Αρχειοθήκη ιστολογίου

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

Διάκριση διοικητικών - ιδωτικών συμβασεων και αρμοδιότητα των Δικαστηρίων


123/2018 Απόφαση του Μον.Εφετείου Αιγαίου

Η ανωτέρω Απόφαση ασχολήθηκε α) με τη διάκριση μεταξύ διοικητικών και ιδιωτικών συμβάσεων και την αρμοδιότητα των Διοικητικών ή Πολιτικών Δικαστηρίων αντίστοιχα, β) το χρόνο έναρξης της υπερημερίας και τον υπολογισμό του τόκου υπερημερίας για τις οφειλές ΝΠΔΔ ως και την εφαρμογή του ΠΔ 11/2003 και γ) Για τη διαδικασία εκχώρησης απαίτησης όταν ο οφειλέτης είναι ΝΠΔΔ.

Δικηγόρος εκκαλούντος: Αλεξάνδρα Καρανικόλα, Δ.Σ.Σύρου
Δικηγόρος εφεσιβλήτων: Ελένη Κυραρίνη Δ.Σ.Αθηνών

(απόσπασμα)
....1. Σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα διοικητικά δικαστήρια, ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών διατάξεων εκδόθηκε ο ν.1406/1983, με τα άρθρα 1 παρ. 2 και 9 του οποίου, από τις 11.6.1985 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων μεταξύ άλλων και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αυτής αξίωση. Είναι δε η σύμβαση διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, οι οποίες αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (βλ. ΑΕΔ 12, 11/2013, 3/2012, 42, 28/2011, 18/2009, 6, 12, 14/2007, 10/2003, ΑΠ 1213/2015, ΑΠ 543/2015, ΣτΕ 1372/2007, ΟλΑΠ 7/2001 σε ΝΟΜΟΣ). Θεωρείται δε ότι παρεκκλίνουν από το κοινό δίκαιο και παρέχουν υπερέχουσα θέση στο Δημόσιο ή ν.π.δ.δ, οι διατάξεις ή οι ρήτρες εκείνες, που παρέχουν στα ανωτέρω (Δημόσιο ή ν.π.δ.δ.), τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν τα συμφέροντα τους, επιβάλλοντας κυρώσεις για παραβάσεις της σύμβασης ή γενικότερα, επεμβαίνοντας μονομερώς προς διαμόρφωση του συμβατικού δεσμού. Συνεπώς, για τον χαρακτηρισμό μιας σύμβασης ως διοικητικής είναι απαραίτητη η σωρευτική συνδρομή και των τριών πιο πάνω κριτηρίων (ΑΠ 820/2012Μ ΕφΘεσ 497/2018 ΝΟΜΟΣ). Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικώς τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 1/2016, 3/2012, 29/2011 σε ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1213/2015, ΑΠ 543/2015, ΑΠ 820/2012 σε ΝΟΜΟΣ). ΙΙ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν.δ. 496/1974, η οποία είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (Ολ ΑΠ 3/2006 ΕλλΔνη 2006, 417, ΑΠ 2/2014 ΝΟΜΟΣ), ο νόμιμος και ο τόκος υπερημερίας για κάθε οφειλή ν.π.δ.δ. είναι 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, αρχίζει δε από την επίδοση της σχετικής αγωγής. Με ειδικό νόμο και συγκεκριμένα με το π.δ. 166/2003, με το οποίο ενσωματώθηκε από 5.6.2003 στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2000/35 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29.6.2000, ορίζεται διαφορετικά ο τόκος για τις οφειλές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή, δηλαδή συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής (άρθρα 1-3 π.δ. 166/2003). Έτσι, κατά το άρθρο 4 παρ. 2 του εν λόγω π.δ/τος, το οποίο σημειωτέον έχει καταργηθεί με την υποπαράγραφο Ζ.14 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, αλλά οι διατάξεις του παρέμειναν σε ισχύ για τις συμβάσεις που υπογράφηκαν κατά τη διάρκεια της ισχύος του, ορίζεται μεταξύ άλλων ότι, αν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος χωρίς απαιτείται όχληση και οφείλει τόκους στην περίπτωση ειδικότερα που παρέλαβε το τιμολόγιο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου των παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών, εφόσον βέβαια προβλέπεται τέτοια διαδικασία, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών ή από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου των παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών, ενώ, αν πρόκειται για συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, η προθεσμία των 30 ημερών αυξάνεται σε 60 ημέρες. Με το ίδιο άρθρο 4 του ως άνω π.δ./τος ορίζεται περαιτέρω ότι (παρ.3) ο δανειστής δικαιούται τόκους εφόσον α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση και ότι (παρ.4) το ύψος του τόκου υπερημερίας, που είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου (επιτόκιο αναφοράς), προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες (περιθώριο), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση, το δε επιτόκιο αναφοράς που ισχύει στην πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες (ΑΠ 766/2014 ΝΟΜΟΣ). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής του π.δ./τος 166/2003 οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 παρ.1 αυτού και εκτείνεται σε κάθε εμπορική συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιας αρχής και ως μόνες προϋποθέσεις τίθενται: α) η εγκυρότητα της σύμβασης, β) η εκτέλεση αυτής από την επιχείρηση και γ) η υπερημερία του οφειλέτη ως προς την πληρωμή της αμοιβής. Επομένως, στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 166/2003 εμπίπτουν και οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ επιχείρησης και δημόσιας αρχής απ' ευθείας, εφόσον είναι έγκυρες. Και επί των συμβάσεων αυτών το ύψος του οφειλόμενου επιτοκίου ρυθμίζεται από τη διάταξη το άρθρου 4 του π.