Αρχειοθήκη ιστολογίου

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ & ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΝΑΚΛΗΣΗΣ ΤΗΣ


Από τις διατάξεις του άρθρ. 1 του Ν. 2112/20 «Περί υποχρεωτικής καταγγελίας συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων» (67 Α΄), του άρθρου 1 και 5 του Ν. 3198/55 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων» (98 Α΄) και του άρθρου 669 παρ 2 ΑΚ . προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και πραγματοποιείται ελεύθερα εκτός αν περιορισθεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου. Γνωστοποιείται προς αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται, δε χρήζει αποδοχής εκ μέρους του, παράγει δε τα έννομα αποτελέσματά της δηλαδή τη λύση της σύμβασης εργασίας, από τότε που η σχετική σαφής περί καταγγελίας δήλωση περιέλθει κατά νόμιμο τρόπο σε αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται, ανεξαρτήτως γνώσεως αυτού, αρκεί μόνον να ήταν δυνατό υπό κανονικές συνθήκες αυτός να λάβει γνώση της καταγγελίας, τηρουμένων των τυπικών – από τις ως άνω διατάξεις προβλεπόμενων – προϋποθέσεων (Α.Π. 162/1983).
Από τα ανωτέρω, συνάγεται ότι ανάκληση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας που γίνεται μετά την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, δεν έχει καμία νομική ενέργεια, γιατί με μονομερή δήλωση του καταγγέλλοντος δεν μπορεί να ανασυσταθεί η λυθείσα σύμβαση εργασίας. Για την ανασύσταση της σύμβασης απαιτείται σύμβαση. Συνεπώς εάν περιέλθει μετά τη γνωστοποίηση της καταγγελίας, δεν ανατρέπει τα αποτελέσματά της, και μόνο νέα σύμβαση εργασίας μπορεί να επιτρέψει τη συνέχιση της παροχής της εργασίας, εφόσον βέβαια συγκατατίθεται σε αυτό ο αντισυμβαλλόμενος (Μον Πρωτ. Αθηνών 375/94, ΔΕΝ 1994, σελ. 648 – Α.Π. 162/83, ΔΕΝ 1983, σελ. 648 – Α.Π. 1238/85, ΔΕΝ 1986, σελ. 806 – Α.Π. 2064/86, ΔΕΝ 1987, σελ. 940).

Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

ΕΠΙΔΟΤΗΣΗ ΑΝΕΡΓΙΑΣ ΑΠΟΛΥΘΕΙΣΑΣ ΕΓΚΥΟΥ


 ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ - ΣΥΝΟΨΗ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ

Έγκυος που απολύθηκε από τον εργοδότη της, προσέφυγε στον ΟΑΕ∆ προκειµένου να λάβει επίδοµα ανεργίας. Ο ΟΑΕ∆ απέρριψε το αίτηµά της µε την αιτιολογία ότι η απόλυση της είναι άκυρη (λόγω του γεγονότος της εγκυµοσύνης της). Η αναφεροµένη προσέφυγε κατά της απορριπτικής απόφασης, ωστόσο η αίτηση θεραπείας της απορρίφθηκε. Παράλληλα, έκανε αναφορά προς το Συνήγορο του Πολίτη. Προσέφυγε δε µε νέα αίτηση θεραπείας της και ενώπιον του ∆Σ του ΟΑΕ∆ για την µεταρρύθµιση της παραπάνω απόφασης. 
Σύµφωνα µε τη νοµοθεσία απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σύµβασης ή σχέσης εργασίας εργαζόµενης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυµοσύνης της όσο και για το χρονικό διάστηµα δεκαοκτώ (18) µηνών µετά τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία (άρθρο 15 του ν. 1483/1984). Σύµφωνα δε µε την µε αριθµ. 40307/30-7-1986 εγκύκλιο του ΟΑΕ∆ ρητά έχει ορισθεί ότι δικαιούνται επιδόµατος ανεργίας οι απολυόµενες κατά παράβαση των διατάξεων της προστασίας της µητρότητας. 
Ο Συνήγορος του Πολίτη, µε έγγραφό του προς το ∆Σ του ΟΑΕ∆ (δεδοµένου ότι είχε λάβει και άλλες αναφορές παροµοίου περιεχοµένου) τόνισε ότι ο εργοδότης δεν µπορεί να απολύσει εργαζόµενη κατά τη διάρκεια της εγκυµοσύνης της και για 18 µήνες µετά τον τοκετό, εκτός βέβαια από την περίπτωση που επικαλεστεί σπουδαίο λόγο. Κατά συνέπεια, η απόλυση εντός 18µήνου δεν είναι αυτοδίκαια άκυρη, επειδή µπορεί να συντρέχει σπουδαίος λόγος για την απόλυση. Η έννοια του σπουδαίου λόγου συνιστά έννοια νοµική, που ελέγχεται από τα δικαστήρια αποκλειστικά και µόνο. Τυχόν δε υποκατάσταση της θέσης των δικαστηρίων ως προς το ζήτηµα αυτό από τον ΟΑΕ∆ θα συνιστούσε απαγορευµένη κρίση, καθ΄ υπέρβαση της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών όπως αυτή υπαγορεύεται από τη διάταξη του άρθρου 26 του Συντάγµατος αλλά και ενέργεια που ασκείται καθ’ υπέρβαση των διατάξεων των άρθρων 281, 174, 180 Α.Κ, κατά κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας που δίδεται στη διοίκηση, κατά παράβαση της αρχής της καλόπιστης εµπιστοσύνης του διοικουµένου και γενικώς καθ’ υπέρβαση εξουσίας. Εκτός από τα παραπάνω, η κρίση για την ακυρότητα ή µη µιας απόλυσης που τελέσθηκε ενώ η εργαζόµενη προστατεύεται λόγω εγκυµοσύνης ή µητρότητας, προϋποθέτει δυνατότητα της εργαζοµένης να προσφύγει στα δικαστήρια, που της αποστερείται µε την στέρηση του επιδόµατος ανεργίας. Σε κάθε περίπτωση, υπενθύµισε την µε αριθµ. 40307/30-7-1986 εγκύκλιο του ΟΑΕ∆, µε την οποία ρητά έχει ορισθεί ότι δικαιούνται επιδόµατος ανεργίας οι απολυόµενες κατά παράβαση των διατάξεων της προστασίας της µητρότητας. 
Μετά από περίπου ένα έτος το ∆Σ του ΟΑΕ∆ εξέδωσε την υπ’ αριθµ.... απόφασή του µε την οποία έκανε δεκτές τις θέσεις του ΣτΠ, δικαίωσε την εργαζοµένη και αποφάσισε τη συνέχιση της εφαρµογής της µε αριθµ. 40307/30-7-1986 εγκυκλίου του ΟΑΕ∆ στις περιπτώσεις καταγγελιών συµβάσεων εργασίας τεκουσών πριν από την πάροδο του 18µήνου. 

