Αρχειοθήκη ιστολογίου

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2020

ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ

Περίληψη των αποφάσεων της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1439-1443/2020, που αφορούν α) τις περικοπές των κυρίων συντάξεων δυνάμει των Ν 4051/2012 και Ν 4093/2012, β) τον επανυπολογισμό των συντάξεων δυνάμει του Ν 4387/2016 και γ) τον χρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων των αποφάσεων ΣτΕ Ολ 2287-8/2015 σε σχέση με το άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ

14/07/2020

ΣτΕ Ολ 1439/2020
Πρόεδρος: Α. Ράντος
Εισηγητής: Γ. Τσιμέκας, Σύμβουλος
 
Με την 1439/2020 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία εκδόθηκε σε πιλοτική δίκη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, κατόπιν αιτήσεως του Ε.Φ.Κ.Α., κρίθηκαν τα εξής: 
α)  Η θεσπισθείσα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 4387/2016 ρύθμιση της συνέχισης καταβολής των κύριων συντάξεων, όπως είχαν διαμορφωθεί την 31.12.2014, δηλαδή με τις μειώσεις που επήλθαν με τους ν. 4051/2012 και 4093/2012 για το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του νόμου 4387/2016, δηλαδή από 12.5.2016 και εφεξής, είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, όπως κρίθηκε με την απόφαση 1891/2019 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, Οι εν λόγω μειώσεις, από τη δημοσίευση του ν. 4387/2016 και εφεξής, έχουν ως νόμιμο έρεισμα την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. α΄ του τελευταίου αυτού νόμου, από το χρονικό δε αυτό σημείο και εφεξής (12.5.2016) είναι νόμιμες. Εξ άλλου, με την απόφαση 1890/2019 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (σκέψη 20), κρίθηκε καταρχήν  συνταγματικώς θεμιτή η εκ νέου κατ΄ ουσίαν θέσπιση των ως άνω περικοπών στο πλαίσιο επανυπολογισμού και των επικουρικών συντάξεων.
β) Η θεσπισθείσα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 4387/2016 ρύθμιση, η οποία, όπως εκτέθηκε, είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α., δεν θεράπευσε την διαγνωσθείσα με τις 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας αντισυνταγματικότητα των διατάξεων των νόμων 4051/2012 και 4093/2012 με τις οποίες επιβλήθηκαν οι εν λόγω μειώσεις, αλλά ισχύει από τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου, δηλαδή από 12.5.2016 και εφεξής και όχι αναδρομικώς∙ δεν ανατρέχει, συνεπώς,  στο χρόνο θεσπίσεως των εν λόγω περικοπών και, επομένως, δεν καταλαμβάνει ρυθμιστικά και το προγενέστερο της δημοσιεύσεως του ν. 4387/2016 διάστημα από 1.1.2013 έως την 11.5.2016 - υπό την έννοια της αναδρομικής ισχυροποιήσεως των επιβληθεισών με τους ανωτέρω νόμους περικοπών – για το οποίο ισχύουν τα κριθέντα με τις  2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (μειοψηφία). Όπως κρίθηκε δε με τις αποφάσεις αυτές, οι μειώσεις των συντάξεων που επιβλήθηκαν με τους νόμους 4051/2012 και 4093/2012 αντίκεινται στο Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4, και 106 παρ. 1 αυτού) και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες. Η κρίση αυτή καταλαμβάνει το χρονικό διάστημα από της θεσπίσεώς των εν λόγω μειώσεων μέχρι τη δημοσίευση του ν. 4387/2016, από το χρονικό δε αυτό σημείο (12.5.2016) και εφεξής οι εν λόγω μειώσεις έχουν ως νόμιμο έρεισμα την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. α΄ του τελευταίου αυτού νόμου. Συνεπώς, οι εν λόγω μειώσεις δεν είναι νόμιμες για το χρονικό διάστημα από της θεσπίσεώς των μέχρι τη δημοσίευση του ν. 4387/2016 (12.5.2016), ενόψει, όμως, του περιορισμού της ισχύος των αποτελεσμάτων που έθεσαν οι 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Δικαστηρίου, τη διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα των επίμαχων διατάξεων των νόμων 4051/2012 και 4093/2012 και την διαπιστωθείσα αντίθεση αυτών προς το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρόνου δημοσιεύσεως των αποφάσεων αυτών (από της θεσπίσεως των εν λόγω μειώσεων μέχρι 10.6.2015) μπορούν να επικαλεσθούν μόνον όσοι έχουν ασκήσει ένδικα βοηθήματα μέχρι τη δημοσίευση των εν λόγω αποφάσεων (10.6.2015).
γ) Με βάση τις κρίσεις των αποφάσεων της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας 2287-2288/2015 και 1891/2019, η διαγνωσθείσα αντίθεση προς υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των προαναφερθεισών διατάξεων των νόμων 4051/2012 και 4093/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκαν οι μειώσεις των συντάξεων, δεν δύναται να θεραπευθεί με μεταγενέστερες της δημοσιεύσεως των εν λόγω νόμων μελέτες, όπως είναι οι μελέτες που συνοδεύουν τον μεταγενέστερο ν. 4387/2016, για το χρονικό διάστημα από της θεσπίσεώς των έως 11.5.2016, και 
δ) Ο χρονικός περιορισμός της ισχύος των αποτελεσμάτων που έθεσαν οι 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν αφορά μόνον τη διαπίστωση της αντίθεσης προς το Σύνταγμα των διατάξεων των νόμων 4051/2012 και 4093/2012, αλλά καταλαμβάνει και τη διαπιστωθείσα αντίθεση αυτών προς το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
 
ΣτΕ Ολ 1440/2020
Πρόεδρος: Α. Ράντος
Εισηγητής: Γ. Τσιμέκας, Σύμβουλος
 
 Με την 1440/2020 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι με την 1439/2020 απόφαση της Ολομελείας έγιναν δεκτά τα εξής: α) ότι με  τις 2287 - 2288/2015 αποφάσεις της η Ολομέλεια του Δικαστηρίου έκρινε ότι οι διατάξεις, μεταξύ άλλων, του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 4051/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκαν περικοπές στις κύριες συντάξεις συνταξιούχων οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως, αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4, και 106 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α και ότι  είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες, καθώς και ότι την εν λόγω  διαγνωσθείσα αντίθεση προς τις ανωτέρω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις μπορούν να επικαλεσθούν, για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρόνου δημοσιεύσεως των αποφάσεων αυτών, μόνον όσοι έχουν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα μέχρι τη δημοσίευση των εν λόγω αποφάσεων, ήτοι μέχρι 10.6.2015, β) ότι η διαγνωσθείσα με τις ανωτέρω αποφάσεις ουσιαστική αντισυνταγματικότητα δεν θεραπεύθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 εδαφ. α΄ του ν. 4387/2016, υπό την έννοια ότι  η διάταξη αυτή, με την οποία κατ΄ ουσίαν, υιοθετήθηκαν εκ νέου, στο πλαίσιο του εισαχθέντος με το νόμο αυτό νέου ασφαλιστικού συστήματος,  οι εν λόγω περικοπές για τους ήδη κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού συνταξιούχους (παλαιούς συνταξιούχους),  ισχύει από τη δημοσίευσή της και εφεξής, δηλαδή από 12.5.2016  και εφεξής και όχι αναδρομικώς, ότι  δεν ανατρέχει, δηλαδή,  στο χρόνο θεσπίσεως των εν λόγω περικοπών, και γ) ότι η ανωτέρω  ουσιαστική αντισυνταγματικότητα των  επίμαχων διατάξεων του ν. 4051/2012 δεν μπορούσε  να θεραπευθεί με μεταγενέστερες της δημοσιεύσεως του  ανωτέρω νόμου  μελέτες, όπως είναι  οι  μελέτες που συνοδεύουν τον μεταγενέστερο ν. 4387/2016, και ότι, συνεπώς,  οι περικοπές που επιβλήθηκαν στις κύριες συντάξεις για το  χρονικό διάστημα, μεταξύ άλλων, από 1.1.2012 έως 21.9.2012 κατ΄ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ν. 4051/2012 δεν είναι νόμιμες και ότι ως προς τα αποτελέσματα της αντισυνταγματικότητας αυτής και της παραβιάσεως του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ισχύουν τα κριθέντα με τις αποφάσεις 2287 και 2288/2015 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας.  Με τα δεδομένα αυτά, η κρίση του δικάσαντος διοικητικού πρωτοδικείου ότι το προσβληθέν ενώπιόν του ενημερωτικό σημείωμα συντάξεων τριμήνου Απριλίου - Ιουνίου 2012 του  ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, κατά το μέρος που μειώθηκε με αυτό η μηνιαία κύρια σύνταξη του αναιρεσιβλήτου κατ’ εφαρμογή της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 4051/2012, δεν ήταν νόμιμο, καθώς και ότι ο αναιρεσίβλητος είχε αγώγιμη αξίωση κατά του αναιρεσείοντος Ε.Φ.Κ.Α. να διεκδικήσει ισόποση  αποζημίωση με τις περικοπές που υπέστη η σύνταξή του κατ’ εφαρμογή της  ανωτέρω διατάξεως του ν. 4051/2012 για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 21.9.2012, κρίθηκε, περαιτέρω, ότι είναι νόμιμη, δεδομένου ότι η ένδικη προσφυγή-αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου είχε ήδη ασκηθεί (στις 21.9.2012) κατά το χρόνο δημοσιεύσεως των 2287- 2288/2015 αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας .
 