δ. 166/2003, η οποία, ως νεότερη και ειδικότερη διάταξη, που στηρίζεται σε Κοινοτική Οδηγία (άρθρ. 28 παρ. 1 Συντάγματος), υπερισχύει της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 (πρβλ. ΑΠ. 1213/2015, ΑΠ 323/2014, σε ΝΟΜΟΣ). ΙΙΙ Από τα άρθρα 455, 460 και 461 εδ. α' ΑΚ προκύπτουν τα ακόλουθα: Με τη σύμβαση της εκχώρησης ο δανειστής, αποκαλούμενος εκχωρητής, μεταβιβάζει σε άλλον, αποκαλούμενο εκδοχέα, την ενοχική απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη. Ο εκδοχέας όμως δεν αποκτά δικαίωμα έναντι του οφειλέτη πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη. Ο οφειλέτης ελευθερώνεται, αν πριν από την αναγγελία καταβάλει στον εκχωρητή το χρέος, ενώ μετά την αναγγελία πρέπει, για την απόσβεση της ενοχής, να καταβάλει το χρέος όχι στον εκχωρητή, έναντι του οποίου δεν έχει πλέον οφειλή, αλλά στον εκδοχέα. Περαιτέρω, στο άρθρο 53 του ν.δ. 496/1974 " περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" ορίζεται: "1. Διά πάσαν κατάσχεσιν χρηματικής απαιτήσεων εις χείρας του ν.π. ως τρίτου, το κατασχετήριο ως και η αναγγελία επί εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως κατά του ν.π. κοινοποιούνται εις την αρμόδιαν δια την πληρωμήν υπηρεσίαν του ν.π. και εις το αρμόδιον δια την αναγνώρισιν της δαπάνης όργανον αυτού. Το κατασχετήριο κοινοποιείται εις το Δημόσιον Ταμείο εις ο υπάγεται φορολογικώς ο καθ' ου η κατάσχεσις και εις την αρμόδιαν δια την εκκαθάρισιν και εντολήν πληρωμής της δαπάνης, Υπηρεσίαν εντός δέκα πέντε ημερών από της επιδόσεώς του εις την αρμόδιαν δια την πληρωμήν Υπηρεσίαν. 2.Πάσα κατάσχεσις ή εκχώρισις, δια την οποίαν δεν ετηρήθησαν αι ως άνω διατυπώσεις, είναι άκυρος", ενώ με το άρθρο 56 του ιδίου ν.δ/τος ορίζεται: "1. Εξαιρούνται της εφαρμογής του παρόντος α) οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και τα εξ αυτών εξαρτώμενα νομικά πρόσωπα και ιδρύματα και β) τα κοινωφελή ιδρύματα και αι κοινωφελείς περιουσίαι, τα διεπόμενα υπό του Α.Ν. 2039/1939 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων "περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι στους δήμους δεν έχει εφαρμογή η προβλεπόμενη από την πρώτη διάταξη ρύθμιση, αφού ρητά εξαιρέθηκαν από αυτή οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη με ποινή ακυρότητας από το άρθρο 95 παρ.1 και 4 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού-Ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (όπως η παρ. 1 τροποποιήθηκε με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 4151/2013 [ΦΕΚ Α' 103/29.4.2013]) κοινοποίηση της αναγγελίας στις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή αρχές (αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή χρηματική διαχείριση και αρμόδιες για τη φορολογία τόσο του εκχωρητή όσο και του εκδοχέα Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες), επί εκχώρησης σε τρίτους χρηματικής απαίτησης οφειλομένης από το Δημόσιο, δεν αποτελεί προνόμια, ούτε ειδικής προστατευτική διάταξη, έτσι ώστε να μην έχει αναλογική εφαρμογή ούτε η διάταξη αυτή επί εκχώρησης απαίτησης, που οφείλεται από Δήμο, με βάση τη διάταξη αυτή επί εκχώρησης απαίτησης, που οφείλεται από Δήμο, με βάση τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. 31/1968 που ορίζει ότι "αι υπό των Αστικών εν γένει νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων περί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμενοι εις το Δημόσιον ειδικαί προστατευτικοί διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφόσον αι τυχόν υφιστάμενοι αντίστοιχοι δια τους οργανισμούς τούτους προνομίαι εν γένει δεν είναι ευρύτεροι ή ευνοϊκότεροι των επί του δημοσίου ισχυουσών". Ο Δήμαρχος ο οποίος εκπροσωπεί τον Δήμο κατά τις διατάξεις των άρθρων 19 και 86 παρ. 1 εδ. α', β', ε' παρ. 4, παρ. 5 του ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) είναι ο διατάκτης των πληρωμών και με την ιδιότητα αυτή εκδίδει τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής και, επομένως, αρμόδιος για την αναγνώριση και την πληρωμή δαπάνης είναι ο ίδιος ο Δήμος εκπροσωπούμενος από το Δήμαρχο και, κατά συνέπεια, αρκεί για το κύρος της αναγγελίας της εκχώρησης η κοινοποίησή της σ' αυτόν (βλ. ΑΠ 1059/2012 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 39/2015 Δικογραφία 2016. 686. Για το ότι με αναγγελία ισοδυναμεί και η επίδοση της αγωγής του εκδοχέα για την καταβολή της εκχωρηθείσας απαίτησης, χωρίς μάλιστα να είναι αναγκαίο τούτο να αναγράφεται ρητά στο δικόγραφο της αγωγής, (βλ. ΑΠ 1216/1995 ΕλλΔνη 39. 854, ΕφΠειρ 513/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ. 3773/2010 ΔΕΕ 2011. 819 και ΕΕμπΔ 2011.859, ΕφΑθ 5629/2006 ΕλλΔνη 2007. 276, Κρητικό σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ΑΚ, υπό το άρθρο 460 αριθμ. 15 και τις εκεί παραπομπές)...’’