ΠΗΓΗ: https://www.synigoros.gr/

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ

ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ 
Από το σύνολο της νομοθεσίας που διέπει τη λειτουργία των συνεταιρισμών, τη φύση της απασχόλησης και τον τύπο κατάρτισης των συμβάσεων του προσωπικού που απασχολείται στους Γεωργικούς Συνεταιρισμούς, προκύπτουν τα εξής:
Το προσωπικό του προσλαμβάνεται από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις είναι α) τακτικό, το οποίο καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Οργάνωσης, καταλαμβάνει θέσεις που προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της και προσλαμβάνεται όπως ο ίδιος Κανονισμός ορίζει και β) έκτακτο, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχιακές και πρόσκαιρες ανάγκες. Συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι κανόνες του εμπορικού και του αστικού δικαίου.
Παρότι λοιπόν ρυθμίζεται σαφώς στο νόμο ο τρόπος πρόσληψης του έκτακτου προσωπικού, κατά νομοθετική εξουσιοδότηση τα θέματα σχετικά με την πρόσληψη του τακτικού προσωπικού, που προορίζεται για την κάλυψη μόνιμων και διαρκών αναγκών του Συνεταιρισμού, ρυθμίζονται από τον εκάστοτε Κανονισμό προσωπικού του.
Συνεπώς, στην περίπτωση μη ύπαρξης Κανονισμού προσωπικού, υπάρχει κενό νόμου, για το οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΑΚ και εν γένει της εργατικής νομοθεσίας.
Η νομολογία, στα πλαίσια της ερμηνείας των ανωτέρω διατάξεων έχει κατά καιρούς προσεγγίσει ποικιλοτρόπως τα σχετικά θέματα της παθογένειας της απασχόλησης σε Συνεταιρισμούς. Ειδικά τα τελευταία χρόνια, μετά την ένταξη των συνεταιρισμών στην ιδιωτική οικονομία, αλλά και την πλήρη εξομοίωση των υπαλλήλων τους με τους απασχολούμενους σε επιχειρήσεις ιδιωτικού δικαίου, δυνάμει των άρθρων 2,4 του ν. 4046/2012, και της ΠΥΣ 6/28.2.2012 με τις οποίες καταργήθηκαν οι όποιες παρεκκλίσεις από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας προβλέπονταν για το προσωπικό των Συνεταιρισμών, αλλά και την ενσωμάτωση της οδηγίας 1990/70/ΕΚ με το ΠΔ 81/2003 και ΠΔ 164/2004, που στοχεύει στην αποτροπή της κατάχρησης των συμβάσεων ορισμένου χρόνου και την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, σε αυτό το κλίμα κινούνται και οι αποφάσεις των Δικαστηρίων μας.
 Ενδεικτικά αναφέρω την πρόσφατη Απόφαση 919/2017 του ΑΠ (σχετ. 50Α) η οποία δέχτηκε ότι : ''…….Από την αντιπαραβολή των ως άνω διατάξεων που αφορούν την διάκριση του προσωπικού των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων σε τακτικό (δηλ. αυτό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτών κλπ.) και με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχικές ή πρόσκαιρες ανάγκες), προκύπτει ότι το τακτικό προσωπικό των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων συνδέεται με αυτές με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και, αντίστροφα, ότι οι προσλαμβανόμενοι από τέτοιες οργανώσεις για κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών τους, έστω με ανανεουμένη ή παρατεινόμενη σύμβαση εργασίας ορισμένη χρόνου, η οποία ως εκ τούτου είναι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ανήκουν στο τακτικό προσωπικό αυτών.....'' Με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 σκοπήθηκε η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όπου δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για τον σκοπό αυτόν, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής, η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη ως προς εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα με το ΠΔ 81/2003, που άρχισε να ισχύει από 2-4-2003 (ενώ για τους εργαζομένους με τέτοιες συμβάσεις στον δημόσιο τομέα με το ΠΔ 164/2004, με έναρξη ισχύος από 19-7-2004). Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή στην ελληνική έννομη τάξη, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8§3 του ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικά ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης, και από το οποίο (που αξιοποιήθηκε γενικότερα τια τον ορθό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης διάρκειας, με πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της ως άνω Οδηγίας, αν και αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση από τον εργοδότη των τυπικών όρων του ν.2112/1920 κατά την απόλυση) προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από την φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (άρθ. 1,2,3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. της 16/18-7- 1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία της σύμβασης και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 618/2017). Σημειώνεται ότι τούτο (δηλ. ότι στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθ.8 ν. 2112/1920) συμβαίνει και όταν πρόκειται για μία και μοναδική αρχική σύμβαση (πρβλ. ΑΠ 369/2013).
Ομοίου περιεχόμενου και  η 212/2017 Εφετείου Λαρίσης  η οποία έκρινε ότι ...''…η έννοια της παρ.2 του άρθρου 5 της ως άνω Π.Υ.Σ. είναι ότι καταργούνται, πέραν του ορίου ηλικίας, οι διαδικαστικοί και ουσιαστικοί περιορισμοί του δικαιώματος καταγγελίας, αδιακρίτως αν περιέχονται σε συμβάσεις που ήταν εξαρχής αορίστου χρόνου ή σε συμβάσεις που θεωρούνταν ορισμένου χρόνου λόγω ορίου ηλικίας, καθώς και ό,τι παρεκκλίνει από τους «γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας» και ό,τι προσομοιάζει στον Υπαλληλικό Κώδικα (αναφορικά με τα θέματα απόλυσης) (ΕφΛαρ 226/2016 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ )..
Η 619/2010 Εφ.Λαρίσης  που έκρινε ειδικά την περίπτωση της μη ύπαρξης Κανονισμού Προσωπικού ''…..Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών που ρύθμιζαν τη λειτουργία των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων προκύπτει ότι η αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, η στερούμενη εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας της, ψηφισθέντος και εκδοθέντος από την γενική της συνέλευση και προβλέποντος γενικώς περί του αριθμού των θέσεων των υπαλλήλων και του τρόπου προσλήψεώς τους, μπορεί να προσλάβει υπαλλήλους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τούτο διότι η ευχέρεια αυτή δεν αποκλείεται από τις άνω διατάξεις (ΑΠ 1159 / 2006 ΤΝΠ ΔΣΑ) Ο προβληθείς στην πρωτοβάθμια δίκη ισχυρισμός της εναγομένης, και θεμελιωτικός κατόπιν της απορρίψεώς του με την εκκαλούμενη απόφαση του πρώτου λόγου της υπό κρίση εφέσεως, περί του ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε με σύμβαση ορισμένου χρόνου για τη κάλυψη έκτακτων και εποχικών του ως άνω περιεχομένου εργασιακών αναγκών και συνεπώς λαμβανομένου υπόψη ότι αυτή η εναγομένη τυγχάνει συνεταιριστική οργάνωση, διεπόμενη κατά τη λειτουργία της από ιδιώνυμο νομοθετικό καθεστώς (ν.2169/93, 2810/2000 σε συνδυασμό με την υπ`αρ. 27346/1990 κοινή Απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας), που απαγορεύει την πρόσληψη έκτακτου υπαλληλικού προσωπικού, έστω και αν τούτο χρησιμοποιηθεί για την εκτέλεση μονίμων λειτουργικών αναγκών με σύμβαση αορίστου χρόνου, ώστε να μη δύναται να εφαρμοσθεί στην προκειμένη περίπτωση η ΑΚ 671 για την ανανέωση της ορισμένου χρόνου συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος σε αορίστου χρόνου, τυγχάνει μη νόμιμος και απορριπτέος. Και τούτο διότι, όπως αναφέρθηκε και στη μείζονα σκέψη η ανωτέρω απαγόρευση η οποία καθιστά άκυρη την επικληθείσα από την ενάγουσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (ΑΚ 174, 180), προϋπέθετε την ψήφιση από τη γενική συνέλευση της εναγομένης Συνεταιριστικής Οργάνωσης και τη θέση σε ισχύ εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας του, που να προβλέπει γενικώς περί του αριθμού των θέσεων των υπαλλήλων και τρόπου προσλήψεως τους. Όμως δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιου εσωτερικού κανονισμού στην εναγομένη γεγονός το οποίο συνομολόγησε η τελευταία σιωπηρά αφού δεν αμφισβήτησε ρητά. Συνεπώς η εναγομένη μπορούσε και νόμιμα προσέλαβε την ενάγουσα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου αφού η σχετική ευχέρεια δεν αποκλείεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις.'' (ΑΠ 1159/2006 Τ.Ν.Π ΔΣΑ)'' Αλλά και οι 1256/2013 ΑΠ, 1159/2006 ΑΠ.