ΣτΕ Ολ 1441/2020
Πρόεδρος: Α. Ράντος
Εισηγήτρια: Ά. Καλογεροπούλου, Σύμβουλος
 
Με την  1441/2020 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας το Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει αίτηση αναιρέσεως του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ( Ε.Φ.Κ.Α. ) κατά της 9714/2019 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.  Με την απόφαση αυτή  είχε γίνει  εν μέρει δεκτή  αγωγή των αναιρεσιβλήτων, πρώην υπαλλήλων του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) και ήδη  συνταξιούχων λόγω γήρατος  του αναιρεσείοντος φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως,   και είχε υποχρεωθεί  ο αναιρεσείων  Ε.Φ.Κ.Α.  να καταβάλει σε καθέναν από τους αναιρεσιβλήτους  τα αναγραφόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, ως αποζημίωση των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, για την αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υπέστησαν  οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι από την περικοπή των κύριων συντάξεών τους κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2015 έως και 30.6.2016 κατ’ εφαρμογή των κριθεισών με την αναιρεσιβαλλόμενη  απόφαση ως αντισυνταγματικών διατάξεων του ν. 4093/2012 ( A’ 222 ) .
Ειδικότερα, με την ανωτέρω απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε, αφού έγινε επίκληση των κριθέντων με  την 1439/2020 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου,  ότι η κρίση του δικάσαντος διοικητικού πρωτοδικείου ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν αγώγιμη αξίωση κατά του αναιρεσείοντος Ε.Φ.Κ.Α. να διεκδικήσουν ισόποση  αποζημίωση με τις περικοπές που υπέστησαν οι  συντάξεις τους,  κατ΄ εφαρμογή των  επίμαχων  διατάξεων του ν. 4093/2012 για το χρονικό διάστημα από 1.7.2015 έως 11.5.2016, είναι νόμιμη. Περαιτέρω κρίθηκε ότι, αντιθέτως, η κρίση του δικάσαντος διοικητικού πρωτοδικείου ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν αγώγιμη αξίωση κατά του αναιρεσείοντος Ε.Φ.Κ.Α. να διεκδικήσουν αποζημίωση και για  το χρονικό διάστημα από 12.5.2016 έως 30.6.2016 δεν είναι νόμιμη, διότι,  κατά το τελευταίο αυτό χρονικό διάστημα οι εν λόγω περικοπές έχουν  ως νόμιμο έρεισμα όχι τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 4093/2012 αλλά  τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2  περ. α΄ του ν. 4387/2016.  Έτσι, η  αίτηση αναιρέσεως του Ε.Φ.Κ.Α.   έγινε εν μέρει δεκτή και  αναιρέθηκε εν μέρει  η προσβαλλόμενη απόφαση. 

ΣτΕ Ολ 1442/2020
Πρόεδρος: Α. Ράντος
Εισηγήτρια: Ά. Καλογεροπούλου, Σύμβουλος
 
Με την 1442/2020 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας το Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει αίτηση αναιρέσεως του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ( Ε.Φ.Κ.Α. ) κατά της 12108/2019 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.  Με την απόφαση αυτή  είχε γίνει  εν μέρει δεκτή  αγωγή των αναιρεσιβλήτων, πρώην υπαλλήλων  του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) και ήδη  συνταξιούχων λόγω γήρατος  του αναιρεσείοντος φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως,  και είχε υποχρεωθεί  ο αναιρεσείων  Ε.Φ.Κ.Α.  να καταβάλει σε καθέναν από τους αναιρεσιβλήτους  τα αναγραφόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, ως αποζημίωση των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, για την αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υπέστησαν  οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι,  από την περικοπή των κύριων συντάξεών τους κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2015 έως και 30.6.2016 κατ’ εφαρμογή των κριθεισών με την αναιρεσιβαλλόμενη  απόφαση ως αντισυνταγματικών διατάξεων του ν. 4093/2012 ( A’ 222 ) .
Eιδικότερα, με την ανωτέρω απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε, αφού έγινε επίκληση των κριθέντων με  την  1439/2020 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου,  ότι η κρίση του δικάσαντος διοικητικού πρωτοδικείου ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν αγώγιμη αξίωση κατά του αναιρεσείοντος Ε.Φ.Κ.Α. να διεκδικήσουν ισόποση  αποζημίωση με τις περικοπές που υπέστησαν οι  συντάξεις τους,  κατ΄ εφαρμογή των  επίμαχων  διατάξεων του ν. 4093/2012 για το χρονικό διάστημα από 1.7.2015 έως 11.5.2016, είναι νόμιμη. Περαιτέρω κρίθηκε ότι, αντιθέτως, η κρίση του δικάσαντος διοικητικού πρωτοδικείου ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν αγώγιμη αξίωση κατά του αναιρεσείοντος Ε.Φ.Κ.Α. να διεκδικήσουν αποζημίωση και για  το χρονικό διάστημα από 12.5.2016 έως 30.6.2016 δεν είναι νόμιμη, διότι,  κατά το τελευταίο αυτό χρονικό διάστημα οι εν λόγω περικοπές έχουν  ως νόμιμο έρεισμα όχι τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 4093/2012 αλλά  τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2  περ. α΄ του ν. 4387/2016.  Έτσι, η αίτηση αναιρέσεως του  Ε.Φ.Κ.Α. έγινε εν μέρει δεκτή και  αναιρέθηκε εν μέρει  η προσβαλλόμενη απόφαση.
 