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2018

ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΣΕ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥΣ


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΡΙΚΑΛΩΝ
ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΙΑΦΟΡΑ
ΑΠΟΦΑΣΗ 105/2018


Η συγκεκριμένη σημαντική Απόφαση ερευνά το καθεστώς εργασίας των υπαλλήλων των συνεταιριστικών οργανώσεων, την φύση και τα αποτελέσματα της καταγγελίας και της τροποποιητικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, την άκυρη σύμβαση εργασίας και τα απορρέοντα από αυτή δικαιώματα του εργαζόμενου και την εφαρμογή του 281 ΑΚ στις σχέσεις εργαζόμενου -εργοδότη.

Δικηγόροι εναγόντων: Ευαγγελία Κουρεμένου, Ελένη Κυραρίνη
Δικηγόρος εναγομένου: Βασίλειος Στάθης
.......
I) A) Με τα άρθρα: (;α) 3 παρ. 1 εδ. α, 2 εδ. β και 5 εδ. β του κυρωθέντος με την από 7 Μαΐου 1946 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου του ν. 1859/1944 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεις του Ν. 785/1943 περί καταργήσεως διατάξεων αφορωσών την νομοθεσίαν των γεωργικών συνεταιρισμών', (β) 2 παρ. 1 εδ. α και 33 παρ 1, 2 και 4 εδ. β του από 23/30 Ιουλίου 1946 β. δ/τος "περί της υπαλληλικής καταστάσεως του προσωπικού των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων", όπως το εδ. α της παρ. 1 του άρθρου 3 του διατάγματος αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. του β. δ/τος της 18 Αυγούστου / 2 Σεπτεμβρίου 1953 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 23/30-7-1946 β.δ. κ.τ.λ.", και (γ) 1 παρ. 4, 33 και 72 παρ. 1 και 2 του ν. 1541/1985 "περί αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων", που με την τελευταία από τις εν λόγω διατάξεις του διατήρησε σε ισχύ και όλες τις προηγούμενες ως άνω διατάξεις, ορίζονται, αντιστοίχως, τα εξής: (1) "Το προσλαμβανόμενον υπό των πάσης φύσεως και παντός βαθμού γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων προσωπικόν είναι μόνιμον. Ο αριθμός των θέσεων και ο τρόπος προσλήψεως των υπαλλήλων και υπηρετών εκάστης γεωργικής συνεταιριστικής οργανώσεως και της Συνομοσπονδίαν Γεωργικών Συνεταιρισμών καθορίζονται διά του εσωτερικού κανονισμού αυτών ψηφιζομένου υπό της γενικής συνελεύσεως και εγκρινομένου κατά τας περί εγκρίσεως των καταστατικών των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων διατάξεις του παρόντος νόμου. Αι αυταί οργανώσεις δύνανται να προσλαμβάνουν διά τας εργασίας των ημερομίσθιον έκτακτον ή επί συμβάσει εργατοτεχνικόν προσωπικόν κατά τα ειδικώτερον διά του εσωτερικού κανονισμού εκάστης οργανώσεως καθορισθησόμενα. (2) Αι παρ' εκάστη συνεταιριστική οργανώσει μόνιμοι θέσεις ή τυχόν εις υπηρεσίας ή τμήματα υποδιαίρεσις εκάστης οργανώσεως και η ονομασία τούτων και ο αριθμός των δυναμένων να προσληφθώσιν υπαλλήλων καθορίζονται διά του εσωτερικού κανονισμού εκάστης οργανώσεως. Το προσωπικόν το προσλαμβανόμενον εις τας υπό του κανονισμού προβλεπομένας μονίμους θέσεις των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων διοριζόμενοι υπάλληλοι ή υπηρέται τελούσιν υπό δοκιμασίαν, μή δυνάμενοι να μονιμοποιηθώσι προ της παρελεύσεως ενός έτους, καθ' ο αργεί η διά της μονιμότητος καθιερουμένη προστασία. Κατά το διάστημα τούτο δύνανται οι τοιούτοι υπάλληλοι να πολυθώσι κατά την κρίσιν του κατά τον εσωτερικόν κανονισμόν αρμοδίου οργάνου της συνεταιριστικής οργανώσεως, επί της περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας εκάστοτε κειμένης νομοθεσίας. Αι αυταί οργανώσεις δύνανται να προσλαμβάνωσι διά τας εργασίας των ημερομίσθιον ή επί συμβάσει εργατοτεχνικόν προσωπικόν",. Και (3) "Συμπληρωματικά, για θέματα που δεν ρυθμίζονται από τον νόμον αυτόν, εφαρμόζονται οι κανόνες του εμπορικού και του αστικού δικαίου. Η γενική συνέλευση, με την αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία του άρθρου 25παρ.2, εκδίδει εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του συνεταιρισμού, ο οποίος καθορίζει: α) τους όρους λειτουργίας του συνεταιρισμού....2. Από τη δημοσίευση του παραπάνω κανονισμού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καταργούνται ο Ν. 1859/1944 και το β.δ. 23/30-7-1946, όπως τροποποιήθηκαν. Οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ.1 του Ν. 1859/1944 και του άρθρου 3 του β.