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

ΣΥΝΤΑΞΗ ΧΗΡΕΙΑΣ-ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΣΥΝΤΑΞΗ

ΝΟΜΟΣ 4499 ΦΕΚ Α 176/21.11.2017

Άρθρο 1
Τροποποίηση του άρθρου 12 του ν. 4387/2016 (Α' 85) ως προς τις συνάξεις χηρείας
   1. Στο τέλος της υποπερίπτωσης α' της περίπτωσης Β' της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 4387/2016 (Α' 85) μετά τη λέξη «ή» προστίθεται εδάφιο, από τότε που ίσχυσε, ως εξής: «εφόσον ο θάνατος επήλθε κατά τη διάρκεια του έτους προετοιμασίας για την εισαγωγή σε ανώτερη ή ανώτατη σχολή, ή».
   2. Στο τέλος της περίπτωσης Β' της παρ. 4 του άρθρου 12 του ν. 4387/2016 προστίθενται εδάφια, από τότε που ίσχυσε, ως εξής:
   «α) Το συνολικό ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου του επιζώντος ή/και του διαζευγμένου συζύγου, δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού της εθνικής σύνταξης του άρθρου 7 του παρόντος νόμου που αντιστοιχεί σε είκοσι (20) έτη ασφάλισης. Εάν ο χρόνος ασφάλισης του θανόντος είναι μικρότερος των είκοσι (20) ετών, το ως άνω ποσό βαίνει μειούμενο κατά 1,25% για κάθε έτος ασφάλισης που υπολείπεται των είκοσι (20) ετών και μέχρι τη συμπλήρωση δεκαπέντε (15) ετών ασφάλισης. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο των δεκαπέντε (15) ετών, το ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου του επιζώντος ή/και του διαζευγμένου συζύγου δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού των τριακοσίων εξήντα (360) ευρώ. Τα ποσά των προηγούμενων εδαφίων επιμερίζονται μεταξύ επιζώντος και διαζευγμένου συζύγου, σύμφωνα με τα ποσοστά που προβλέπονται στην υποπερίπτωση β' της περίπτωσης Α' της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.
   β) Σε περίπτωση ύπαρξης δικαιοδόχων τέκνων, το συνολικό ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου που δικαιούνται όλα τα δικαιοδόχα τέκνα υπολογίζεται, αντίστοιχα, ανάλογα με τα έτη ασφάλισης της προηγούμενης περίπτωσης και επιμερίζεται μεταξύ των δικαιοδόχων τέκνων, σύμφωνα με τα ποσοστά που προβλέπονται στην υποπερίπτωση γ' της περίπτωσης Α' της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου. Σε καμία περίπτωση το άθροισμα του ποσού της σύνταξης των δικαιοδόχων τέκνων δεν μπορεί να υπολείπεται των ανωτέρω, ανάλογα με τα έτη ασφάλισης του θανόντος, ποσών. Σε περίπτωση, όμως, ορφανών τέκνων και από δύο (2) γονείς, το ποσό της σύνταξης που χορηγείται σε έκαστο εξ αυτών δεν μπορεί να υπολείπεται των ανωτέρω ποσών.
   γ) Στις περιπτώσεις συνταξιούχων λόγω θανάτου του πρώην ΟΓΑ το ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου που προκύπτει σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 99 του παρόντος νόμου για κάθε δικαιοδόχο πρόσωπο (επιζώντα ή/και διαζευγμένο σύζυγο και δικαιοδόχα τέκνα) δεν μπορεί να υπολείπεται των ποσών των ανωτέρω περιπτώσεων α' και β'.
Όταν χορηγείται το κατώτατο όριο σύνταξης λόγω θανάτου σε τουλάχιστον ένα (1) από τα δικαιοδόχα πρόσωπα δεν εφαρμόζονται τα δύο πρώτα εδάφια της περίπτωσης Β' της παρούσας παραγράφου.».
   3. Μετά το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης Γ' της παρ. 4 του άρθρου 12 του ν. 4387/2016 (Α' 85) προστίθεται εδάφιο, από τότε που ίσχυσε, ως εξής:
   «Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και στην περίπτωση που ο επιζών σύζυγος λαμβάνει το κατώτατο ποσό σύνταξης της περίπτωσης Β' της παρούσας παραγράφου.».
Αρθρο 2
Προσωρινή σύνταξη για αιτήσεις που υποβάλλονται ηλεκτρονικά
   Μετά το άρθρο 29 του ν. 4387/2016 (Α' 85) προστίθεται άρθρο 29Α, ως εξής:
«Αρθρο 29Α
Προσωρινή σύνταξη για αιτήσεις που υποβάλλονται ηλεκτρονικά
   1. Οι ασφαλισμένοι οι οποίοι υποβάλλουν ηλεκτρονικά στον Ε.Φ.Κ.Α. αίτηση συνταξιοδότησης, συμπεριλαμβανομένων και των προσώπων που συνταξιοδοτούνται σύμφωνα με το ειδικό καθεστώς του ν. 3163/1955 (Α' 71), δικαιούνται προσωρινή σύνταξη από την πρώτη του επόμενου της ημερομηνίας κατάθεσης της αίτησης συνταξιοδότησης μήνα, μέχρι το τέλος του μήνα έκδοσης της οριστικής απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους.
   2. α) Η προσωρινή σύνταξη λόγω γήρατος υπολογίζεται στο 80% του ποσού της οριστικής σύνταξης, όπως διαμορφώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4387/2016 (Α' 85). Στην περίπτωση χορήγησης μειωμένης σύνταξης λόγω γήρατος, το ποσό που υπολογίζεται κατά το προηγούμενο εδάφιο μειώνεται αντίστοιχα προς το ποσοστό μείωσης που προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις για κάθε μήνα που υπολείπεται της συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας για τη χορήγηση πλήρους σύνταξης.
   β) Οι ασφαλισμένοι που υποβάλλουν αίτηση συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας δικαιούνται προσωρινή σύνταξη, η οποία διαμορφώνεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σε συνδυασμό με το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α' της παρ. 2 του άρθρου 27 και την παρ. 2 του άρθρου 31 του ν. 4387/2016.
   γ) Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, η προσωρινή σύνταξη ανέρχεται σε ποσοστό 50% του ποσού που διαμορφώνεται σύμφωνα με την περίπτωση α' της παρούσας παραγράφου και χορηγείται στους δικαιοδόχους σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 4387/2016. Το ποσό που θα προκύψει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού που αντιστοιχεί στην εθνική σύνταξη που χορηγείται για δεκαπέντε (15) έτη ασφάλισης, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 4387/2016.
   3. Για την έγκριση ή την απόρριψη του αιτήματος χορήγησης προσωρινής σύνταξης εκδίδεται απόφαση του αρμόδιου ασφαλιστικού οργάνου, εντός, δύο (2) μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης των δικαιολογητικών της παραγράφου 4 ή και από την ημερομηνία οριστικοποίησης της κρίσης των υγειονομικών επιτροπών, αν η χορήγηση της σύνταξης συναρτάται με την εκτίμηση του βαθμού αναπηρίας του ασφαλισμένου. Η απόφαση του προηγούμενου εδαφίου δεν υπόκειται σε προσφυγή.
  4. Η προσωρινή σύνταξη χορηγείται εφόσον ο αιτών: α) έχει συμπληρώσει στην ηλεκτρονική αίτηση συνταξιοδότησης όλα τα πεδία που είναι απαραίτητα για τον υπολογισμό της σύνταξης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4387/2016,
   β) έχει συνυποβάλει υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (Α' 75) ειδικά ως προς την ακρίβεια του χρόνου ασφάλισης και των αποδοχών ή του εισοδήματος που δηλώνει στην αίτηση συνταξιοδότησης, καθώς και ότι πληροί τόσο τις προϋποθέσεις χορήγησης της προσωρινής σύνταξης του άρθρου αυτού όσο και τις προϋποθέσεις χορήγησης της οριστικής σύνταξης.
   Ασφαλισμένος με διαδοχικό χρόνο ασφάλισης, πλέον των ανωτέρω, οφείλει να δηλώσει αναλυτικά τα Ταμεία, στα οποία ασφαλίστηκε διαδοχικά, το χρόνο ασφάλισης ανά ενταχθέν Ταμείο και συνολικά, τις αντίστοιχες αποδοχές/εισόδημα, τον τυχόν χρόνο παράλληλης ασφάλισής του, το Ταμείο στο οποίο έχει τυχόν οφειλές, καθώς και το αντίστοιχο ποσό, σύμφωνα με την υπουργική απόφαση Φ.1500/οικ.9696/195/8.8.2014 (Β' 2441).
   Ασφαλισμένος για τον οποίο είναι απαραίτητος ο έλεγχος καταβολής των εισφορών, θα πρέπει να καταθέσει επιπλέον υπηρεσιακό σημείωμα του αρμόδιου τμήματος εισφορών σχετικά με τις τυχόν οφειλόμενες εισφορές κατά τον μήνα κατάθεσης της αίτησης συνταξιοδότησης.
   5. Το ποσό της σύνταξης που καταβάλλεται στον ασφαλισμένο σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους συμψηφίζεται με το ποσό της σύνταξης που καθορίζεται στην οριστική απόφαση απονομής της σύνταξης.
  6. Εάν, μετά τον έλεγχο των δικαιολογητικών για την έκδοση της οριστικής απόφασης απονομής της σύνταξης, διαπιστωθεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης ή ότι τα στοιχεία που αναφέρονται στην αίτηση και στην υπεύθυνη δήλωση του ασφαλισμένου είναι ανακριβή, τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά συντάξεων αναζητούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών.
   7. Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
   α. Όταν η αίτηση συνταξιοδότησης δεν υποβάλλεται ηλεκτρονικά.
   β. Όταν για τη συνταξιοδότηση πρέπει να εφαρμοστούν οι Κανονισμοί 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας και 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 883/2004 για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας, καθώς και οι διμερείς συμβάσεις κοινωνικής ασφάλειας, εκτός των περιπτώσεων που θεμελιώνεται αυτοτελές συνταξιοδοτικό δικαίωμα μόνο με το χρόνο ασφάλισης σε ελληνικό ασφαλιστικό φορέα.
   γ. Όταν δεν έχει διακοπεί η εργασία/αυτοαπασχόληση κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης ή όταν αναληφθεί μεταγενέστερα, καθώς και όταν χορηγείται ήδη προσωρινή ή οριστική σύνταξη για την ίδια αιτία.
   δ. Όταν είναι απαραίτητη η αναγνώριση χρόνων ασφάλισης για θεμελίωση του δικαιώματος συνταξιοδότησης. Εφόσον, όμως, μετά την υποβολή σχετικής αίτησης εκ μέρους του ενδιαφερομένου, εκδοθεί η απόφαση αναγνώρισης χρόνου ασφάλισης, ακόμα και αν η εξαγορά του χρόνου αυτού γίνει τμηματικά με παρακράτηση του σχετικού ποσού από τη σύνταξη του δικαιούχου, είναι επιτρεπτό να χορηγηθεί προσωρινή σύνταξη από την αρχική αίτηση, όχι όμως πριν από την ημερομηνία που ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος.
   ε. Όταν υπάρχουν οφειλές από ασφαλιστικές εισφορές, το ποσό των οποίων υπερβαίνει τα προβλεπόμενα από τις σχετικές διατάξεις ποσά. Αν μεταγενέστερα εκλείψει ο λόγος αυτός, η προσωρινή σύνταξη καταβάλλεται από την ημερομηνία που ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος.
   8. Οι διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 4387/2016 εξακολουθούν να ισχύουν για τους ασφαλισμένους οι οποίοι καταθέτουν στον Ε.Φ.Κ.Α. έντυπη αίτηση συνταξιοδότησης.».


πηγή dsa.gr


Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΜΕΡΙΣΜΑ

ΝΟΜΟΣ 4501/ΦΕΚ Α 178/22.11.2017
ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΜΕΡΙΣΜΑ

 Κριτήρια καταβολής του επιδόματος:
   α) Εισοδηματικά κριτήρια
  Νοικοκυριά με ένα μέλος: 9000 Ευρώ, Νοικοκυριά με δύο ενήλικα μέλη: 13500 Ε, Νοικοκυριά με δύο ενήλικα μέλη και ένα ανήλικο: 15.750 ευρώ, Νοικοκυριά με τρία ενήλικα μέλη ή δύο ενήλικα μέλη και δύο ανήλικα τέκνα: 18.000 ευρώ, Νοικοκυριά με τρία ενήλικα μέλη και ένα ανήλικο τέκνο ή δύο ενήλικα μέλη με τρία ανήλικα τέκνα: 20.250 ευρώ, για Νοικοκυριά με τέσσερα ενήλικα μέλη ή δύο ενήλικα μέλη με τέσσερα ανήλικα τέκνα: 22.550 ευρώ και τέλος το ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων (27.000) ευρώ για πέντε ή περισσότερα ενήλικα μέλη ή δύο ενήλικα μέλη με έξι ή περισσότερα ανήλικα τέκνα.
   β) Περιουσιακά κριτήρια
   αα. Ακίνητη περιουσία:
   Συνολική φορολογητέα αξία της ακίνητης περιουσίας όλων των μελών του νοικοκυριού όπως αυτή προσδιορίζεται για τον υπολογισμό του ΕΝ.Φ.Ι.Α. 120.000 ευρώ για νοικοκυριά με ένα μέλος, προσαυξανόμενη κατά 15.000 ευρώ για κάθε πρόσθετο μέλος και έως του ποσού των εκατόν ογδόντα χιλιάδων (180.000) ευρώ.
   ββ. Κινητή περιουσία:
   Το συνολικό ύψος των καταθέσεων όλων των μελών του νοικοκυριού: 9.000 ευρώ για τα νοικοκυριά με ένα μέλος, πολλαπλασιαζόμενο για κάθε προστιθέμενο μέλος, κατά τον τρόπο που θα προσδιοριστεί με την κοινή υπουργική απόφαση της παραγράφου 4.
   ...
   δ) Κριτήριο διαμονής και λοιπά κριτήρια: Ο δικαιούχος του κοινωνικού μερίσματος πρέπει να διαμένει νόμιμα και μόνιμα στην Ελληνική Επικράτεια για τα τελευταία πέντε (5) έτη, όπως αυτό προκύπτει από την υποβολή φορολογικών δηλώσεων κατά την τελευταία πενταετία.
   Ο δικαιούχος οφείλει να είναι ασφαλισμένος τουλάχιστον μία φορά σε οποιονδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης και για χρόνο ασφάλισης μεγαλύτερο του ενός μηνός μέχρι και τις 31.10.2017, όπως αυτό προκύπτει από το μητρώο Άμεσα Ασφαλισμένων και Συνταξιούχων του Ε.Φ.Κ.Α.
   Ο δικαιούχος και όλα τα ενήλικα μέλη του νοικοκυριού πρέπει να έχουν υποβάλλει δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2016, εφόσον έχουν υποχρέωση.
   3. Το Κοινωνικό Μέρισμα είναι αφορολόγητο και ακατάσχετο στα χέρια του Δημοσίου ή τρίτων κατά παρέκκλιση κάθε άλλης αντίθετης διάταξης, δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε κράτηση, δεν δεσμεύεται και δεν συμψηφίζεται με βεβαιωμένα χρέη στη Φορολογική Διοίκηση και στο υπόλοιπο Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία ή τα πιστωτικά ιδρύματα και δεν υπολογίζεται στα εισοδηματικά όρια για την καταβολή οποιασδήποτε παροχής κοινωνικού ή προνοιακού χαρακτήρα.

Σημείωση: Η αίτηση για τη χορήγηση του μερίσματος: ΕΔΩ 

πηγή: dsanet.gr


Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

Ασφάλιση-οικειοθελής αποχώρηση-διαταγή πληρωμής για μισθούς ν.4488/2017

ΝΟΜΟΣ 4488/ΦΕΚ Α 137/13.9.2017 
 
-Ασφάλιση των μηχανικών και δικηγόρων μέχρι τη διακοπή της επαγγελματικής δραστηριότητας και τη διαγραφή από τη ΔΟΥ. Δυνατότητα προαιρετικής συνέχισης της ασφάλισης.
-Δυνατότητα ασφάλισης ανασφάλιστης/ου διαζευγμένης/ου συζύγου στον ΕΟΠΥΥ ή άλλο φορέα κοινωνικής ασφάλισης ή το Δημόσιο, που είχε κατά το χρόνο λύσης του γάμου ο έτερος σύζυγος, με την καταβολή μηνιαίας εισφοράς Άσκηση ασφαλιστικού δικαιώματος εντός (1) έτος από την ημερομηνία έκδοσης της οριστικής απόφασης διαζυγίου.».
- Αναγγελία αποχώρησης/απόλυσης μισθωτού εντός 4 ημερών από την αποχώρηση/καταγγελία. Υποχρεωτική επισύναψη εντύπου οικειοθελούς αποχώρησης υπογεγραμμένου και από τα δύο μέρη ή εξώδικη δήλωση εργοδότη.
-Εκδίκαση αγωγών για άκυρη απόλυση και δεδουλευμένα εντός 60 ημερών από την κατάθεση. έκδοση αοόφασης εντός 30 ημερών από τη συζήτηση.
- Έκδοση διαταγής πληρωμής οφειλόμενου μισθού/μη καταβολή παραβόλου έως το ποσό των 20000 Ευρώ.
-Επιδότηση ανεργίας αποχωρησάντων λόγω βλαπτικής μεταβολής ληφθείσας ως απόλυσης.

Αναλυτικά:


Άρθρο 20
Αποσύνδεση ασφάλισης από ιδιότητα
   1. Οι αυτοαπασχολούμενοι που είναι εγγεγραμμένοι ή θα εγγραφούν στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (ΤΕΕ) υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ, σύμφωνα με τις σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις του πρώην Τομέα Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΣΜΕΔΕ) του ΕΤΑΑ και του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 76 του ν. 4387/2016, από την ημερομηνία έναρξης άσκησης του επαγγέλματος στην αρμόδια ΔΟΥ και μέχρι τη διακοπή της επαγγελματικής δραστηριότητας και τη διαγραφή από τη ΔΟΥ.
   2. Οι δικηγόροι που είναι εγγεγραμμένοι ή θα εγγραφούν στους οικείους δικηγορικούς συλλόγους και ασκούν ελεύθερο επάγγελμα υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ, σύμφωνα με τις σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις του πρώην Τομέα Ασφάλισης Νομικών (ΤΑΝ) του ΕΤΑΑ και του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 76 του ν. 4387/2016, από την ημερομηνία έναρξης άσκησης του επαγγέλματος στην αρμόδια ΔΟΥ και μέχρι τη διακοπή της επαγγελματικής δραστηριότητας και τη διαγραφή από τη ΔΟΥ.
   3. Η ισχύς των παραγράφου 1 και 2 του παρόντος άρθρου αρχίζει την 1.1.2017. Ασφαλιστικές εισφορές που έχουν καταβληθεί και αφορούν σε περίοδο ασφάλισης από 1.1.2017 έως την ισχύ της ρύθμισης συμψηφίζονται ή επιστρέφονται, πλην των ασφαλιστικών εισφορών για υγειονομική περίθαλψη.
   4. Τα πρόσωπα των παραγράφων 1 και 2 που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ και του ΕΤΕΑΕΠ μέχρι την ισχύ του παρόντος νόμου και για τα οποία προκύπτει, κατ' εφαρμογή της παρούσας ρύθμισης, διακοπή της ασφάλισής τους στον ΕΦΚΑ και του ΕΤΕΑΕΠ, μπορούν προαιρετικά να συνεχίσουν την ασφάλισή τους για το σύνολο των κλάδων ασφάλισης στους οποίους υπάγονταν μέχρι τη διακοπή της υποχρεωτικής τους ασφάλισης. Στην περίπτωση αυτή η μηνιαία ασφαλιστική εισφορά υπολογίζεται με βάση το κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος για τους ασφαλισμένους άνω 5ετίας του άρθρου 39 του ν. 4387/2016.
   Για την προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης, σύμφωνα με τα ανωτέρω υποβάλλεται δήλωση του ασφαλισμένου εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης διακόπτεται, ύστερα από αίτηση του ασφαλισμένου, από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από την υποβολή της αίτησης. Νέα αίτηση για προαιρετική ασφάλιση δεν μπορεί να υποβληθεί.

Άρθρο 29
Τροποποίηση του άρθρου 30 του ν. 1469/1984 (Α' 111)

   Το άρθρο 30 του ν. 1469/1984 (Α' 111) αντικαθίσταται ως εξής:
   «1. Ο/η ανασφάλιστος/η διαζευγμένος/η σύζυγος δικαιούται να διατηρήσει, ως άμεσα ασφαλισμένος, το δικαίωμα παροχών ασθένειας σε είδος από τον ΕΟΠΥΥ ή άλλο φορέα κοινωνικής ασφάλισης ή το Δημόσιο, που είχε κατά το χρόνο λύσης του γάμου ο έτερος σύζυγος, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:
   α) Ο γάμος λύθηκε μετά τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας του, και
   β) δεν καλύπτεται άμεσα ή έμμεσα για παροχές ασθένειας σε είδος από τον ΕΟΠΥΥ ή άλλο ασφαλιστικό φορέα ή το Δημόσιο.
   2. Για τη διατήρηση του δικαιώματος των παροχών ασθένειας σε είδος, σύμφωνα με την παράγραφο 1, ο ενδιαφερόμενος καταβάλλει μηνιαία ασφαλιστική εισφορά υπέρ υγειονομικής περίθαλψης ως εξής:
   α) Στον ΕΦΚΑ, για παροχές σε είδος από τον ΕΟΠΥΥ, σε ποσοστό 6,45% επί του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών,
   β) στο Δημόσιο σε ποσοστό 6,45% επί του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών,
   γ) στους λοιπούς ασφαλιστικούς φορείς, την προβλεπόμενη από τους οικείους κανονισμούς εισφορά ασφαλισμένου και εργοδότη υπέρ υγειονομικής περίθαλψης που υπολογίζεται επί του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.
   3. Το ασφαλιστικό δικαίωμα ασκείται από τον ενδιαφερόμενο μέσα σε ένα (1) έτος από την ημερομηνία έκδοσης της οριστικής απόφασης διαζυγίου.».