ΣτΕ Ολ 1443/2020
Πρόεδρος: Α. Ράντος
Εισηγήτρια: Ά. Καλογεροπούλου, Σύμβουλος
 
Mε την 17556/2019  απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών υποβλήθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «...εάν οι διατάξεις του ν. 4387/2016, με τις οποίες πραγματοποιήθηκε επανυπολογισμός των καταβαλλόμενων συντάξεων με βάση το ύψος των συντάξεων, όπως αυτό διαμορφώθηκε στις 31.12.2014, εφαρμόζονται, μετά την δημοσίευση της 1891/2019 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και στις εκκρεμείς υποθέσεις, ήτοι σε αγωγές συνταξιούχων που κατατέθηκαν από 12.5.2016 έως σήμερα, με τις οποίες αυτοί διεκδικούν την καταβολή αποζημίωσης, που αφορά το χρονικό διάστημα ιδίως από 12.5.2016 έως σήμερα, ενόψει μάλιστα της ύπαρξης εκκαθαριστικών σημειωμάτων καταβολής συντάξεων από τα οποία προκύπτει η διενέργεια περικοπών των ν. 4051/2012 και 4093/2012, οι οποίες είχαν κριθεί αντισυνταγματικές με τις 2287 και 2288/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της   Επικρατείας». 
Το Συμβούλιο της Επικρατείας με την  1443/2020  απόφαση της Ολομελείας  έκρινε ότι,  ύστερα από την έκδοση της  1439/2020 αποφάσεως επίσης της Ολομελείας του Δικαστηρίου και ενόψει των κριθέντων με την απόφαση αυτή, η επίλυση του ανωτέρω προδικαστικού ερωτήματος καθίσταται πλέον αλυσιτελής, διότι με την εν λόγω απόφαση απαντήθηκε, μεταξύ άλλων, και το ανωτέρω προδικαστικό ερώτημα. Πράγματι,  με την ανωτέρω απόφαση έγινε δεκτό, μεταξύ άλλων, ότι με την 1891/2019 απόφαση της Ολομελείας του   Συμβουλίου   της Επικρατείας κρίθηκε ότι  η  διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2  περ.  α΄ του ν. 4387/2016,  με την οποία, κατ΄ ουσίαν, υιοθετήθηκαν εκ νέου,  στο πλαίσιο του εισαχθέντος  με το νόμο αυτό  ασφαλιστικού συστήματος,  οι  περικοπές των διατάξεων του άρθρου 6 του ν. 4051/2012 και του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1  του ν. 4093/2012 για τους ήδη κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού συνταξιούχους ( παλαιούς συνταξιούχους ), είναι   συμβατή με το Σύνταγμα, κατά την έννοια δε της εν λόγω αποφάσεως , και με  και την Ε.Σ.Δ.Α.  Ως εκ τούτου δε κρίθηκε με την ανωτέρω 1439/2020 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι οι ένδικες   περικοπές  από τη δημοσίευση του νόμου αυτού και εφεξής, δηλαδή από 12.5.2016, είναι νόμιμες, διότι  από την τελευταία αυτή ημερομηνία   και εφεξής, οι ανωτέρω περικοπές έχουν  ως νόμιμο έρεισμα όχι τις ως άνω  διατάξεις των ν. 4051 και 4093/2012 αλλά την ανωτέρω  διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2  περ. α΄ του ν. 4387/2016. Συνεπώς, σύμφωνα με τα κριθέντα  με την  1439/2020 της Ολομελείας του Δικαστηρίου,   από τη δημοσίευση του ν. 4387/2016 και εφεξής, δηλαδή  από 12.5.2016 και εφεξής, δεν υπάρχει αγώγιμη αξίωση, κατ΄ επίκληση των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, κατά του Ε.Φ.Κ.Α. για την καταβολή αποζημιώσεως ισόποσης με τις εν λόγω περικοπές για το χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση του ως άνω νόμου και εφεξής.

πηγή: adjustice.gr

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2020

ΕΞΙΣΩΣΗ ΗΛΙΚΙΑΚΩΝ ΟΡΙΩΝ ΑΝΔΡΩΝ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Δ.ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΜΕ 25 ΕΤΙΑ ΚΑΙ ΑΝΗΛΙΚΟ ΤΟ 2010


317/2020
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΕΛ.ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΣΧΟΛΙΟ: Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ως αντισυνταγματική η διάταξη του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 169/2007), όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της, από 1.1.2011, με το ν. 3865/2010, με την οποία θεσπίζεται μικρότερο όριο συνταξιοδότησης για τις γυναίκες υπαλλήλους με ανήλικο τέκνο, οι οποίες συμπληρώνουν 25ετή συντάξιμη υπηρεσία μέχρι 31.12.2010, (συγκεκριμένα το 50 έτος της ηλικίας τους) έναντι των ανδρών υπαλλήλων.
(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

...Η διαφορετική αυτή συνταξιοδοτική μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών και, μάλιστα, τόσο αυτών που τελούν σε ειδικές συνθήκες (μητέρες με ανήλικα παιδιά), όσο και των λοιπών που δεν τελούν σε τέτοιες συνθήκες συνιστά δυσμενή διάκριση των πρώτων έναντι των δεύτερων και μόνο κριτήριο το φύλο τους, που δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος ή από λόγους που ανάγονται στην ανάγκη μεγαλύτερης προστασίας των γυναικών σε θέματα μητρότητας, γάμου και οικογένειας ή σε καθαρά βιολογικές διαφορές που επιβάλλουν τη λήψη ιδιαίτερων μέτρων υπέρ αυτών. Και τούτο διότι, κατά το μέρος που με τις συνταξιοδοτικές αυτές ρυθμίσεις σκοπείται η προστασία της οικογένειας και των παιδιών, δεν επιτρέπεται η διαφορετική μεταχείριση των δύο φύλων, δοθέντος ότι και οι δύο γονείς έχουν, δεδομένων των σύγχρονων κοινωνικών συνθηκών, τις ίδιες υποχρεώσεις και τα ίδια βάρη στο πλαίσιο της προστασίας και ανατροφής των τέκνων τους (λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι στην ως άνω διάταξη δεν προσδιορίζεται η ηλικία των τέκνων), καθώς και της λειτουργίας και της ενότητας της οικογένειας. Η θέσπιση, άλλωστε, διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδότησης με βάση το φύλο, ούτε από καθαρά βιολογικές διαφορές μεταξύ τους δικαιολογείται, αφού δεν συναρτάται με διαφορετικό προσδόκιμο ζωής, ούτε θετικό μέτρο συνιστά για την προώθηση της ισότητας μεταξύ των δύο φύλων και την άρση τυχόν υφιστάμενων ανισοτήτων σε βάρος των γυναικών, αφού, με τον τρόπο αυτό, δεν διευκολύνονται οι γυναίκες στη συνέχιση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, ούτε αποκαθίστανται τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν αυτές στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία, αλλά απλώς τίθενται σε ευνοϊκότερη θέση έναντι του άλλου φύλου με το να μπορούν να συνταξιοδοτηθούν σε μικρότερη ηλικία σε σχέση με τους άνδρες.
9. Η διαφορετική συνταξιοδοτική μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την ηλικία συνταξιοδότησής τους αντίκειται επίσης και στην αρχή της ισότητας αμοιβών, η οποί κατοχυρώνεται διαχρονικά στο ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 141 παρ. 2 της Συνθήκης του Άμστερνταμ και ήδη άρθρο 157 παρ. 2 ΣΛΕΕ) και απαγορεύει διακρίσεις λόγω φύλου για τα πρόσωπα τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, μεταξύ των οποίων και οι συνταξιοδοτούμενοι κατά το σύστημα του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (βλ. σκέψη 5). Εξ άλλου ο καθορισμός διαφορετικών ηλικιακών ορίων ως προς τη συνταξιοδότηση ανδρών και γυναικών δεν δύναται να θεωρηθεί ως επιτρεπόμενο θετικό μέτρο κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου (βλ. και άρθρο 3 της Οδηγίας 2006/54/ΕΚ), καθόσον ως τέτοιο, υπό τις κρατούσες πλέον κοινωνικές συνθήκες, μπορεί να θεωρηθεί μόνο εκείνο που εξασφαλίζει την ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στην κοινωνική και οικονομική ζωή, ενισχύει και διευκολύνει την επαγγελματική δραστηριότητα των γυναικών ή αντισταθμίζει τα μειονεκτήματα που αντιμετωπίζουν στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία.
10. Εφόσον δε, κατά το ανωτέρω, η ως άνω συνταξιοδοτική διάταξη, με την οποία θεσπίζεται μικρότερο όριο ηλικίας για τη συνταξιοδότηση των γυναικών εισάγει διάκριση εις βάρος των ανδρών χωρίς να υφίστανται αποχρώντες λόγοι που να τη διευκολύνουν, είναι ανίσχυρη ως αντίθετη στην αρχή της ισότητας, όπως αυτή κατοχυρώνεται τόσο στο Σύνταγμα όσο και στις προαναφερόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου. Ως εκ τούτου, προς αποκατάσταση της ίσης μεταχείρισης των δύο φύλων, για όσο χρονικό διάστημα διατηρείται σε ισχύ η δυσμενής αυτή διάκριση σε βάρος των ανδρών (ήτοι για όσους έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι 31.12.2010, καθόσον από 1.1.2011 τα ηλικιακά όρια συνταξιοδότησης ανδρών και γυναικών εξισώθηκαν), πρέπει να επεκταθεί και στους άνδρες υπαλλήλους η ευνοϊκότερη ρύθμιση που ισχύει για τις γυναίκες (βλ. απόφ. ΔΕΚ C-559/07, της 26ης Μαρτίου 2009, Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας σκ. 26, Ολ. Ελ. Συν. 1268/2018, 734/2018, 1807/2014).
ΠΗΓΗ: https://www.elsyn.gr/ (ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΤΑΣ)


Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2020

ΑΡΣΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ


ΑΡΣΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΜΟΝ.ΠΡΩΤ.ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ 1006/2020