δ. 23/30-7-1945 εξακολουθούν να ισχύουν". Με βάση τα παραπάνω εξουσιοδοτική διάταξη εκδόθηκε η ΚΥΑ 27346/17-10-1990 (ΦΕΚ Β' 700), με την οποία εγκρίθηκε ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, που ορίζει στο άρθρο 6 ότι το προσωπικό των Οργανώσεων διακρίνεται σε τακτικό (μόνιμο) και σε έκτακτο, στο άρθρο 7 ότι το τακτικό προσωπικό είναι μόνιμο και καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας, καταλαμβάνει δε θέσεις που προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της Οργάνωσης κατά κατηγορία και βαθμό, και στο άρθρο 8 ότι (α) για την αντιμετώπιση εκτάκτων ή εποχιακών αναγκών το Διοικητικό Συμβούλιο της Οργάνωσης μπορεί να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση ορισμένου χρόνου διαρκείας μέχρι 12 μηνών (παρ. 1), (β) η σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να παραταθεί εάν έχει συναφθεί για 12μηνη διάρκεια, εάν δεν έχει συναφθεί για μικρότερη διάρκεια μπορεί να παραταθεί μία μόνο φορά για χρόνο όχι μεγαλύτερο από εκείνον που υπολείπεται για να συμπληρωθεί 12μηνο (παρ. 2) και (γ) μετά την λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να συναφθεί σύμβαση ορισμένου χρόνου πριν από την πάροδο τουλάχιστον 4 μηνών από την λήξη της (παρ.3). Περαιτέρω, το άρθρο 46 του ν. 2169/1993 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις και άλλες διατάξεις", που ισχύει από 10-9-1993, ορίζει στην παρ. 1 ότι το προσωπικό που προσλαμβάνεται από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις είναι (α) τακτικό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Οργάνωσης και καταλαμβάνει θέσεις οι οποίες προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της και (β) προσωπικό με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχιακές και πρόσκαιρες ανάγκες της Οργάνωσης, και στην παρ.2 ότι η υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων ρυθμίζεται με την ΚΥΑ 27346/1990, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα για όσα θέματα δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού. Στην συνέχεια, με το άρθρο 38 του ν. 2810/2000 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις" ορίσθηκε, κατά τρόπο ουσιαστικά όμοιο με τα παραπάνω, ότι (παρ.1) "Το προσωπικό των Α.Σ.Ο. είναι: α) Τακτικό, που διορίζεται σε θέσεις προβλεπόμενες από τον κανονισμό λειτουργίας τους και καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της οργάνωσης β) Με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχικές ή πρόσκαιρες ανάγκες της οργάνωσης" (παρ.2) "Με κοινή Απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Γεωργίας ύστερα από γνώμη της ΠΑ.Σ.Ε.ΓΕ.Σ. και της Ο.Σ.Ε.Γ.Ο. , ρυθμίζεται η υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων όλων των βαθμίδων και της ΠΑ.Σ.Ε.ΓΕ.Σ.". Σε εκτέλεση της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης, με την ΚΥΑ 52800/2006 (ΦΕΚ Β' 1443) εκδόθηκε ο "Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης του Προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και της ΠΑΣΕΓΕΣ", ο οποίος έχει ισχύ νόμου και στον οποίο ορίζεται, κατά τρόπο κατά βάση όμοιο με τα παραπάνω, ότι (α) στον κανονισμό αυτόν υπάγονται το τακτικό προσωπικό και το με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, μόνο κατά το μέρος που ορίζεται στο άρθρο 5 αυτού, καθώς και κατά το μέρος που ορίζεται στην σύμβαση πρόσληψής του (άρθρο 4 ), (β) το προσωπικό συνδέεται με την Οργάνωση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό, που διορίζεται σε θέσεις προβλεπόμενες από τον Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού της Οργάνωσης και καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής, και με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχικές ή πρόσκαιρες ανάγκες της Οργάνωσης, στην περίπτωση δε αυτήν η διάρκεια, το είδος και οι όροι απασχόλησης του προσωπικού αυτού (με σύμβαση ορισμένου χρόνου, το οποίο δεν κατέχει οργανική θέση) ορίζονται στην ατομική σύμβαση εργασίας του, η οποία λήγει αυτοδίκαια με την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειάς της και δεν μπορεί να υπερβεί τα 2 έτη συνολικά, χωρίς να απαιτείται προς τούτο κάποια άλλη διατύπωση (άρθρο 5 παρ. 1, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με την ΚΥΑ52199/2011). Από την αντιπαραβολή των ως άνω διατάξεων που αφορούν τη διάκριση του προσωπικού των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων σε τακτικό (δηλαδή αυτό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτών κλπ) και με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχικές ή πρόσκαιρες ανάγκες) προκύπτει ότι το τακτικό προσωπικό των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων συνδέεται με αυτές με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και, αντίστροφα, ότι οι προσλαμβανόμενοι από τέτοιες οργανώσεις για κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών τους, έστω με ανανεούμενη ή παρατεινόμενη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία ως εκ τούτου είναι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ανήκουν στο τακτικό προσωπικό αυτών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 41 του Κανονισμού αυτού η εργασιακή σχέση προσωπικού λύεται, εκτός των άλλων τρόπων, και με απόλυση. Τέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 1 παρ. 2 του ν. 1541/1985, 1 παρ. 2 του ν. 2169/1993 και 1 παρ. 3 του ν. 2810/2000 οι αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις κάθε βαθμίδας είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 919/2017 δημοσιευμένη στην ΤρΝομΠληρ "¨ΝΟΜΟΣ"¨). Β) Από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168 και 669 παρ. 2 του ΑΚ προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και μπορεί να γίνει εκ μέρους ρου εργοδότη και σιωπηρά, δηλαδή με πράξεις από τις οποίες κατά τρόπο αμφίβολο προκύπτει η βούληση αυτού για τη λύση της σύμβασης. Τέτοια δε σιωπηρή καταγγελία συνιστά και η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί τις προσφερόμενες προσηκόντως υπηρεσίες του μισθωτού, όταν αυτή συνοδεύεται και με περιστάσεις από τις οποίες κατά τρόπο αμφίβολο προκύπτει ότι ο εργοδότης εκδήλωσε τη βούλησή του για τη λύση της σύμβασης εργασίας (σχετ. ΑΠ 1640/2003 ΕλλΔνη 45 σελ. 759, ΑΠ 590/1994 ΔΕΝ 51 σελ. 931, ΕΑ 8867/2006 ΔΕΕ 2007 σελ. 844). Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/1997, η καταγγελία της εργασιακής σχέσης, που ασκείται με μονομερή δήλωση, την οποία απευθύνει το ένα συμβαλλόμενο μέρος στο άλλο, για να του γνωρίσει την πρόθεσή του να λήξει η μεταξύ τους συμβατική σχέση, θεωρείται έγκυρη, εφόσον έχει γίνει εγγράφως και έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή, επί ποινή ακυρότητας (άρθρο 174 ΑΚ), πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η δήλωση βούλησης του εργοδότη περί καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου. Η ως άνω ακυρότητα της καταγγελίας, λόγω έλλειψης των προϋποθέσεων, τασσόμενη υπέρ του μισθωτού, είναι σχετική και συνεπώς μπορεί αυτόν να παραιτηθεί (άρθρα 156 και 361 ΑΚ), ρητά ή σιωπηρά, από το δικαίωμά του να την προβάλει, θεωρώντας την καταγγελία έγκυρη. Ο εργαζόμενος, δηλαδή έχει την ευχέρεια είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή μισθών υπερημερίας, είτε να παραιτηθεί, όπως αναφέρθηκε, από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της, να την θεωρήσει έγκυρη και να αξιώσει την καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης (ΕφΠειρ 417/2014 δημοσιευμένη στην ΤρΝομΠληρ "ΝΟΜΟΣ"). Περαιτέρω, μετά την περιέλευση της δήλωσης καταγγελίας στο πρόσωπο προς το οποίο απαιτείται να απευθυνθεί, ο καταγγέλλων δεν μπορεί μονομερώς να ανακαλέσει την καταγγελία. Η ανάκληση έχει νομική ενέργεια μόνον αν η σχετική δήλωση περιέλθει στον αποδέκτη της προηγουμένως ή ταυτόχρονα με την καταγγελία καθώς επίσης και στην περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος συναινεί σε αυτή{ΑΠ 450/1999 ΕλλΔνη 40, σελ. 1731, ΑΠ 1238/1985, ΕΕργΔ 1986, σελ. 612, ΕφΛαρ 274/2015 δημοσιευμένη στην ΤρΝομΠληρ "ΔΣΑ", ΕφΑθ 6509/2982, ΕΕργΔ 1983, σελ. 652}. Η μεταγενέστερη ανάκληση δεν μπορεί πλέον να ανατρέψει την άμεση διαπλαστική ενέργεια της καταγγελίας (βλ. Δ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο, 3η έκδ., 2015, σελ 355).
-----------------------------------------
ΙΙ) Κατά πάγια αρχή που έχει διαμορφωθεί στο εργατικό δίκαιο, η άκυρη σύμβαση εργασίας, για όσο διάστημα λειτούργησε, αντιμετωπίζεται ως έγκυρη, με συνέπεια η ακυρότητα να μην ενεργεί αναδρομικά (ex tunc), αλλά μόνο για το μέλλον (ex tunc) (βλ. Κουκιάδη, Εργατ, Δίκ., σελ 243, Καρακατσάνη/Γαρδίκα, Αρομ. Εργατ.Δίκ.,σελ 157, Ντάσιο, Εργατ.Δικονομ. Δίκ. Α/Ι (4η έκδ.) , σελ. 132 και Δ.Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο, 3η έκδ., 2015 σελ 355}. Το ίδιο ισχύει και για την ακυρώσιμη σύμβαση που ακυρώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Κατ' απόκλιση του κανόνα του άρθρου 184 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι η ακυρώσιμη δικαιοπραξία μετά την ακύρωσή της εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη, η ακύρωση της σύμβασης εργασίας ενεργεί μόνο για το μέλλον και δεν έχει αναδρομικά αποτελέσματα. Για το διάστημα επομένως, που η άκυρη σύμβαση εργασίας λειτούργησε, τα μέρη έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις που θα είχαν αν η σύμβαση ήταν έγκυρη. Τέλος, όταν πρόκειται για άκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και στη μονομερή λύση της προβαίνει ο εργοδότης, ο τελευταίος οφείλει να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση {Βλ. Ζερδελή, Δίκαιο Καταγγελίας, αριθμ. 396 όπου και παραπομπές στη νομολογία}. Ο ν. 3198/1995, ο οποίος αντί για "σύμβαση εργασίας" κάνει λόγο για "σχέση εργασίας", επεξέτεινε την προστασία του ν. 2112/1920 και του β.δ. 16/18.7.1920 και στις άκυρες συμβάσεις εργασίας στις οποίες ο εργαζόμενος διατελεί σε απλή σχέση εργασίας προς τον εργοδότη {ΟλΑΑΠ 192/1962, ΕΕργΔ 1962, 453 ΑΠ 462/1965, ΕΕργΔ 1965, 1357}. Ο δικαιολογητικός λόγος καταβολής της προβλεπόμενης από το νόμο αποζημίωσης σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συντρέχει επομένως και στην περίπτωση της άκυρης σύμβασης εργασίας {ΟλΑΠ 1401/2011, ΔΕΝ 2012, 562}. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 10/2012 δημοσιευμένη στην ΤρΝομΠληρ "ΝΟΜΟΣ"). Ωστόσο, για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα κατ' αυτού η ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί ούτε κατ' ανάγκην από την άσκηση του δικαιώματος να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 8/2001 δημοσιευμένη στην ΤΓρΝομΠληρ "ΝΟΜΟΣ").­-



Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2018

ΟΜΑΔΙΚΕΣ ΑΓΩΓΕΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ





 ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΚΟΠΩΝ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ


Με την ΣΤΕ ΟΛ 2287/2015 (πιλοτική δίκη) κρίθηκε ότι οι περικοπές του άρθρου 6 παρ 2 ν.4051/2012 και του άρθρου 1 παρ. ΙΑ.5 περ.1 και περ. ΙΑ. 6 περ 3 ν.4093/2015 θεσπίστηκαν με μοναδικό κριτήριο τη μείωση των δημοσίων δαπανών και τη "δημοσιονομική προσαρμογή" συνεπώς οδηγούν σε ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής των συνταξιούχων κάτω του ορίου εκείνου που συνιστά τον πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού τους δικαιώματος και είναι ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες.
Ως προς την αναδρομικότητα της Απόφασης, το Σ.Τ.Ε. κατ' εφαρμογή του άρθρου 50 πδ 18/1989 παρ.3Β στάθμισε τις πραγματικές καταστάσεις που είχαν δημιουργηθεί κατά το χρόνο εφαρμογής των ανωτέρω νόμων καθώς και το δημόσιο συμφέρον και όρισε ότι οι συνέπειες αντισυνταγματικότητας των συγκεκριμένων διατάξεων θα επέλθουν μετά τη δημοσίευση της Απόφασης (10-6-2015).
Βάσει των ανωτέρω: Όσοι συνταξιούχοι είχαν ήδη ασκήσει αγωγή πριν την ανωτέρω ημερομηνία δημοσίευσης της Απόφασης μπορούν να διεκδικήσουν την αναδρομική επιστροφή των περικοπών τους, ενώ όσοι έως τότε δεν είχαν κινηθεί δικαστικά δικαιούνται να διεκδικήσουν την επιστροφή των περικοπών των συντάξεων τους στο εξής.
Η ερμηνεία που δόθηκε από την Υπουργό Εργασίας περί μη δυνατότητας διεκδίκησης των περικοπών είναι αντίθεση με το σκεπτικό της ανωτέρω Απόφασης αλλά και με το άρθρο 50 πδ 18/1989 κατά το οποίο η απόφαση που απαγγέλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης συνεπάγεται νόμιμη κατάργησή της έναντι όλων.
Άρα, είναι δυνατή η διεκδίκηση των περικοπών του αρ.ν. 4051/12 και 4093/12 στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και το δώρο Πάσχα. δώρο Χριστουγέννων και επίδομα αδείας όπως αυτά είχαν μειωθεί με το άρθρο 3 παρ.10 ν.3845/10 και από τους συνταξιούχους που δεν είχαν ασκήσει αγωγή πριν την έκδοση της ΣΤΕ ολ 2287/15.
Τονίζεται, ότι η υποβολή αιτήσεων προς τα Ασφαλιστικά ταμεία δεν υποκαθιστά την άσκηση αγωγής για τη διεκδίκηση των εν λόγω περικοπών, παρά μόνο διακόπτει την παραγραφή της απαίτησης για ένα εξάμηνο σύμφωνα με το ν.δ.537/1974.
Γι' αυτό, ενδείκνυται η κατάθεση ομαδικών αγωγών κατά των Ασφ. Ταμείων, από τους ασφαλισμένους ώστε με το μικρότερο δυνατό κόστος να εξασφαλίσουν το ταχύτερο δυνατό την έκδοση δικαστικής Απόφασης όσον αφορά στις απαιτήσεις τους λαμβάνοντας επιπλέον τους νόμιμους τόκους κι όχι απλά να διακόψουν την παραγραφή της απαίτησής τους με την υποβολή αιτήσεων στις οποίες δεν προβλέπεται να απαντήσουν τα Ασφαλιστικά Ταμεία.


Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Απαλλαγή από τέλη φοίτησης μεταπτυχιακών σπουδών

Υπουργική Απόφαση Αριθμ. 131757/Ζ1/2018

ΦΕΚ 3387/Β/10-8-2018

Ρύθμιση θεμάτων απαλλαγής από τα τέλη φοίτησης φοιτητών Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών των Ελληνικών Α.Ε.Ι.