Άρθρο 38
Ηλεκτρονική αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού
   1. Ο εργοδότης υποχρεούται να αναγγέλλει, με ηλεκτρονική υποβολή των σχετικών εντύπων που προβλέπονται στην υπουργική απόφαση 295/2014 (Β' 2390) στο πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «ΕΡΓΑΝΗ», κάθε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού ή καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ή λήξης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου το αργότερο τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες από την ημέρα αποχώρησης του μισθωτού ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ή λήξης της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, αντίστοιχα.
   2. Η αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του μισθωτού θα πρέπει να συνοδεύεται υποχρεωτικά είτε από ηλεκτρονικά σαρωμένο έντυπο υπογεγραμμένο από τον εργοδότη και τον εργαζόμενο είτε από εξώδικη δήλωση του εργοδότη προς τον εργαζόμενο, με την οποία τον ενημερώνει ότι έχει χωρήσει οικειοθελής αποχώρησή του και ότι αυτή θα αναγγελθεί στο πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ». Στην τελευταία περίπτωση, η εξώδικη δήλωση του εργοδότη επιδίδεται στον εργαζόμενο το αργότερο τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες από την οικειοθελή του αποχώρηση και η αναγγελία γίνεται την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την επίδοση της εξώδικης δήλωσης. Αν ο εργοδότης δεν τηρήσει εμπρόθεσμα τις υποχρεώσεις αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης, συμπεριλαμβανομένης της υποβολής των συνοδευτικών εγγράφων της παρούσας, η σύμβαση εργασίας θεωρείται ότι λύθηκε με άτακτη καταγγελία του εργοδότη.


Άρθρο 47
Ταχεία εκδίκαση διαφορών για άκυρη απόλυση, μισθούς υπερημερίας και καθυστερούμενους μισθούς

   Στο άρθρο 621 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
   «3. Η συζήτηση των αγωγών και των τακτικών ένδικων μέσων επί των διαφορών για άκυρη απόλυση, μισθούς υπερημερίας και καθυστερούμενους μισθούς προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή τους. Αν αναβληθεί η συζήτηση, αυτή προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε τριάντα (30) ημέρες.
   Η απόφαση του δικαστηρίου δημοσιεύεται υποχρεωτικά μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη συζήτηση της αγωγής ή του τακτικού ένδικου μέσου.».
Άρθρο 48
Τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
   Μετά το άρθρο 636 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθεται νέο άρθρο 636Α ως εξής:
«Άρθρο 636Α
   1. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 623 έως 636 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής οφειλόμενου μισθού, εφόσον η σύναψη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και το ύψος του μισθού αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης από τον οφειλέτη, και εφόσον έχει επιδοθεί έγγραφη όχληση με δικαστικό επιμελητή δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την κατάθεση της αίτησης. Η εργασία που αντιστοιχεί στο μισθό για τον οποίο ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής τεκμαίρεται ότι έχει παρασχεθεί.
   2. Η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής υποβάλλεται και στον κατά τόπο αρμόδιο δικαστή της παραγράφου 1 του άρθρου 621.
   3. Η συζήτηση της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε για απαιτήσεις της παραγράφου 1, προσδιορίζεται κατά προτεραιότητα στην συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο και πάντως όχι πέραν των τριών (3) μηνών από την κατάθεσή της. Αν αναβληθεί η συζήτηση, αυτή προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε τριάντα (30) ημέρες.
   4. Τυχόν ειδικότερες διατάξεις που ισχύουν για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθμ. 3 σχετικά με την καταβολή δικαστικού ενσήμου, τέλους απογράφου, παραβόλου και κάθε άλλου τέλους ή φόρου ισχύουν ανάλογα και για τη διαταγή πληρωμής του παρόντος άρθρου, την ανακοπή που ασκείται κατ' αυτής, καθώς και για τα ένδικα μέσα και βοηθήματα που ασκούνται κατά της απόφασης επί της ανακοπής.».

Άρθρο 49
Τροποποίηση του άρθρου 71 του Εισαγωγικού Νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
   Το άρθρο 71 του Εισαγωγικού Νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
   «Στις εργατικές διαφορές καθώς και στη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής οφειλόμενου μισθού δεν καταβάλλεται το κατά το νόμο ΓΠΟΗ/1912 (Α' 3) δικαστικό ένσημο, για το μέχρι του ποσού της εκάστοτε καθ' ύλην αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου αίτημα της αγωγής ή της αίτησης αντίστοιχα. Στις περιπτώσεις εργατικών διαφορών, καθώς και αιτήσεων για την έκδοση διαταγής πληρωμής οφειλόμενου μισθού, για τις οποίες καταβάλλεται δικαστικό ένσημο, αυτό καθορίζεται σε ποσοστό τέσσερα τοις χιλίοις (4%ο) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, της αίτησης ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις.».
Άρθρο 51
Προϋποθέσεις επιδότησης ανεργίας λόγω καταγγελίας κατόπιν μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας
   Στο άρθρο 7 του ν. 1545/1985 (Α' 91) προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:
   «6.α) Ο άνεργος, ο οποίος έχει ασκήσει το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 7 του ν. 2112/1920 (Α' 67) και έχει θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ως καταγγελία της σχέσης εργασίας από τον εργοδότη, επιδοτείται εάν, μαζί με την αίτηση για επιδότηση, προσκομίσει στον ΟΑΕΔ την εξώδικη δήλωση με την οποία άσκησε το εν λόγω δικαίωμα, καθώς και αποδεικτικό της κοινοποίησής της στον εργοδότη, έγγραφο. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία για την υποβολή αίτησης για επιδότηση ξεκινά από την κοινοποίηση της εξώδικης δήλωσης στον εργοδότη.
   β) Εντός έξι (6) μηνών από την υποβολή της αίτησης για επιδότηση, ο άνεργος οφείλει να προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία του ΟΑΕΔ είτε έγγραφα που αποδεικνύουν την εξόφληση της αποζημίωσης απόλυσης από τον εργοδότη είτε την αγωγή που άσκησε κατά του εργοδότη με βάση το ασκηθέν δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 7 του ν. 2112/1920. Σε περίπτωση παράβασης της υποχρέωσης του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και εάν η ασκηθείσα αγωγή δεν γίνει τελεσίδικα δεκτή, η επιδότηση ανεργίας διακόπτεται και τα ήδη καταβληθέντα ποσά επιστρέφονται αναδρομικά. Εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την τελεσιδικία της απόφασης που θα εκδοθεί επί της αγωγής, τόσο ο άνεργος όσο και ο εναγόμενος εργοδότης, εφόσον έχει ενημερωθεί από τον ΟΑΕΔ για την επιδότηση του ανέργου, υποχρεούνται να προσκομίσουν στον ΟΑΕΔ την εκδοθείσα απόφαση, ειδάλλως επιβάλλεται πρόστιμο ύψους τριακοσίων (300) ευρώ σε βάρος καθενός από τους υπόχρεους.
   γ) Αντί να λάβει το επίδομα ανεργίας, κατά τα ανωτέρω, ο άνεργος, με σχετική αίτησή του προς τον ΟΑΕΔ, η οποία κατατίθεται ταυτόχρονα με την προσκόμιση της εξώδικης δήλωσης της περίπτωση α', μπορεί να επιλέξει να λάβει αναδρομικά το σύνολο της επιδότησης ανεργίας που δικαιούται, εφόσον προσκομίσει στον ΟΑΕΔ δικαστική απόφαση που κάνει τελεσίδικα δεκτή την αγωγή που άσκησε κατά του εργοδότη με βάση το ασκηθέν δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 7 του ν. 2112/1920.».