(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

....Κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 1685 ΑΚ, η δικαστική συμπαράσταση αίρεται αν έχουν εκλείψει οι λόγοι που την προκάλεσαν, δηλαδή ανάλογα με το συγκεκριμένο λόγο που προκάλεσε την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση, είτε με τη θεραπεία του συμπαραστατουμένου από την ψυχική ή διανοητική διαταραχή ή σωματική αναπηρία από την οποία έπασχε, σε τέτοιο βαθμό που να έχει τη δυνατότητα αυτομέριμνας των υποθέσεών του, είτε με τη βελτίωση της ασωτίας, της τοξικομανίας ή του αλκοολισμού, εξαιτίας της οποίας τέθηκε σε δικαστική συμπαράσταση, σε τέτοιο βαθμό που να μην εκθέτει πλέον στον κίνδυνο στέρησης τον ίδιο και τους αναφερομένους στο άρθρο 1666 παρ. 1 περ.2 ΑΚ συγγενείς του. Η άρση της δικαστικής συμπαράστασης επιφέρει λήξη, κατάλυση αυτής, με συνέπεια την επάνοδο του προσώπου στην κατάσταση που βρισκόταν πριν από την κήρυξή της, από την άποψη της δικαιοπρακτικής ικανότητας και της επιμέλειας (ΕφΘεσ 432/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, στην ίδια διάταξη ορίζεται ότι η διαδικασία της άρσης κινείται ύστερα από αίτηση των προσώπων που δικαιούνται να ζητήσουν την κήρυξη της δικαστικής συμπαράστασης. Επομένως, νομιμοποιούνται ο εισαγγελέας ή και το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, οι γονείς, τα τέκνα και ο σύζυγος του συμπαραστατούμενου, εφόσον υφίσταται έγγαμη συμβίωση, καθώς και ο ίδιος ο συμπαραστατούμενος. Ο τελευταίος δε, έχει τη δυνατότητα να ζητήσει την άρση, ο ίδιος. χωρίς να υφίσταται ανάγκη εκπροσώπησής του από το δικαστικό του συμπαραστάτη, ως νόμιμο αντιπρόσωπό του, ακριβώς λόγω του ότι ο ίδιος είναι πλέον υγιής, και δεν νοσεί από την πάθηση εξαιτίας της οποίας τέθηκε σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης. Σε αυτόν εξάλλου το λόγο οφείλεται και η επιλογή του νομοθέτη περί αποκλεισμού του δικαστικού συμπαραστάτη από τα άτομα που νομιμοποιούνται να ζητήσουν την άρση αυτής. (Βλ. σχετ. Α. Γεωργιάδης-Μ. Σταθόπουλος, ΕρμΑΚ, Οικογενειακό Δίκαιο, τομ VIII, άρθρ. 1685-1686, σημ. 11, 12, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρνομΑΚ, Οικογενειακό Δίκαιο, τόμος Ε, άρθρ1685, σημ.3, σελ. 1424).

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: ΕΛΕΝΗ ΚΥΡΑΡΙΝΗ

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2020

ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΣΕ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥΣ ΜΕ ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ- ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΜΙΣΘΩΤΟΥ



ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΣΕ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥΣ ΜΕ ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ- ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΜΙΣΘΩΤΟΥ








190/2020 ΑΠΟΦΑΣΗ ΜΟΝ.ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ

ΣΗΜΕΙΩΜΑ: Η απόφαση αυτή ασχολήθηκε μεταξύ άλλων με τα θέματα του ορισμένου του δικογράφου της αγωγής σε εργατική διαφορά με την οποία ζητούνται δεδουλευμένες αποδοχές, το καθεστώς εργασίας του προσωπικού αγροτικών συνεταιρισμών και την έννοια της τροποποιητικής καταγγελίας καθώς και τη δυνατότητα ανάκλησης αυτής. Σχετικά είναι και τα επιλεγμένα αποσπάσματα:
.’’κατά τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 416 και 422 εδ α του ΑΚ, από τις οποίες η πρώτη ορίζει η ενοχή αποσβήνεται με την καταβολή και η δεύτερη ότι, αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί, προκύπτει ότι ο οφειλέτης, εναγόμενος προς πληρωμή ορισμένου χρέους, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής που επάγεται την απόσβεση της οφειλής του, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, καθόσον αυτό εξυπακούεται, αφού γι' αυτό μόνος είναι η διαφορά. Κατά συνέπεια δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αγωγή για το ορισμένο αυτής και τα ποσά που καταβλήθηκαν στον ενάγονται μισθωτό από τον εναγόμενο εργοδότη του και μάλιστα χωριστά για κάθε επί μέρους αγωγικό κονδύλιο (αποδοχές, επιδόματα, προσαυξήσεις για παροχή υπερεργασιακής εργασίας), διότι οι καταβολές αυτές θεμελιώνουν κατά το άρθρο 416 του ΑΚ ένσταση εξόφλησης εκ μέρους του εναγομένου εργοδότη. Αν παρά ταύτα στο δικόγραφο της αγωγής διαλαμβάνεται συνολικά και το ποσό που για τις αιτίες αυτές καταβλήθηκε στον ενάγοντα, η ως άνω αναφορά ενέχει καθ' υποφοράν άρνηση του ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου εργοδότη περί περαιτέρω καταβολών και δεν καθιστά αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη την αγωγή, κατά τα ως άνω κεφάλαια, αφού οι καταβολές αυτές αποτελούν μέρος του συνόλου των αξιώσεων του μισθωτού από διάφορες αιτίας που θεμελιώνουν και την ιστορική βάση της αγωγής, από το άθροισμα δε όλων των επίδικων απαιτήσεων του ενάγοντος που θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία και αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς, θα αφαιρεθεί το συνολικό ποσό που στην αγωγή αναγράφεται ως καταβληθέν. Κατά συνέπεια η παράλειψη της μνείας του ύψους των εν λόγω καταβολών χωριστά για κάθε κονδύλιο, δεν επάγεται αδυναμία άμυνας του εναγομένου εργοδότη, αφού οι καταβολές αυτές στηρίζουν ισχυρισμό αυτού περί ολικής ή μερικής εξόφλησης (αρθ. 416 και 422 εδ. α του ΛΚ) και όχι ισχυρισμό του ενάγοντος, οπότε η σχετική σύγκριση θα γίνει με βάση το είδος και το ύψος των επί μέρους απαιτήσεων, πριν την πιο πάνω αφαίρεση (ΑΠ 1004/2017, Νόμος)’’...
...’’Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων που αφορούν τη διάκριση του προσωπικού των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων σε τακτικό (δηλαδή αυτό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτών κ.λπ.) και με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχικές ή πρόσκαιρες ανάγκες) προκύπτει ότι το τακτικό προσωπικό των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων συνδέεται με αυτές με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και, αντίστροφα, ότι οι προσλαμβανόμενοι από τέτοιες οργανώσεις, στερούμενων εσωτερικών κανονισμών λειτουργίας, ψηφισθέντος και εκδοθέντος από τη γενική τους συνέλευση, για κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών τους, έστω με ανανεούμενη ή παρατεινόμενη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ανήκουν στο τακτικό προσωπικό αυτών (ΑΠ 681/2018, ΑΠ 919/2017, ΑΠ 1256/2013, ΑΠ 1693/2011, Νόμος, βλ. αντίθετη ΑΠ 52/2009, Νόμος).’’...
...’’Από τη διάταξη δεν της παραγράφου 4 της ως άνω ΠΥΣ υπ' αριθ. 6/2012 συνάγεται επίσης ότι οι ΣΣΕ, που έληξαν ή καταγγέλθηκαν εντός του τελευταίου εξαμήνου, πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4046/2012, εξακολουθούν να ισχύουν για ένα τρίμηνο, ήτοι από τις 14.2.2012 έως τις 14.5.2012 και δεσμεύουν όπως προαναφέρθηκε τους εργαζομένους και τους εργοδότες που συμβλήθηκαν σ' αυτές. Εκ άλλου σύμφωνα με τη γενική "αρχή της εύνοιας" υπέρ των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, η προσπάθεια αναζήτησης της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τον εκμισθωτή της εργασίας δεν περιορίζεται μόνο στο συσχετισμό μεταξύ συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά επεκτείνεται και στη σχέση μεταξύ περισσότερων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν εν δυνάμει τους όρους αμοιβής και εργασίας σε συγκεκριμένη περίπτωση (π.χ. νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης κ.λ.π.) Με βάση, λοιπόν, την "αρχή της εύνοιας" υπέρ των μισθωτών, που ήδη προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν. 1876/1990, "οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφ' όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους". Αυτό συμβαίνει, διότι οι κανονιστικοί όροι μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας (ΣΣΕ) περιέχουν τα κατώτατα όρια προστασίας και, ως εκ τούτου, απαγορεύουν την τυχόν δυσμενέστερη ρύθμιση με μια ατομική σύμβαση, όχι, όμως, και την δι' αυτής βελτίωση της προστασίας των εργαζόμενων. Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, η "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων". Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ολΑΠ 1/2007, ΑΠ 773/2017, ΑΠ 692/2014, Νόμος). Επομένως, σε ατομικό επίπεδο, είναι έγκυρη, η μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, ρητή ή σιωπηρή, συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει για την εργασία που παρέχει στον πρώτο την αμοιβή, που προβλέπεται από ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει ΣΣΕ που καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων που καταρτίζουν τη συλλογική. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συλλογικές ρυθμίσεις, προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη (ΑΠ 874/2018, ΑΠ 773/2017, ΑΠ 692/2014, Νόμος).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349 έως 351, 361, 648 παρ1, 652 παρ.1. 656 του ΑΚ 1, 3, 7 και 8 του ν. 2112/1920, όπως το τελευταίο ερμηνεύτηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 παρ1 του α.ν. 547/1937 και 5 παρ 3 του ν. 3198/1955, συνάγεται ότι επί μονομερούς από τον εργοδότη βλαπτικής για το μισθωτό μεταβολής των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο μισθωτής έχει την ευχέρεια α) είτε να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συντελείται κατά το άρθρο 361 του ΑΚ νέα σύμβαση εργασίας, τροποποιητική της αρχικής, που καταλύει το δικαίωμα του μισθωτού να απαιτήσει την εκπλήρωση της ενοχής με τους αρχικούς όρους, β) είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη και, αποχωρώντας από την εργασία του, να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση, γ) είτε να αποκρούσει τη μεταβολή και να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους, αξιώνοντας την τήρηση των όρων αυτών, οπότε ο εργοδότης, αν δεν αποδέχεται την εργασία με τους αρχικούς όρους, οφείλει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 442/2016. ΑΠ 363/2015, ΑΠ 624/2015, Νόμος). Εξάλλου, βλαπτική μεταβολή, που παρέχει στον εργαζόμενο τα παραπάνω δικαιώματα, συνιστά και η μείωση των αποδοχών (ΑΠ 72/2019, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 431/2010, ΑΠ 1288/2003, ΑΠ 1431/2002, ΑΠ 1299/2001, ΕφΔωδ 365/2005, ΕφΠειρ 36/2004, ΕφΠατρ 748/2004μ Νόμος). Το μισθό που δίδεται με την πρόθεση να αποτελέσει αντάλλαγμα της παροχής της εργασίας, δεν δικαιούται να μειώσει ο εργοδότης μονομερώς, εκτός αν επιφύλαξε στον εαυτό του τέτοιο δικαίωμα με τη σύμβαση (υπό την προϋπόθεση πάντοτε ότι και ο νέος μετά τη μείωση μισθός δεν υπολείπεται του θεσπισμένου από τις οικείες κανονιστικές διατάξεις) ή αν δόθηκε από ελευθεριότητα, αλλά όχι με την πρόθεση να αποτελέσει αντάλλαγμα της παροχής της εργασίας ή δόθηκε αποκλειστικά προς αντιμετώπιση λειτουργικών αναγκών της επιχειρήσεως που έπαυσαν ( ΑΠ 1681/2010, ΑΠ 1455/2003 Νόμος, ΑΠ 1937/1988 ΔΕΝ 45, 920). Περαιτέρω, σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 361 και 669 παρ 2 ΑΚ, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (ως μονομερής απευθυντέα δικαιοπραξία), ασκείται με δήλωση του καταγγέλοντος, η οποία γνωστοποιείται σε αυτόν που απευθύνεται, χωρίς να χρειάζεται να τύχει αποδοχής από αυτόν, παράγει δε τα έννομα αποτελέσματά της, δηλαδή τη λύση της σύμβασης εργασίας, κατά την υπό του άρθρου 167 ΑΚ θεωρία της λήψης, ευθύς ως περιέλθει σύννομα σε αυτόν στον οποίο απευθύνεται και ανεξάρτητα από τη γνώση του τελευταίου, αρκεί μόνο να ήταν δυνατόν υπό κανονικές συνθήκες αυτός να λάβει γνώση αυτής (ΑΠ 1127/2019, ΑΠ 72/2019, ΑΠ 277/2016, ΑΠ 359/2015, ΑΠ 541/2014, ΑΠ 94/2004, ΑΠ 162/1983, Νόμος). Λόγω δε του διαπλαστικού χαρακτήρα του δικαιώματος αυτού, η καταγγελία δεν είναι δεκτική αιρέσεως (ΑΠ 397/2017, ΑΠ 277/2016, 65/2012, 524/2008, Νόμο), εκτός εάν η πλήρωση αυτής εξαρτάται αποκλειστικά από τη θέληση εκείνου προς τον οποία απευθύνεται (εξουσιαστική αίρεση) (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 1199/2002, Νόμος). Μετά την περιέλευσή της στον εργαζόμενο δεν μπορεί να γίνει ούτε ανάκληση αυτής από τον εργοδότη έστω και με τη συναίνεση του εργαζόμενου, αφού η ανάκληση έχει νομική ενέργεια μόνο αν γίνει προηγουμένως ή ταυτοχρόνως με την καταγγελία (άρθρο 168 Α.Κ.) ούτε, περαιτέρω, να συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου ότι αυτή δεν θα αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της (ΑΠ 55/2015, ΑΠ 1619/2006, ΑΠ 1792/1987, ΑΠ 162/1983, ΕφΠατρ 437/2011, Νόμος). Εξάλλου η συνέχιση, μετά την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, της προσφοράς της εργασίας από τον εργαζόμενο και η αποδοχή της από τον εργοδότη, μπορεί να οδηγήσει μόνο στη σύναψη νέας σύμβασης εργασίας χωρίς να επιδρά στη λύση της σύμβασης εργασίας που επέρχεται με την περιέλευση της καταγγελίας στον εργαζόμενο. (ΑΠ 1619/2006, Νόμος).’’...

Δικηγόρος εκκαλούντος-εναγόμενου : Βασίλειος Στάθης, Δ.Σ.Καρδίτσας
Δικηγόροι εφεσιβλήτων-εναγόντων: Ελένη Κυραρίνη ΔΣΑ, Ευαγγελία Κουρεμένου Δ.Σ.Τρικάλων.






Τρίτη, 21 Απριλίου 2020

ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ 2ΗΣ ΑΓΩΓΗΣ & ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ


Περίληψη απόφασης του Α΄ Τμήματος σχετικά με τον χρόνο έναρξης της προθεσμίας άσκησης δεύτερης αγωγής κατ' άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3659/2008


ΣτΕ 507/2020
Πρόεδρος: Σπ. Χρυσικοπούλου
Εισηγήτρια: Αικ. Ρωξάνα

Από τα άρθρα 8 και 82 του ν. 3659/2008 προκύπτει ότι η παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 3659/2008 (με την οποία προστέθηκε παρ. 2 στο άρθρου 76 του Κ.Δ.Δ.) καταλαμβάνει τις δεύτερες αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3659/2008, δηλαδή από 7.6.2008 και εφεξής, εντός προθεσμίας εξήντα ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης αποφάσεως επί της πρώτης αγωγής, εφόσον η κοινοποίηση αυτή λαμβάνει χώρα μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, δηλαδή μετά τις 7.6.2008. Καταλαμβάνει, επίσης, εφόσον το ορίζει ρητώς και ειδικώς η μεταβατική διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου 8 του ν. 3659/2008, τις υποθέσεις επί δεύτερων αγωγών που είναι εκκρεμείς σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κατά την έναρξη ισχύος του στις 7.6.2008. Τέλος, καταλαμβάνει και τις δεύτερες αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή από 7.6.2008 και εφεξής, αν η τελεσίδικη απόφαση επί της πρώτης αγωγής έχει κοινοποιηθεί στον ενάγοντα πριν από την έναρξη ισχύος του. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εξηκονθήμερη προθεσμία για την άσκηση της δεύτερης αγωγής εκκινεί από την επομένη της ενάρξεως ισχύος του ν. 3659/2008, δηλαδή από 8.6.2008. Συνεπώς, το διοικητικό εφετείο εσφαλμένως έκρινε μη εφαρμοστέο το άρθρο 8 του ν. 3659/2008 και απέρριψε ως απαράδεκτη δεύτερη αγωγή ασκηθείσα μετά τις 7.6.2008, λαμβάνοντας ως αφετηρία της εξηκονθήμερης προθεσμίας για την άσκηση της δεύτερης αγωγής την κοινοποίηση της τελεσίδικης αποφάσεως περί απορρίψεως της πρώτης αγωγής, παρόλο που η κοινοποίηση αυτή είχε γίνει σε χρόνο προγενέστερο της ενάρξεως ισχύος του νόμου.

