλόγου χρόνου για την ανάκληση της διοικητικής πράξεως κρίνεται in concreto, δηλαδή με βάση τα δεδομένα της εκάστοτε περιπτώσεως (ΣτΕ 1334/2009, ΣτΕ 1305/2009, ΣτΕ 227/2006 και ΔΠρωτΑθ 4871/20015).

4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι ο αντιλέγων ΜΨ υπέβαλε την υπ' αριθ. πρωτ.: 776/15.10.2007 αίτηση-δήλωσή του προς τον Ο.Γ.Α., με αίτημα την χορήγηση συντάξεως. Στη σχετική ερώτηση που περιλαμβανόταν στο έντυπο της ως άνω αιτήσεως εάν απουσίασε από τον τόπο των επαγγελματικών του ασχολιών και σε καταφατική περίπτωση ποιο χρονικό διάστημα απουσίασε και για ποιο λόγο, ο αντιλέγων δήλωσε ότι δεν απουσίασε ποτέ από τον τόπο των επαγγελματικών ασχολιών. Επίσης, δήλωσε σε αυτή ότι ήταν ασφαλισμένος στο Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (Ν.Α.Τ.). Σε συνέχεια της εν λόγω αιτήσεως-δηλώσεως εξεδόθη η υπ' αριθμόν () απόφαση του Ο.Γ.Α., δια της οποίας του χορηγήθηκε σύνταξη, λόγω γήρατος (κύρια σύνταξη με συνυπολογισμό του χρόνου ασφαλίσεώς του στο Ν.Α.Τ. και βασική), από 1.7.2008. Ακολούθως, από το από 16.12.2016 υπηρεσιακό σημείωμα του Κλάδου Διεθνών Σχέσεων-Τμήμα εκτός Ευρωπαϊκής Ενώσεως προέκυψε ότι ο αντιλέγων διέμενε στην Αυστραλία κατά τα χρονικά διαστήματα από 10.6.1971 έως 22.3.1997, από 11.2.1982 έως 18.4.1986 και από 19.9.1993 έως 16.6.1996. Με την υπ' αριθμόν () απόφαση της Προϊσταμένης του Τμήματος Α7 Διαδοχικής Ασφαλίσεως του Κλάδου Α' Συντάξεως του Ο.Γ.Α (νυν Ε.Φ.Κ.Α.) ανακλήθηκε η ως άνω υπ' αριθμόν () απόφαση συνταξιοδοτήσεως ως προς το ποσό που αφορά τη βασική σύνταξη, λόγω γήρατος, από της ενάρξεως (1.7.2008), ελλείψει των νομίμων προϋποθέσεων. Από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει εάν ασκήθηκε από τον αντιλέγοντα ένσταση κατ΄αυτής, εντός της προβλεπόμενης υπό του νόμου προθεσμίας.
Στη συνέχει, εξεδόθη η υπ' αριθμόν () απόφαση του Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Ε' Διευθύνσεως Μητρώου Συνταξιούχων και Πληρωμής Συντάξεων του Ε.Φ.Κ.Α., διά της οποίας αποφασίσθηκε η επιστροφή από τον αντιλέγοντα του ποσού των 29.179,91 ευρώ, που εισέπραξε για την ανωτέρω αιτία, κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2008 έως 31.5.2017 και η αναστολή καταβολής της συντάξεως έως ότου η οφειλή καταστεί χαμηλότερη του ποσού που αντιστοιχεί σε δώδεκα (12) μηνιαίες συντάξεις, οπότε θα κρατεί το ήμισυ της μηνιαίας συντάξεως έως την εξόφληση του εν λόγω ποσού. Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο αντιλέγων άσκησε την από κρίση, αίτησή του, στην οποία ισχυρίζεται ότι όταν υπέβαλε την αίτηση προς τον πρώην Ο.Γ.Α. για τη συνταξιοδότησή του και εκδόθηκε η σχετική απόφαση συνταξιοδοτήσεως δεν ήταν σε ισχύ η διμερής συμφωνία Ελλάδας-Αυστραλίας, η οποία κυρώθηκε με το ν. 3677/2008 και ίσχυσε από 1.10.2008. Επίσης, ισχυρίζεται ότι καλόπιστα και άνευ δόλου ελάμβανε σύνταξη γήρατος από τον Ο.Γ.Α., ενώ, εξάλλου, ο διοικητικός καταλογισμός και η αναζήτηση των συντάξεων που ελάμβανε καλόπιστα από τον Ο.Γ.Α., αντιβαίνει στις γενικές αρχές ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων και θέτει σε διακινδύνευση τη διαβίωσή του.
...Επειδή ενόψει όλων των προπαρατεθέντων δημιουργείται αμφιβολία ως προς τον δόλο του αντιλέγοντος κατά την είσπραξη της συντάξεώς του, το παρόν όργανο, λαμβάνοντας υπόψη το προχωρημένο της ηλικίας του, τα προβλήματα υγείας του κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, επιδεινώνονται με το πέρας της ηλικίας και την οικονομική του κατάσταση, κρίνει ότι η, εκ μέρους του αντιλέγοντος επιστροφή του συνόλου του καταλογισθέντος χρηματικού ποσού των 29.179,91 ευρώ θα του επιφέρει απρόβλεπτες και δυσμενείς για τη διαβίωσή του συνέπειες και, ως εκ τούτου, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο καταλογισμός θα πρέπει να περιοριστεί, βάσει της αρχής της επιείκειας στο ποσό των 3000 ευρώ.

Πρέπει συνεπώς να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά μερική αποδοχή της υπό κρίση αιτήσεως αντιρρήσεως, κατά το επιπλέον ποσό των 26.179,91 ευρώ.

(Δικηγόρος αντιλέγοντος: Ελένη Κυραρίνη)