πηγη: dsanet.gr/

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Παράλληλη ασφάλιση

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΕΦΚΑ 27/15.06.2017
ΘΕΜΑ: «Παράλληλη ασφάλιση κατ’ εφαρμογή των άρθρ. 17 παρ.1 και 36 παρ.1,2,6 και 7 του Ν. 4387/16»
   Σχετικά :
   1. Οι αριθμ. 1/2017, 3/2017, 11/2017 και 4/2017, 5/2017,6/2017, 18/2017, 19/2017 Εγκύκλιες οδηγίες των Δ/νσεων Εισφορών Μη Μισθωτών και Μισθωτών αντίστοιχα.
   2. Οι αριθμ. οικ. 61501/3398/30.12.2016 και 61502/3399/30.12.2016 ΥΑ (ΦΕΚ ΤΒ 4330/30.12.2016)
   3. Η αριθμ. Φ.10043/οικ.14226/431/24-3-2017 Ερμηνευτική Εγκύκλιος του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
   Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 και 2, 17 παρ.1 και 36 παρ. 1,2,6 και 7 του Ν. 4387/2016(ΦΕΚ 85/12-5-2016 τ. Α΄) «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας – Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού - συνταξιοδοτικού συστήματος – Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις» σχετικά με την παράλληλη ασφάλιση σε δύο η περισσότερους φορείς ή τομείς ασφάλισης που εντάσσονται στον ΕΦΚΑ ή το Δημόσιο και καταβολή των 2 αντιστοίχων ασφαλιστικών εισφορών για κάθε αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα και σας παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες για την εφαρμογή τους:
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Αρθρο 17 παρ.1 (Δημόσιο)
   «1. Ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση, για τους οποίους προκύπτει βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, υποχρεωτική ασφάλιση σε δύο ή περισσότερους φορείς ή τομείς ασφάλισης που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., καταβάλλουν για κάθε αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές, όπως αυτές καθορίζονται από τον παρόντα νόμο. Στην περίπτωση αυτή για τη δεύτερη αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα δεν εφαρμόζεται η υποχρέωση καταβολής ελάχιστης μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς του άρθρου 39 παράγραφος 3».
Αρθρο 5 παρ.1 & 2 (Δημόσιο)
   «1. Από 1.1.2017 το συνολικό ποσοστό εισφοράς κλάδου σύνταξης στον Ε.Φ.Κ.Α. ασφαλισμένου και εργοδότη ορίζεται σε 20% επί των συντάξιμων μηνιαίων αποδοχών των προσώπων της περίπτωσης α της παραγράφου 1 του άρθρου 4, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά και κατανέμεται κατά 6,67% σε βάρος του ασφαλισμένου και κατά 13,33% σε βάρος του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με την επιφύλαξη της περίπτωσης γ της παραγράφου 2 περίπτωση γ του παρόντος άρθρου.
   2.α. Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη συνίσταται στο δεκαπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε προβλεπόμενο κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.
   β. Το ανώτατο όριο της προηγούμενης περίπτωσης εφαρμόζεται και επί πολλαπλής μισθωτής απασχόλησης ή έμμισθης εντολής όσον αφορά στην εισφορά ασφαλισμένου…….».
Αρθρο 36 παρ.1,2,6 &
   7. (Μισθωτοί – Μη Μισθωτοί Ιδιωτικού Τομέα)
   «1. Ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση, για τους οποίους προκύπτει βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, υποχρεωτική ασφάλιση σε δύο ή περισσότερους φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς ασφάλισης που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., καταβάλλουν για κάθε αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές, όπως αυτές καθορίζονται από τον παρόντα νόμο. Στην περίπτωση αυτή για τις πλέον της πρώτης αναληφθείσες επαγγελματικές δραστηριότητες δεν εφαρμόζεται η υποχρέωση καταβολής ελάχιστης μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς».
   «2. Ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, που παρέχουν εξαρτημένη εργασία και ταυτόχρονα αυταπασχολούνται σε δραστηριότητες για τις οποίες υπάγονταν ή θα υπάγονται βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, στην ασφάλιση ενός φορέα, τομέα, κλάδου και λογαριασμού ασφάλισης που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., καταβάλλουν υπέρ του Ε.Φ.Κ.Α.:
   α) μηνιαία ασφαλιστική εισφορά, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 38, για το εισόδημα που προέρχεται από τη διαρκή σχέση παροχής υπηρεσιών και
   β) ασφαλιστική εισφορά, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 39, για το εισόδημα, εφόσον υπάρχει, από άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος, για το οποίο εκδίδονται δελτία παροχής υπηρεσιών, τιμολόγια ή αποδείξεις επαγγελματικής δαπάνης. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 39».
   «6. Οι διατάξεις του παρόντος, πλην της παρ. 5, έχουν εφαρμογή από 1.1.2017».
   «7. Καταργείται το άρθρο 39 του Ν. 2084/1992, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα του παρόντος»
ΓΕΝΙΚΑ
   Ι. Στις παρ. 1 των άρθρων 17 και 36 του κοινοποιούμενου νόμου ρυθμίζονται θέματα καταβολής ασφαλιστικών εισφορών σε περίπτωση παράλληλης επαγγελματικής δραστηριότητας για την οποία βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων των ενταχθέντων στον ΕΦΚΑ φορέων κύριας ασφάλισης ή του Δημοσίου, όπως αυτές ίσχυαν μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4387/2016, προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση σε περισσότερους του ενός φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς ασφάλισης, για παράδειγμα: - Μισθωτός που ασκεί συγχρόνως ελεύθερο επάγγελμα είχε, μέχρι 31/12/2016, υποχρέωση ασφάλισης στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και στον τ. ΟΑΕΕ - Δημόσιος υπάλληλος και συγχρόνως απασχολούμενος ως μισθωτός που είχε, μέχρι 31/12/2016, υποχρέωση ασφάλισης στο Δημόσιο και στο τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
   ΙΙ. Στην παρ. 2 του άρθρου 36 ρυθμίζονται τα θέματα καταβολής ασφαλιστικών εισφορών σε περίπτωση πολλαπλής επαγγελματικής δραστηριότητας για την οποία βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων των ενταχθέντων στον ΕΦΚΑ φορέων κύριας ασφάλισης, όπως αυτές ίσχυαν μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του ν.4387/2016, προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής σε έναν φορέα, τομέα, κλάδο και λογαριασμό ασφάλισης (π.χυγειονομικός που απασχολείται ως μισθωτός σε ιδιωτική κλινική και συγχρόνως διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο με υποχρέωση ασφάλισης μέχρι 31/12/2016 στο τ. ΕΤΑΑΤΣΑΥ και για τις δύο δραστηριότητες.).
   ΙΙΙ. Οι κοινοποιούμενες διατάξεις ισχύουν και για τα πρόσωπα που υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ ως ελεύθεροι επαγγελματίες βάσει των σχετικών διατάξεων του τ. Τομέα Ασφάλισης Ναυτικών και Τουριστικών Πρακτόρων του ΟΑΕΕ, καθώς και για τα αναφερόμενα στην αριθ. Φ11321/59554/2170/22-12-2016 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 4569, Β΄, 30-12-2016), ασφαλισμένους του τ. ΕΤΑΠ – ΜΜΕ και του τ. ΙΚΑ – ΕΤΑΜ (Πωλητές λαϊκών αγορών, εφημεριδοπώλες).
   IV. Με την παρ. 7 του άρθρου 36 επέρχεται βασική αλλαγή που αφορά στην κατάργηση των διατάξεων του άρθρου 39 του ν.2084/1992, όπως ίσχυε, περί υποχρεωτικής ασφάλισης και καταβολής μίας ασφαλιστικής εισφοράς σε έναν φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο, των «νέων» ασφαλισμένων, που είχαν υποχρέωση ασφάλισης σε περισσότερους του ενός φορείς κύριας ασφάλισης λόγω απασχόλησης ή ιδιότητας.
   V. Με την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 17, από 1/1/2017 προκύπτει για τους δημόσιους υπαλλήλους, «παλαιούς» και «νέους», που παράλληλα απασχολούνται σε εργασία υπακτέα στο τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ως μισθωτοί, υποχρέωση ασφάλισης σε όλους τους Κλάδους. (Η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 και 2 εδ.β, του Ν. 3863/2010 καθίσταται ανενεργή).
   VI. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 36 του Ν.4387/2016 ορίζεται ρητά ότι, η ημερομηνία έναρξης εφαρμογής των ανωτέρω σχετικών διατάξεων για την παράλληλη ασφάλιση είναι η 1/1/2017.
   Με τις ανωτέρω σχετικές (1) Εγκύκλιες του Φορέα δόθηκαν οδηγίες για την μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθείται για την δημιουργία της βάσης υπολογισμού εισφορών και τον υπολογισμό τους στις περιπτώσεις μοναδικής ασφάλισης.
   Με την παρούσα παρέχονται οδηγίες για τον προσδιορισμό της βάσης υπολογισμού εισφορών και την εισφοροδότηση στις περιπτώσεις άσκησης πολλαπλών/παράλληλων ασφαλιστέων δραστηριοτήτων/ιδιοτήτων Μη Μισθωτών ή Μισθωτών – Μη Μισθωτών.
   Για την καλύτερη κατανόηση και ενιαία εφαρμογή των οδηγιών παρατίθενται οι πιο κάτω οδηγίες – διευκρινήσεις:
ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ – ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΕΝΟΣ ΦΟΡΕΙΣ (παρ. 1 των άρθρων 17 και 36 Ν. 4387/2016).
   Από 01/01/2017, πρόσωπα που ασκούν παράλληλη επαγγελματική δραστηριότητα υπάγονται σε ένα φορέα ασφάλισης, τον ΕΦΚΑ, και για κάθε αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα, καταβάλλουν ασφαλιστική εισφορά σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 5, 38, 39 και 40 του ν.4387/2016.4 5
Α. ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΜΗΝΙΑΙΑΣ ΒΑΣΗΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ
Κατά τη διαδικασία δημιουργίας της βάσης υπολογισμού εισφορών διακρίνονται οι εξής κατηγορίες :
Α.1 ΜΙΣΘΩΤΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ – ΑΣΚΗΣΗ ΕΛ.ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ Η΄ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ
   Σε περίπτωση μισθωτής απασχόλησης και άσκησης ελεύθερου επαγγέλματος ή αυτοαπασχόλησης για τις οποίες προκύπτει υποχρέωση ασφάλισης στον ΕΦΚΑ βάσει των σχετικών διατάξεων του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή του Δημοσίου και τ. ΟΑΕΕ ή του τ. ΕΤΑΑ αντίστοιχα, μηνιαία βάση υπολογισμού των πάσης φύσεως ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί το άθροισμα του εισοδήματος από την παροχή των μισθωτών υπηρεσιών και του καθαρού φορολογητέου αποτελέσματος από την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας.
   Για την εξεύρεση της βάσης υπολογισμού στις περιπτώσεις αυτές λαμβάνεται καταρχάς υπόψη το μηνιαίο εισόδημα από την μισθωτή εργασία και σε αυτό προστίθεται το εισόδημα από την άσκηση του ελεύθερου επαγγέλματος ή της αυτοαπασχόλησης.
   Ως ανώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται το ποσό των ευρώ 5.860,80.
   Ως κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος λαμβάνεται το ποσό των ευρώ 586,08.
   Το κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος, ευρώ 586,08, ισχύει ακόμη και αν πρόκειται για μισθωτό κάτω των 25 ετών ή για ελεύθερο επάγγελμα ή αυτοαπασχόληση κάτω της 5ετίας.
Α.2 ΜΙΣΘΩΤΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ – ΑΣΚΗΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