ΣΧΟΛΙΑ:  Ειδικά όσον αφορά στην απόρριψη ένδικου βοηθήματος ως απαραδέκτου λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, εφαρμογή έχουν οι κατωτέρω διατάξεις:
Σύμφωνα με  το άρθρο 9 παρ. 4 του νόμου 1649/1986, ορίζεται ότι :«Αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, ενόψει των ρυθμίσεων του ν. 1406/1983, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών, από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε’’.

Ενώ και το άρθρο 41 του Ν.3659/2008 επαναλαμβάνει: «Αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο ή αφότου καταστεί τελεσίδικη η επιδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε...’’
Εφιστάται η προσοχή στο χρόνο έναρξης της προθεσμίας η οποία κατά το άρθρο 9 ν.1649/1986 συμπίπτει με το άρθρο 76 παρ 2 ΚΔΔ (κοινοποίηση τελεσίδικης Απόφασης) κατά δε το άρθρο 41 ν. 3659/2008 άρχεται από από την επίδοση της τελεσίδικης Απόφασης ή αφότου καταστεί τελεσίδικη η επιδοθείσα πρωτόδικη (έναρξη προθεσμίας μετά την παρέλευση 60 ημερών από κοινοποίηση πρωτόδικης).


πηγή: adjustice.gr
σχόλια: Ελένη Κυραρίνη

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2020

COVID 19 ΠΝΠ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΙΩΣΗ ΜΙΣΘΩΜΑΤΩΝ, ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΠΛΗΤΤΟΜΕΝΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ.


ΠΝΠ 20-3-2020 Κατεπείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεπειών του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού COVID-19, τη στήριξη της κοινωνίας και της επιχειρηματικότητας και τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της αγοράς και της δημόσιας διοίκησης.
...
Μείωση μισθώματος επαγγελματικών μισθώσεων και μισθώσεων κύριας κατοικίας κατά 40% για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 2020 για τις επιχειρήσεις που ανεστάλη ή απαγορεύθηκε η λειτουργία τους και τους εργαζομένους αυτών αντίστοιχα.
Άρθρο 2ο: 1. Ο μισθωτής επαγγελματικής μίσθωσης προς εγκατάσταση επιχείρησης, για την οποία έχουν ληφθεί ειδικά και έκτακτα μέτρα περί αναστολής ή προσωρινής απαγόρευσης λειτουργίας για προληπτικούς ή κατασταλτικούς λόγους που σχετίζονται με τον κορωνοϊό COVID-19, απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του 40% του συνολικού μισθώματος για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 2020, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων περί μισθώσεων. Τέλος χαρτοσήμου και ΦΠΑ κατά περίπτωση υπολογίζονται εκ νέου και επιβάλλονται επί του μισθώματος που προκύπτει από την ανωτέρω μερική καταβολή. Η μερική μη καταβολή του μισθώματος του πρώτου εδαφίου δεν γεννά δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης εις βάρος του μισθωτή ούτε οποιαδήποτε άλλη αστική αξίωση. Τα οριζόμενα στα προηγούμενα εδάφια ισχύουν και για την περίπτωση μισθωτών στους οποίους έχει παραχωρηθεί έναντι μισθώματος η χρήση πράγματος, κινητού ή ακινήτου, ή και των δύο μαζί, που προορίζεται αποκλειστικά για επαγγελματική χρήση, στο πλαίσιο χρηματοδοτικής μίσθωσης, και αφορά σε επιχειρήσεις για τις οποίες έχουν ληφθεί ειδικά και έκτακτα μέτρα περί αναστολής ή προσωρινής απαγόρευσης λειτουργίας για προληπτικούς ή κατασταλτικούς λόγους που σχετίζονται με τον κορωνοϊό COVID-19.
2. Η παρ. 1 ισχύει και για τις συμβάσεις μίσθωσης κύριας κατοικίας, στις οποίες μισθωτής είναι εργαζόμενος σε επιχείρηση της ίδιας παραγράφου, του οποίου έχει ανασταλεί προσωρινά η σύμβαση εργασίας λόγω των μέτρων αποφυγής της διασποράς του κορωνοϊού COVID-19. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου απαιτείται ο εργαζόμενος να συνδεόταν με σχέση εργασίας με την επιχείρηση κατά τον χρόνο έναρξης εφαρμογής των ειδικών και έκτακτων μέτρων περί αναστολής ή προσωρινής απαγόρευσης λειτουργίας για προληπτικούς ή κατασταλτικούς λόγους που σχετίζονται με τον κορωνοϊό COVID-19.
Λειτουργία επιχειρήσεων με προσωπικό ασφαλούς λειτουργίας για χρονικό διάστημα έως 6 μήνες
Άρθρο 9ο 1. Στο πλαίσιο των έκτακτων και προσωρινών μέτρων στην αγορά εργασίας για την αντιμετώπιση και τον περιορισμό της διασποράς του κορωνοϊού COVID-19, και πάντως για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας, o εργοδότης δύναται, με απόφασή του, να ορίζει προσωπικό ασφαλούς λειτουργίας της επιχείρησης ως εξής: α) Κάθε εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται κατ’ ελάχιστο δύο (2) εβδομάδες με περίοδο αναφοράς τον μήνα, συνεχόμενα ή διακεκομμένα, β) Ο ανωτέρω τρόπος οργάνωσης της εργασίας γίνεται ανά εβδομάδα και εντάσσεται σε αυτόν τουλάχιστον το 50% του προσωπικού της επιχείρησης, γ) Εργοδότης που θα εφαρμόσει αυτόν τον τρόπο οργάνωσης της εργασίας υποχρεούται να διατηρήσει τον ίδιο αριθμό εργαζομένων που απασχολούνταν κατά την έναρξη εφαρμογής του. 2. Στο τέλος κάθε μήνα o εργοδότης υποχρεούται να δηλώνει την εφαρμογή του ανωτέρω τρόπου εργασίας σε ειδικό έντυπο στο Πληροφοριακό Σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ» του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων. 3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

Μεταφορά προσωπικού μεταξύ επιχειρήσεων που πλήττονται του ιδίου ομίλου.
Άρθρο 10ο 1. Στο πλαίσιο των έκτακτων και προσωρινών μέτρων στην αγορά εργασίας για την αντιμετώπιση και τον περιορισμό της διασποράς του κορωνοϊού COVID-19, ο εργοδότης του οποίου η επιχειρηματική δραστηριότητα πλήττεται σημαντικά ή τελεί υπό απαγόρευση της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του με βάση τις κείμενες κανονιστικές πράξεις, δύναται να μεταφέρει προσωπικό από επιχείρηση του ομίλου σε επιχείρηση του ιδίου ομίλου, κατόπιν σχετικής μεταξύ τους συμφωνίας. 2. Οι επιχειρήσεις του ομίλου που θα εφαρμόσουν τα οριζόμενα στην παρ. 1 υποχρεούνται να διατηρήσουν, συνολικά, τον ίδιο αριθμό εργαζομένων που απασχολούνταν πριν από τη μεταφορά. 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος. 4. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ρυθμίζονται ο τρόπος, ο χρόνος και η διαδικασία δήλωσης της μεταβολής της παρ. 1 στο Πληροφοριακό Σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ».