ΑΠΟΦΑΣΗ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ,
ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 4485/ 2017 (Α΄ 114) «Οργάνωση και λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης, ρυθμίσεις για την έρευνα και άλλες διατάξεις».
2. Τις διατάξεις του ν. 3469/2006 (Α΄ 131) «Εθνικό Τυπογραφείο, Εφημερίς της Κυβερνήσεως και άλλες διατάξεις».
3. Τις διατάξεις του ν. 3861/2010 (Α΄ 112) «Ενίσχυση της διαφάνειας, με την υποχρεωτική ανάρτηση νόμων και πράξεων των κυβερνητικών, διοικητικών και αυτοδιοικητικών οργάνων στο διαδίκτυο "Πρόγραμμα Διαύγεια" και άλλες διατάξεις», όπως ισχύει.
4. Τις διατάξεις του ν. 4270/2014 (Α΄ 143) «Αρχές Δημοσιονομικής Διαχείρισης και άλλες διατάξεις».
5. Το π.δ. 18/2018 (Α΄31) «Οργανισμός Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων».
6. Το π.δ. 125/2016 (Α΄ 210) «Διορισμός Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών»
7. Την αριθμ. Φ.1/Γ/243/124867/Β1/23-7-2018 εισήγηση της Γ.Δ.Ο.Υ. του ΥΠ.Π.Ε.Θ., από την οποία προκύπτει ότι από την παρούσα απόφαση δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:

Άρθρο 1-
Πεδίο Εφαρμογής
Οι διατάξεις της παρούσας απόφασης εφαρμόζονται για τους φοιτητές που έχουν επιλεγεί να φοιτήσουν σε Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών που οργανώνονται και λειτουργούν από τα Ελληνικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, από το ακαδημαϊκό έτος 2018-2019 και στο εξής.

Άρθρο 2-
Ορισμοί
Για την εφαρμογή της παρούσας νοούνται ως:
1. Εθνικό διάμεσο διαθέσιμο ισοδύναμο εισόδημα:
Το ως άνω εισόδημα προσδιορίζεται από την Ελληνικής Στατιστικής Αρχής και διαπιστώνεται στην απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων που εκδίδεται κατ΄ έτος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 4485/2017.
2. Οικογενειακό διαθέσιμο ισοδύναμο εισόδημα:
Για τον υπολογισμό του οικογενειακού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό καθαρό εισόδημα, δηλαδή το άθροισμα των εισοδημάτων των μελών της οικογένειας από όλες τις πηγές εισοδήματος (εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, από αυτοαπασχόληση, συντάξεις, εισόδημα από ακίνητη περιουσία, επιδόματα - ανεργίας, οικογενειακά κλπ), μετά την αφαίρεση των φόρων (συμπεριλαμβανομένου του ΕΝΦΙΑ) και των εισφορών για κοινωνική ασφάλιση, διαιρουμένου με την κλίμακα ισοδυναμίας. Τεκμαρτά εισοδήματα δεν λαμβάνονται υπόψη. Για τον υπολογισμό της κλίμακας ισοδυναμίας, ορίζεται συντελεστής στάθμισης 1 για τον πρώτο ενήλικα, 0,5 για τον δεύτερο ενήλικα και για μέλη 14 ετών και άνω και 0,3 για παιδιά 13 ετών και κάτω. Επομένως, το οικογενειακό διαθέσιμο ισοδύναμο εισόδημα ισούται με το λόγο του συνολικού καθαρού οικογενειακού εισοδήματος δια του αθροίσματος των συντελεστών, αναλόγως των μελών της οικογένειας.
3. Ως εξαρτώμενα τέκνα νοούνται:
α) τα τέκνα προερχόμενα από γάμο, φυσικά, θετά ή αναγνωρισμένα, εφόσον είναι άγαμα και δεν υπερβαίνουν το 18ο έτος της ηλικίας τους ή το 19ο έτος, αν φοιτούν στη μέση εκπαίδευση.
β) τα τέκνα που φοιτούν στην ανώτερη ή ανώτατη εκπαίδευση, το «Μεταλυκειακό έτος - Τάξη Μαθητείας» των Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑ.Λ.), καθώς και τα Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.), κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους και σε καμία περίπτωση μετά τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους.
γ) τα τέκνα με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, μέχρι τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους.
4. α) Το ορφανό ή τα ορφανά τέκνα αποτελούν ίδια οικογένεια, όταν έχει επέλθει θάνατος και των δύο γονέων.
β) Για άγαμους άνω των είκοσι τεσσάρων (24) ετών λαμβάνεται υπόψη μόνο το ατομικό τους εισόδημα.
5. Για την εφαρμογή των παρ. 3 και 4, ως ημερομηνία γέννησης θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης.
6. Ατομικό εισόδημα:
Το συνολικό καθαρό εισόδημα του αιτούντος, δηλαδή το άθροισμα των εισοδημάτων (εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, από αυτοαπασχόληση, συντάξεις, επιδόματα ανεργίας, εισόδημα από ακίνητη περιουσία, οικογενειακά επιδόματα κλπ, δηλαδή το σύνολο των καθαρών αποδοχών από όλες τις πηγές εισοδήματος), μετά την αφαίρεση των φόρων (συμπεριλαμβανομένου του ΕΝΦΙΑ) και εισφορών για κοινωνική ασφάλιση. Τεκμαρτά εισοδήματα δε λαμβάνονται υπόψη.