   Σε περίπτωση μισθωτής απασχόλησης ή απασχόλησης στο Δημόσιο και άσκησης αγροτικής δραστηριότητας για την οποία προκύπτει υποχρέωση ασφάλισης στον ΕΦΚΑ βάσει των σχετικών διατάξεων του τ.ΟΓΑ, ως βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί το άθροισμα του εισοδήματος από την παροχή των μισθωτών υπηρεσιών και του καθαρού φορολογητέου αποτελέσματος από την αγροτική δραστηριότητα.
   Για την εξεύρεση της βάσης υπολογισμού στις περιπτώσεις μισθωτής απασχόλησης και αγροτικής δραστηριότητας, λαμβάνεται καταρχάς υπόψη το μηνιαίο εισόδημα από την μισθωτή εργασία και σε αυτό προστίθεται το εισόδημα από την αγροτική δραστηριότητα.
   Ως ανώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος λαμβάνεται το ποσό των ευρώ 5.860,80 ενώ το κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος διαμορφώνεται σε ευρώ 410,26 (κατώτατο όριο εισοδήματος βάσει του άρθρου 40 του ν.4387/2016). 6
Α.3 ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΑΣΚΗΣΗ ΜΗ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ
   Σε περίπτωση άσκησης περισσοτέρων της μίας μη μισθωτών επαγγελματικών δραστηριοτήτων/ιδιοτήτων για τις οποίες θα προέκυπτε υποχρέωση ασφάλισης σε τουλάχιστον δύο εκ των προυφιστάμενων φορέων ΟΑΕΕ, ΟΓΑ, ΕΤΑΑ μηνιαία βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί το άθροισμα του καθαρού φορολογητέου αποτελέσματος από έκαστη δραστηριότητα.
   Για την εξεύρεση της βάσης υπολογισμού στις περιπτώσεις αυτές λαμβάνεται καταρχάς υπόψη το μηνιαίο εισόδημα από την βασική πηγή βιοπορισμού, δηλαδή το υψηλότερο εισόδημα, και σε αυτό προστίθεται το εισόδημα των λοιπών δραστηριοτήτων κατά φθίνουσα τάξη μεγέθους.
   Ως ανώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος λαμβάνεται το ποσό των ευρώ 5.860,80 ενώ το κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος διαμορφώνεται σε ευρώ 586,08, (ακόμη και αν πρόκειται για ασφαλισμένο που για τις δύο εκ των πολλαπλών δραστηριοτήτων θεωρείται ότι είναι ασφαλισμένος κάτω της 5ετίας).
   Επισημαίνουμε ότι, σύμφωνα με την παρ.11 του άρθρ. 40 του ν.4387/2016 καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 34 του Ν.1140/1981 (περί μη υπαγωγής στην ασφάλιση του ΟΓΑ ασφαλισμένων ή Συνταξιούχων άλλων ΦΚΑ), και πλέον από 01/01/2017 ασφαλισμένοι με εισόδημα από αγροτική δραστηριότητα, καταβάλλουν εισφορά στον ΕΦΚΑ σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του ιδίου άρθρου.
Εισοδήματα από Αγροτική δραστηριότητα, μη ασφαλιστέα κατά τα ανωτέρω, στον Κλ. Κύριας Ασφάλισης Αγροτών έως 31/12/2016, έπονται κάθε άλλου στο κριτήριο βιοπορισμού.
Α.4 ΜΙΣΘΩΤΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΜΗ ΜΙΣΘΩΤΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ
   Σε περίπτωση παράλληλης άσκησης μισθωτής εργασίας και πολλαπλών μη μισθωτών δραστηριοτήτων (ως η ανωτέρω περίπτωση Α.3), ως βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί το άθροισμα του εισοδήματος από την παροχή των μισθωτών υπηρεσιών και του καθαρού φορολογητέου αποτελέσματος από έκαστη δραστηριότητα.
   Για την εξεύρεση της βάσης υπολογισμού στις ανωτέρω περιπτώσεις, λαμβάνεται καταρχάς υπόψη το μηνιαίο εισόδημα από την μισθωτή εργασία και σε αυτό προστίθεται το εισόδημα των λοιπών δραστηριοτήτων κατά φθίνουσα τάξη μεγέθους.
   Ως ανώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος λαμβάνεται το ποσό των ευρώ 5.860,80 ενώ το κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος διαμορφώνεται σε ευρώ 586,08.
ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
− Σε κάθε περίπτωση η μηνιαία ασφαλιστική εισφορά υπολογίζεται επί των αποδοχών από την μισθωτή απασχόληση και επί του εισοδήματος από κάθε ιδιότητα/δραστηριότητα, όπως καθορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 5, 38, 39 και 40 του ν.4387/2016 όπως ισχύουν.
− Συνεισπραττόμενες εισφορές (μη μισθωτών) που υπολογίζονται ως ποσοστό επί του εισοδήματος καθώς και οι λοιποί κλάδοι (π.χ Επικουρικής Ασφάλισης, Πρόνοιας) υπολογίζονται, κατ ελάχιστο, επί της κατώτερης βάσης μηνιαίου εισοδήματος. − Οι διατάξεις του άρθρου 98 του ανωτέρω νόμου που αφορούν στην μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των αυτοαπασχολουμένων (ασφαλισμένων του τ. ΕΤΑΑ) εφαρμόζονται επί της ασφαλιστικής εισφοράς που προκύπτει από το εισόδημα αυτοαπασχόλησης.
− Για την διαπίστωση ενεργής Ιδιότητας Μισθωτού κατά την 01/01/2017, λαμβάνεται υπόψη η πιο πρόσφατη ενημέρωση που διαθέτει το Μητρώο Ασφ/νων ΕΦΚΑ και μετά την ολοκλήρωση διασύνδεσης των συστημάτων, ο Αναλυτικός Λογαριασμός Ασφάλισης με οριστικοποιημένες εγγραφές της αντίστοιχης περιόδου.
− Για τη διαμόρφωση της βάσης υπολογισμού εισφορών μη μισθωτών στις περιπτώσεις μερικής μισθωτής απασχόλησης, από την κατώτερη βάση αφαιρούνται οι αποδοχές μερικής - μειωμένης απασχόλησης.
   Στο παράρτημα 1 της παρούσης παρατίθενται τα κατώτατα όρια και το ποσοστό ασφαλίστρου κλάδου σύνταξης, ανά αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και το τελικό κατώτατο όριο και το ποσοστό ασφαλίστρου που εφαρμόζεται στις περιπτώσεις παράλληλης ασφάλισης επί αυτού.
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ - ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ
   Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών από 1/1/2017 αποτελούν οι μηνιαίες αποδοχές σε περίπτωση μισθωτής απασχόλησης και το μηνιαίο εισόδημα από την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας/ιδιότητας.
   Συνεπώς για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το ύψος του εισοδήματος που προέρχεται από κάθε αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα.
   Η μεθοδολογία διαμόρφωσης της βάσης παρατίθεται κατά αντιστοιχία της κατηγοριοποίησης που προηγήθηκε.
ΜΙΣΘΩΤΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ – ΑΣΚΗΣΗ ΕΛ. ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ Η΄ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ Η΄ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ (Α.1, Α.2)
   Ελέγχεται το εισόδημα ως προς το ανώτατο και κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος ως εξής:
   α. Αν οι αποδοχές από μισθωτές υπηρεσίες υπερβαίνουν το ανώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος (5.860,80 ευρώ), οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται επί του ανώτατου ορίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 ή 38 του Ν.4387/2016 και ως εκ τούτου δεν υπάρχει υποχρέωση καταβολής εισφορών για την επιχειρηματική ή αγροτική δραστηριότητα. 8
   β. Αν οι αποδοχές από μισθωτές υπηρεσίες δεν υπερβαίνουν το ανώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος, προστίθεται το εισόδημα της επιχειρηματικής ή αγροτικής δραστηριότητας. Αν το άθροισμα υπερβαίνει το ανώτατο όριο περικόπτεται το εισόδημα Μη Μισθωτής δραστηριότητας.
   Η εισφορά υπολογίζεται στο εισόδημα της Μισθωτής απασχόλησης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 ή 38 του Ν.4387/2016 και της Μη Μισθωτής δραστηριότητας, κατά περίπτωση, με τις διατάξεις των άρθρων 39,40, και 98.
   γ. Αν τα δύο εισοδήματα αθροιστικά είναι μεταξύ κατώτατου και ανώτατου ορίου, τότε το σύνολο του εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες υπόκειται σε ασφαλιστική εισφορά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 ή 38 και το σύνολο του εισοδήματος από επιχειρηματική ή αγροτική δραστηριότητα υπόκειται σε ασφαλιστική εισφορά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 39, 40 και 98 του Ν.4387/2016.
   δ. Αν το άθροισμα του εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες και από την άσκηση επιχειρηματικής ή αγροτικής δραστηριότητας υπολείπεται του κατώτατου ορίου μηνιαίου εισοδήματος, τότε:
   το εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες υπόκειται σε ασφαλιστική εισφορά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 ή 38 του Ν.4387/2016
   το εισόδημα από ελεύθερη ή αγροτική δραστηριότητα υπόκειται σε ασφαλιστική εισφορά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 39, 40 και 98 του Ν.4387/2016. Η εισφορά, στο ποσό που υπολείπεται μέχρι τη συμπλήρωση του κατώτατου ορίου (586,08 ευρώ ή 410,26 ευρώ) υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 39 ή 40 του ν. 4387/16 κατά περίπτωση.
   Παραδείγματα δημιουργίας βάσης και υπολογισμού εισφορών περιλαμβάνονται στα παραρτήματα 2 και 3 της παρούσης.
ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΑΣΚΗΣΗ ΜΗ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ (Α.3 )
Ελέγχεται το εισόδημα ως προς το ανώτατο και κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος ως εξής:
   α. Αν το μεγαλύτερο εισόδημα (βιοποριστικό κριτήριο) υπερβαίνει την ανώτατη βάση περικόπτεται στο ύψος της ανώτατης βάσης.
   Η εισφορά υπολογίζεται σύμφωνα με την διάταξη που διέπει την Ιδιότητα από την οποία προέρχεται το εισόδημα (άρθρ. 39,40,98).
   β. Αν το μεγαλύτερο εισόδημα υπολείπεται της ανώτατης βάσης συμπληρώνεται από το δεύτερο εισόδημα. Αν το άθροισμα υπερβαίνει την ανώτερη βάση, περικόπτεται το δεύτερο κατά σειρά βιοπορισμού εισόδημα.
   Οι εισφορές υπολογίζονται για κάθε εισόδημα με την αντίστοιχη διάταξη (ως ανωτέρω).
   γ. Αν το άθροισμα πρώτου και δεύτερου εισοδήματος είναι μεταξύ κατώτατης και ανώτατης βάσης, τα εισοδήματα παραμένουν ως έχουν και εισφοροδοτούνται ανάλογα.
   δ. Αν το άθροισμα των εισοδημάτων είναι κάτω της κατώτατης βάσης, σε κάθε περίπτωση ως βάση υπολογισμού λαμβάνεται η κατώτατη βάση (586,08 ευρώ).
   ε. Αν τα εισοδήματα εμφανίζονται σε μία πηγή, το εισόδημα κατανέμεται ισόποσα σε κάθε Ιδιότητα ασφάλισης.
   Στην περίπτωση αυτή: 9
   Αν το συνολικό εισόδημα υπερβαίνει την ανώτατη βάση, θα περικόπτεται στο σύνολό του πριν την κατανομή.
   Αν το συνολικό εισόδημα είναι κάτω από την κατώτατη βάση, ως βάση υπολογισμού λαμβάνεται, το κατά περίπτωση, κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος, όπως αυτό περιγράφεται στην παρούσα (Παράρτημα 1).
   Τα αναφερόμενα της περ. ε εφαρμόζονται και στην περίπτωση ισόποσου εισοδήματος προερχόμενων από δύο πηγές εισοδημάτων.
   Ο υπολογισμός των εισφορών γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που καθορίζουν την εισφοροδότηση κάθε δραστηριότητας/ιδιότητας.
   Παραδείγματα υπολογισμού εισφορών περιλαμβάνονται στο Παράρτημα 3.
ΜΙΣΘΩΤΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΜΗ ΜΙΣΘΩΤΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ (Α.4)
   Εφαρμόζονται συνδυαστικά τα περιλαμβανόμενα στις ανωτέρω περιπτώσεις (Α.1, Α.2 & Α.3).
   Για την δημιουργία της βάσης υπολογισμού εισφορών λαμβάνεται αρχικά το εισόδημα από την μισθωτή απασχόληση και στη συνέχεια προστίθεται το εισόδημα από κάθε μία μη μισθωτή δραστηριότητα κατά φθίνουσα τάξη μεγέθους (βιοποριστικό κριτήριο).
Β. ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΠΟΥ ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΚΑΙ ΩΣ ΜΙΣΘΩΤΟΙ