α)Ακυρότητα καταγγελιών σύμβασης εργασίας επιχειρήσεων -εργοδοτών που η δραστηριότητα τους έχει ανασταλεί κατόπιν εντολής δημόσιας αρχής.
β) Δυνατότητα αναστολής συμβάσεων εργασίας μέρους ή συνόλου του προσωπικού τους έως 1 μήνα (20/3 ως 19/4) από επιχειρήσεις που πλήττονται σημαντικά (Βάσει των δημοσιευμένων Κ.Α.Δ) εφόσον δεν προβούν σε απολύσεις και διατηρήσουν τον ίδιο αριθμό θέσεων εργασίας για το ίδιο χρονικό διάστημα από τη λήξη της αναστολής (δηλαδή για 1 μήνα).
γ) Χορήγηση στους εργαζόμενους που ανεστάλη η σύμβαση εργασίας τους οικονομικής ενίσχυσης ειδικού σκοπού και αντίστοιχης πλήρους ασφαλιστικής κάλυψης.
δ) Χορήγηση στους εργαζόμενους που έληξε η σύμβαση εργασίας τους από 1-3-2020 ως και 19-3-2020 οικονομικής ενίσχυσης ειδικού σκοπού.
Άρθρο 11ο 1. Οι επιχειρήσεις-εργοδότες, που τελούν σε αναστολή της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, κατόπιν εντολής δημόσιας αρχής, και για όσο χρονικό διάστημα διαρκούν τα μέτρα αντιμετώπισης του κορωνοϊού COVID-19, υποχρεούνται να μην προβούν σε μειώσεις προσωπικού με καταγγελία των συμβάσεων εργασίας. Σε περίπτωση πραγματοποίησής τους, οι καταγγελίες αυτές είναι άκυρες. Ως ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος ορίζεται η 18η Μαρτίου 2020.
2. Α. α) Επιχειρήσεις-εργοδότες του ιδιωτικού τομέα, που πλήττονται σημαντικά, λόγω των αρνητικών συνεπειών του φαινόμενου του κορωνοϊού-COVID 19, δύνανται να αναστέλλουν τις συμβάσεις εργασίας μέρους ή του συνόλου του προσωπικού τους, προκειμένου να προσαρμοστούν οι λειτουργικές ανάγκες τους στο δυσμενές περιβάλλον που δημιουργείται. Η αναστολή των συμβάσεων εργασίας μπορεί να εφαρμοστεί μέχρι ένα (1) μήνα από τη δημοσίευση της παρούσας, με δυνατότητα παράτασης με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, λαμβάνοντας υπόψη την πορεία εξέλιξης του φαινομένου. β) Οι επιχειρήσεις-εργοδότες του ιδιωτικού τομέα που κάνουν χρήση της ανωτέρω ρύθμισης απαγορεύεται ρητά να προβούν σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας για το σύνολο του προσωπικού τους και, σε περίπτωση πραγματοποίησής της, αυτή είναι άκυρη. γ) Οι επιχειρήσεις-εργοδότες του ιδιωτικού τομέα που κάνουν χρήση της ανωτέρω ρύθμισης υποχρεούνται μετά τη λήξη του χρόνου της αναστολής των συμβάσεων εργασίας του προσωπικού τους, να διατηρήσουν τον ίδιο αριθμό θέσεων εργασίας για χρονικό διάστημα ίσο με εκείνο της αναστολής. δ) Η διάταξη της περ. α) της υποπαρ. 2Α εφαρμόζεται μόνο σε επιχειρήσεις-εργοδότες του ιδιωτικού τομέα, που έχουν οριστεί από το Υπουργείο Οικονομικών, βάσει Κ.Α.Δ κύριας δραστηριότητας, ως κλάδοι πληττόμενοι από την εξάπλωση του κορωνοϊού COVID-19. Β. α) Οι εργαζόμενοι, των οποίων η σύμβαση εργασίας τελεί σε αναστολή, είτε λόγω απαγόρευσης της λειτουργίας της επιχείρησης με εντολή δημόσιας αρχής, είτε λόγω εφαρμογής του μέτρου της περ. α) της υποπαρ. 2Α, είναι δικαιούχοι έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης, ως αποζημίωσης ειδικού σκοπού. β) Δικαιούχοι της έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης, ως αποζημίωσης ειδικού σκοπού, είναι επίσης οι εργαζόμενοι των οποίων η σύμβαση εργασίας έχει λυθεί από 1ης Μαρτίου 2020 έως 20 Μαρτίου 2020, είτε με καταγγελία από τον εργοδότη είτε με οικειοθελή αποχώρηση από τους ίδιους. γ) Η αποζημίωση ειδικού σκοπού είναι ακατάσχετη, αφορολόγητη και δεν συμψηφίζεται με οποιαδήποτε οφειλή. δ) Οι Α.Π.Δ. των εργαζομένων, των οποίων οι συμβάσεις εργασίας τελούν σε αναστολή, υποβάλλονται από τον εργοδότη. Η δαπάνη της πλήρους ασφαλιστικής τους κάλυψης υπολογίζεται επί των ονομαστικών μισθών τους. ε) Η δαπάνη για την αποζημίωση ειδικού σκοπού και την ασφαλιστική κάλυψη των εργαζομένων καλύπτεται από τον κρατικό προϋπολογισμό.

πηγή: www.et.gr 
Επεξεργασία - σχολιασμός: Ελένη Κυραρίνη

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2020

COVID 19 ΜΕΤΡΑ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ


Π.Ν.Π. 11.3.2020 (ΦΕΚ Α' 55) & Εγκ.οικ.12339/404/12.3.2010 Υπ. Εργασίας: ΕΞ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑ-ΑΔΕΙΑ ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΚΟΠΟΥ- ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

Α. Εξ αποστάσεως εργασία με απόφαση του εργοδότη
1. Ο εργοδότης δύναται με απόφασή του να καθορίζει ότι η εργασία που παρέχεται από τον εργαζόμενο θα πραγματοποιείται εξ αποστάσεως χωρίς να απαιτείται η φυσική του παρουσία στον τόπο εργασίας.
2. Η κυριότερη μορφή της εξ αποστάσεως εργασίας είναι η τηλεργασία και στην εν λόγω περίπτωση η επιλογή αυτής της μορφής απασχόλησης αποτελεί διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, το οποίο του δίνει την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της.
Β. Άδεια ειδικού σκοπού εργαζόμενων γονέων
Ι. ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ
Ειδικό μέτρο που αποβλέπει στη διευκόλυνση των εργαζόμενων γονέων (φυσικών, θετών ή ανάδοχων γονέων) του ιδιωτικού τομέα για τη φροντίδα των παιδιών τους για το διάστημα που α) βρεφικοί, βρεφονηπιακοί και παιδικοί σταθμοί, β) σχολικές μονάδες υποχρεωτικής εκπαίδευσης, γ) ειδικά σχολεία ή σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας των παιδιών, δομές παροχής υπηρεσιών ανοικτής φροντίδας για άτομα με αναπηρία παραμένουν κλειστές για την αντιμετώπιση και τον περιορισμό της διάδοσης του κορωνοϊού COVID-19.
Η λήψη της άδειας ειδικού σκοπού συνιστά δικαίωμα του εργαζόμενου να το αιτηθεί στον εργοδότη και εκείνος οφείλει να την εγκρίνει, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη λήψη της.
Το δικαίωμα ισχύει και για τους δύο εργαζόμενους γονείς, εφόσον εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα.
Ειδικότερα:
1.Εάν και οι δύο γονείς εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα & στον ίδιο εργοδότη
Δικαίωμα άδειας έχει είτε ο ένας αποκλειστικά είτε κατάτμηση της ειδικής άδειας σε διαστήματα, τα οποία κοινοποιούν στον εργοδότη με υπεύθυνες δηλώσεις.
2. Εάν οι δύο γονείς εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα σε διαφορετικό εργοδότη,
Δικαίωμα άδειας έχει είτε ο ένας αποκλειστικά είτε κατάτμηση της ειδικής άδειας σε διαστήματα, τα οποία κοινοποιούν στον εργοδότη με υπεύθυνες δηλώσεις.
3. Εάν ο ένας γονέας εργάζεται με μισθωτή εργασία και ο άλλος είναι ελεύθερος επαγγελματίας:
Την άδεια δικαιούται ο μισθωτός γονέας.
4. Αν ο ένας γονέας είναι εργαζόμενος στο δημόσιο και ο άλλος γονέας είναι εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα
Δικαίωμα άδειας έχει είτε ο ένας αποκλειστικά είτε κατάτμηση της ειδικής άδειας σε διαστήματα, τα οποία κοινοποιούν στον εργοδότη με υπεύθυνες δηλώσεις.
-Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις: α) αν ο ένας εργαζόμενος γονέας βρίσκεται σε άλλη νόμιμη άδεια, τότε ο έτερος δεν δικαιούται να κάνει χρήση της άδειας ειδικού σκοπού για όσο διάστημα διαρκεί αυτή η άδεια. β) Σε περίπτωση που ο εργοδότης αναστείλει τη λειτουργία της επιχείρησής του λόγω κορωνοϊού, ο εργαζόμενος γονέας δεν δικαιούται την άδεια ειδικού σκοπού.
5. Σε περίπτωση που εργάζεται μόνο ο ένας γονέας
Δεν δικαιούται την ειδική άδεια. Εξαιρέσεις: Αν ο έτερος γονέας νοσηλεύεται, ή νοσεί από τον κορωνοϊό ή είναι άτομο με αναπηρία (ΑμεΑ) που λαμβάνει επίδομα από τον ΟΠΕΚΑ.
6. Σε περίπτωση διαζυγίου, ή διάστασης των γονέων ή γέννησης τέκνου εκτός γάμου
Δικαίωμα άδειας από τον γονέα που έχει την επιμέλεια ή τη γονική μέριμνα του παιδιού. Αν οι δύο γονείς έχουν τη συνεπιμέλεια δικαίωμα άδειας έχει είτε ο ένας αποκλειστικά είτε κατάτμηση της ειδικής άδειας σε διαστήματα, τα οποία κοινοποιούν στον εργοδότη με υπεύθυνες δηλώσεις.
7. Μονογονεική οικογένεια.
Σε περίπτωση γέννησης παιδιού εκτός γάμου ή εκτός συμφώνου συμβίωσης και σε περίπτωση θανάτου του άλλου γονέα, τότε η ειδική άδεια χορηγείται στον μονογονέα.
Χορήγηση
-Η άδεια ειδικού σκοπού χορηγείται εντός του διαστήματος από 11.3.2020 έως 10.04.2020, και για όσο διαρκεί η εφαρμογή των έκτακτων και προσωρινών μέτρων.
-Οι εργαζόμενοι που αιτούνται την άδεια προσκομίζουν στους εργοδότες τους σχετικές υπεύθυνες δηλώσεις, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.
- η άδεια αυτή μπορεί να χορηγηθεί και τμηματικά, εφόσον εξυπηρετούνται οι ανάγκες του εργαζόμενου.
-Προβλέπεται ότι η άδεια ειδικού σκοπού έχει διάρκεια κατ' ελάχιστον τριών (3) ημερών, την οποία ακολουθεί στη συνέχεια η χορήγηση μίας ημέρας κανονικής αδείας, σχήμα το οποίο επαναλαμβάνεται κυκλικά για όσο διάστημα χρειαστεί μέχρι τη λήξη του έκτακτου και προσωρινού μέτρου.
-Τα μέτρα περί παροχής εξ αποστάσεως εργασίας και χορήγησης της άδειας ειδικού σκοπού μπορούν να λειτουργήσουν συνδυαστικά.
- Η χορήγηση της άδειας ειδικού σκοπού συσχετίζεται με το δικαίωμα λήψης ετήσιας κανονικής άδειας και συνεπώς, ανάλογα με τη διάρκεια της υπηρεσίας των εργαζομένων στον ίδιο εργοδότη είναι δυνατόν να κάνουν χρήση αυτής στο σύνολό της, εφόσον αυτοί πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις λήψης ετήσιας κανονικής άδειας τουλάχιστον έξι (6) ημερών για την εξαήμερη εργασία, ή πέντε (5) ημερών για την πενθήμερη εργασία. Διαφορετικά δικαιούνται να κάνουν χρήση τμήματος αυτής κατ' αναλογία του δικαιώματός τους σε κανονική άδεια.
- Ανά τρεις (3) ημέρες αδείας ειδικού σκοπού προστίθεται υποχρεωτικά μια (1) ήμερα ετήσιας κανονικής άδειας του εργαζομένου η οποία αφαιρείται από το συνολική δικαιούμενη κανονική άδεια για το έτος 2020
- Η περίοδος της άδειας ειδικού σκοπού είναι χρόνος εργασίας, αμείβεται και ασφαλίζεται, ως χρόνος εργασίας και λαμβάνεται υπόψη για τη θεμελίωση κάθε δικαιώματος των εργαζομένων που προκύπτει λόγω της σχέσης εργασίας τους.
- Οι δύο πρώτες ημέρες της άδειας ειδικού σκοπού αμείβονται από τον εργοδότη, ενώ η τρίτη από τον τακτικό προϋπολογισμό.
ΙΙ. ΔΗΜΟΣΙΟ

1. Ορίζεται ότι για τις 4 ημέρες ειδικής αδείας, η μία αποτελεί ημέρα κανονικής αδείας και ότι αν ο υπάλληλος κάνει χρήση μικρότερου διαστήματος, αυτό αποτελεί όλο κανονική άδεια.
2. Αν ο έτερος των γονέων απασχολείται στον ιδιωτικό τομέα τότε για τη λήψη αδείας του γονέα δημόσιου υπάλληλου απαιτείται η προσκόμιση υπευθύνου δηλώσεως περί μη χρήσεως της ειδικής αδείας ή περί μη πραγματοποιήσεως τηλεργασίας από τον ιδιωτικό υπάλληλο.
3. Καθιερώνεται εναλλακτικά αντί της ειδικής αδείας, η εργασία με μειωμένο μέχρι και κατά 25% ωράριο, χωρίς μείωση αποδοχών. Στην περίπτωση αυτή ο υπάλληλος υποχρεούται να παράσχει την λόγω της μειώσεως υπόλοιπη εργασία επί τις ανάλογες ώρες, πέρα του ωραρίου του και χωρίς αμοιβή υπερωρίας, όταν επαναλειτουργήσουν τα σχολεία. Στην περίπτωση επιλογής της μειωμένης απασχολήσεως, ο γονεύς-δημόσιος υπάλληλος μπορεί να παρέχει την εργασία του και σε ώρες πέρα του ωραρίου των Δημοσίων Υπηρεσιών. Σε περίπτωση δε που ο σύζυγός του (έτερος γονεύς) απασχολείται στον ιδιωτικό τομέα, μπορεί να παρέχει την μειωμένη απασχόλησή του σε ώρες κατά τις οποίες δεν εργάζεται ο γονεύς ιδιωτικός υπάλληλος.
Γ. Μέτρα πρόληψης για την προστασία της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων
Υποχρεώσεις εργοδότη για λήψη προληπτικών μέτρων κατά της πανδημίας του κορωνοϊού
Για τους εργοδότες των επιχειρήσεων του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα εφαρμόζονται τα ακόλουθα:
1. Παραμονή εργαζομένων κατ’ οίκον μετά από οδηγίες του ΕΟΔΥ
Ο εργοδότης που απασχολεί εργαζόμενους, οι οποίοι εμπίπτουν στην περιπτωσιολογία συμπτωμάτων οι ίδιοι ή τα οικεία τους πρόσωπα και σύμφωνα με τις οδηγίες του ΕΟΔΥ πρέπει να παραμείνουν κατ' οίκον, υποχρεούται να αποδεχθεί την αποχή τους από τα εργασιακά τους καθήκοντα άμεσα από τη στιγμή που θα έρθει σε γνώση του το γεγονός, στο πλαίσιο τόσο των επιβαλλόμενων μέτρων προστασίας αφενός του ίδιου του εργαζομένου και αφετέρου των λοιπών εργαζομένων, του εργοδότη και ασφαλώς των τρίτων στο χώρο εργασίας, για την αντιμετώπιση μετάδοσης του κορωνοίου, όσο και της υποχρέωσής του για την προστασία του εργαζομένου και των τρίτων για ζητήματα υγείας, σύμφωνα με την ήδη ισχύουσα νομοθεσία .
Για την εφαρμογή των παρόντων ερμηνευτικών κανόνων και για τη μεγαλύτερη προστασία απέναντι στην πανδημία του κορωνοϊου, συστήνεται η απομάκρυνση των εγκύων εργαζομένων γυναικών, λόγω του ενδεχόμενου κινδύνου για τις ίδιες και για το κυοφορούμενο έμβρυο.
Σε κάθε περίπτωση ισχύουν τα μέτρα της εξ αποστάσεως εργασίας και της άδειας ειδικού σκοπού.
Κατά το διάστημα παραμονής του εργαζόμενου στην οικία του, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει το σύνολο των αποδοχών του εργαζομένου, εκτός κι αν η επιχείρηση έχει αναστείλει την δραστηριότητά της στο σύνολο ή μέρος αυτής λόγω εντολής δημόσιας αρχής για την αντιμετώπιση της μετάδοσης του κορωνοϊού.
2. Απομάκρυνση από την εργασία εργαζομένων που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες
Για τους εργαζόμενους που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες, όπως αυτές εξειδικεύονται κάθε φορά από τις οδηγίες του ΕΟΔΥ, των οποίων η κατάσταση υγείας ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, εφαρμόζονται αναλογικά τα προβλεπόμενα για τους εργαζόμενους σε κατ' οίκον παραμονή για προληπτικούς λόγους όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω.

ΠΗΓEΣ: www.et.gr, www.den.gr