ΠΡΟΪΣΧΥΟΝ ΚΑΘΕΣΤΩΣ
   Με τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1 και 2 εδ.β,’ και 75 παρ. 1 του Ν.3863/2010 (ΦΕΚ 115/15-7-2010 τ.Α’) οι δημόσιοι όσο και οι δημοτικοί και κοινοτικοί υπάλληλοι οι οποίοι ήταν «παλαιοί» ασφαλισμένοι, εφόσον κατά το ίδιο χρονικό διάστημα που λογίζονταν συντάξιμη η υπηρεσία τους σύμφωνα με τη νομοθεσία του Δημοσίου, παρείχαν και άλλη εργασία υπακτέα στο τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ σε διαφορετικό εργοδότη, υπάγονταν υποχρεωτικά για τη δεύτερη αυτή εργασία τους στην ασφάλιση μόνο του Κλάδου Κύριας σύνταξης του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
   Οι «νέοι» ασφαλισμένοι οι οποίοι παράλληλα με την εργασία τους ως δημόσιοι υπάλληλοι, παρείχαν και άλλη εργασία προς άλλο εργοδότη υπακτέα στην ασφάλιση του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, δεν εξαιρούνταν για την απασχόλησή τους αυτή από την ασφάλιση του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, αλλά είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν φορέα ασφάλισης σύμφωνα με το άρθρο 39 του Ν.2084/92, κατά τα γνωστά.
ΙΣΧΥΟΝ ΚΑΘΕΣΤΩΣ
   Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.1 του Ν.4387/2016 από 1/1/2017 ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση, για τους οποίους προκύπτει βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, υποχρεωτική ασφάλιση σε δύο ή περισσότερους φορείς ή τομείς ασφάλισης που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., καταβάλλουν για κάθε αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές, όπως αυτές καθορίζονται από τον παρόντα νόμο.
   Κατά συνέπεια, από την 1/1/2017 και εφεξής οι δημόσιοι υπάλληλοι «παλαιοί» και «νέοι» ασφαλισμένοι, οι οποίοι παράλληλα απασχολούνται σε εργασία ως μισθωτοί (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) υπάγονται, εκτός από την απασχόλησή τους ως δημόσιοι υπάλληλοι (άρθρο 4 και 5 του Ν.4387/2016), και για την απασχόλησή τους αυτή (ως μισθωτοί άρθρο 38 του Ν.4387/2016) στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ για όλους τους κλάδους.
   Για την πληρέστερη κατανόηση του θέματος παραθέτουμε το παρακάτω παράδειγμα:
   Δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος εργάζεται π.χ. από 1/6/2009 μέχρι σήμερα παράλληλα σε ασφαλιστέα στο τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εργασία:
   Εάν είναι «παλαιός» ασφαλισμένος, για την εργασία του αυτή, για το χρονικό διάστημα από 1/6/2009 μέχρι 14/7/2010 εξαιρείτο από την ασφάλιση του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ενώ για το χρονικό διάστημα από 15/7/2010 μέχρι 31/12/2016 είχε υποχρέωση ασφάλισης μόνο στον κλάδο κύριας σύνταξης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
   Εάν είναι «νέος» ασφαλισμένος, για το χρονικό διάστημα από 1/6/2009 μέχρι την 14/7/2010 εξαιρείτο από την ασφάλιση του Ιδρύματος, ενώ για το χρονικό διάστημα από την 15/7/2010 μέχρι 31/12/2016 είχε δικαίωμα επιλογής φορέα ασφάλισης σύμφωνα με το άρθρο 39 του Ν.2084/1992 (εξαιρουμένων των περιπτώσεων που υπάγονταν στην ασφάλιση του τ. ΕΤΑΑ-ΤΣΜΕΔΕ και ΕΤΑΑ-ΤΣΑΥ).
   Από 1/1/2017 και για τις δύο ανωτέρω αναφερόμενες περιπτώσεις έχει υποχρέωση ασφάλισης σε έναν φορέα, εν προκειμένω στον ΕΦΚΑ, και καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν.4387/2016 ως δημόσιος υπάλληλος και σύμφωνα με το άρθρο 38 του ίδιου νόμου ως μισθωτός υπαγόμενος στην ασφάλιση του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για όλους τους κλάδους (σύνταξη, ασθένεια, επικουρικό, συνεισπραττόμενους κλάδους), με την επιφύλαξη των αναφερομένων στο άρθρο 5 παρ. 2α και 38 παρ. 2 α σχετικά με το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών.
ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ (Μισθωτή – Μη Μισθωτή) – ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΣΕ ΕΝΑ ΦΟΡΕΑ (παρ.2 του άρθρου 36 Ν.4387/2016)
   Με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 36 του ν.4387/2016 ρυθμίζεται η εισφοροδότηση προσώπων που ασκούν πολλαπλή επαγγελματική δραστηριότητα (μισθωτή εργασία και αυτοαπασχόληση), για τις οποίες μέχρι 31/12/2016 προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής σε έναν μόνο φορέα κύριας ασφάλισης.
Στην περίπτωση αυτή, ο ασφαλισμένος καταβάλλει :
   α) εισφορά βάσει του άρθρου 38 του ν.4387/2016 για το εισόδημα που προέρχεται από την παροχή εξαρτημένης εργασίας και
   β) εισφορά βάσει του άρθρου 39 του ν.4387/2016 για τυχόν υπάρχον εισόδημα που προέρχεται από την άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος, για το οποίο εκδίδονται δελτία παροχής υπηρεσιών, τιμολόγια ή αποδείξεις επαγγελματικής δαπάνης. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 39 του ν.4387/2016 περί κατωτάτου ορίου μηνιαίου εισοδήματος.
   Το άθροισμα του εισοδήματος από την εξαρτημένη εργασία και το ελεύθερο επάγγελμα δεν μπορεί να υπολείπεται του κατωτάτου ορίου εισοδήματος, δηλαδή του ποσού των ευρώ 586,08 ή (ευρώ 410,26 για τους ασφαλισμένους κάτω 5ετίας), και να μην υπερβαίνει το ανώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος, δηλαδή το ποσό των ευρώ 5.860,80.
Παράδειγμα:
   Ιατρός (ασφαλισμένος άνω της 5ετίας), παρέχει μισθωτή εργασία σε ιδιωτική κλινική και συγχρόνως διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο. Και για τις δύο αυτές δραστηριότητες μέχρι 31/12/2016 υπαγόταν υποχρεωτικά στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ – ΤΣΑΥ.
Από 01/01/2017 ο ασφαλισμένος θα καταβάλλει:
   α) εισφορά βάσει του άρθρου 38 του ν.4387/2016 για το εισόδημα που προέρχεται από την παροχή μισθωτής εργασίας και
   β) εισφορά βάσει του άρθρου 39 του ν.4387/2016 εισόδημα που προέρχεται από την άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος. 11 12
   Παρακαλούμε με ευθύνη των Προϊστάμενων Δ/νσεων και Υποκαταστημάτων να λάβει γνώση ενυπόγραφα το προσωπικό των υπηρεσιών αρμοδιότητάς σας.

πηγή: DSANET.GR