Άρθρο 3-
Δικαιούχοι - Μη δικαιούχοι - Προϋποθέσεις απαλλαγής
1. Από τα τέλη φοίτησης σε Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών, όπου αυτά προβλέπονται, απαλλάσσονται οι φοιτητές ΠΜΣ, των οποίων το ατομικό εισόδημα, εφόσον διαθέτουν ίδιο εισόδημα και το οικογενειακό διαθέσιμο ισοδύναμο εισόδημα δεν υπερβαίνουν αυτοτελώς, το μεν ατομικό το εκατό τοις εκατό (100%), το δε οικογενειακό το εβδομήντα τοις εκατό (70%) του εθνικού διάμεσου διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος, σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα κάθε φορά δημοσιευμένα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (Ελληνικής Στατιστικής Αρχής).
2. Η χρήση του δικαιώματος απαλλαγής από τα τέλη φοίτησης σε Π.Μ.Σ. γίνεται μόνο μία φορά.
3. Οι απαλλασσόμενοι φοιτητές δεν ξεπερνούν το ποσοστό του τριάντα τοις εκατό (30%) του συνολικού αριθμού των φοιτητών που εισάγονται στο Π.Μ.Σ. Αν οι δικαιούχοι υπερβαίνουν το ποσοστό του προηγούμενου εδαφίου, επιλέγονται με σειρά κατάταξης (έως το 30 %) ξεκινώντας από αυτούς που έχουν το μικρότερο εισόδημα.
Σε περίπτωση που κατά τον υπολογισμό του ανωτέρω ποσοστού προκύπτει δεκαδικός αριθμός, αυτός στρογγυλοποιείται στην προηγούμενη ακέραιη μονάδα, όταν είναι κάτω του μισού (0,5) και στην επόμενη ακέραιη μονάδα, όταν είναι μισό (0,5) ή άνω του μισού.
4. Δεν δικαιούνται απαλλαγής όσοι λαμβάνουν υποτροφία από άλλη πηγή.

Άρθρο 4-
Ακολουθητέα διαδικασία.
Η αίτηση απαλλαγής από τα τέλη φοίτησης υποβάλλεται ύστερα από την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής των φοιτητών στο Π.Μ.Σ.. Η οικονομική κατάσταση υποψηφίου σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί λόγο μη επιλογής σε Π.Μ.Σ.. Η εξέταση των αιτήσεων πραγματοποιείται από επιτροπή επιλογής που συγκροτείται δυνάμει της περίπτωσης δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 31 του ν. 4485/2017.

Άρθρο 5 -
Απαιτούμενα δικαιολογητικά
1. Αίτηση του φοιτητή, η οποία επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης.
2. Αντίγραφα των δηλώσεων ΕΙ και των εκκαθαριστικών (συμπεριλαμβανομένου του εκκαθαριστικού ΕΝΦΙΑ) του αιτούντος και του/της συζύγου εάν είναι έγγαμος/η και των γονέων του, σε περίπτωση που ο αιτών είναι εξαρτώμενο μέλος, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 2, του τελευταίου φορολογικού έτους για το οποίο, κατά το χρόνο της επιλογής στο Π.Μ.Σ. έχει ολοκληρωθεί η εκκαθάριση φόρου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. Σε περίπτωση διαζευγμένων γονέων, προσκομίζει τη δήλωση ΕΙ και το εκκαθαριστικό του γονέα στον οποίο ο αιτών είναι καταχωρημένος ως εξαρτώμενο μέλος ή ήταν καταχωρημένος πριν την υποβολή φορολογικής δήλωσης αυτοτελώς.
3. (α) Πιστοποιητικό/ά οικογενειακής κατάστασης από το Δήμο, στο δημοτολόγιο του οποίου είναι εγγεγραμμένα όλα τα μέλη της οικογένειας με κανονική εγγραφή.
(β) Πιστοποιητικό σπουδών για τέκνα, τα οποία μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους φοιτούν στη μέση εκπαίδευση, σε ανώτερο ή ανώτατο εκπαιδευτικό Ίδρυμα της Ελλάδας ή αναγνωρισμένο του εξωτερικού, καθώς και σε Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) ή σε Κολέγια ή στο Μεταλυκειακό έτος - Τάξη Μαθητείας των ΕΠΑ.Λ.. Εάν πρόκειται για εκπαιδευτικό ίδρυμα χώρας του εξωτερικού, εκτός των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το πιστοποιητικό σπουδών πρέπει να είναι θεωρημένο από το Ελληνικό Προξενείο.
(γ) Ιατρική γνωμάτευση των Κέντρων Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.) ή απόφαση Υγειονομικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α., ή των Ανώτατων Υγειονομικών Επιτροπών του Στρατού (Α.Σ.Υ.Ε.), του Ναυτικού (Α.Ν.Υ.Ε.), της Αεροπορίας (Α.Α.Υ.Ε.) και της Ελληνικής Αστυνομίας, για εξαρτώμενο τέκνο που έχει συμπληρώσει το 18ο αλλά όχι το 24ο έτος της ηλικίας του, δεν είναι σπουδαστής ή φοιτητής και έχει ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω. Τα εν λόγω δικαιολογητικά θα πρέπει να είναι σε ισχύ τη χρονική στιγμή που υποβάλλεται η αίτηση και να προκύπτει η διάρκεια της αναπηρίας από αυτά.
δ) Ληξιαρχική πράξη θανάτου του αποβιώσαντος γονέα, αν ο φοιτητής έχει δηλώσει ορφανός από τον έναν ή και τους δύο γονείς.
ε) Διαζευκτήριο, σε περίπτωση που ο φοιτητής είναι διαζευγμένος ή δηλώνει τέκνο διαζευγμένων γονέων.
στ) Υπεύθυνη δήλωση του φοιτητή, από την οποία να προκύπτει ότι δεν έχει κάνει χρήση του δικαιώματος απαλλαγής από τα τέλη φοίτησης σε Π.Μ.Σ. με τη διάταξη του άρθρου 35 του ν. 4485/2017 και ότι δεν λαμβάνει υποτροφία από άλλη πηγή.
Η Επιτροπή επιλογής μπορεί να ζητά συμπληρωματικά, όποιο άλλο δικαιολογητικό κρίνει απαραίτητο.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Μαρούσι, 2 Αυγούστου 2018

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

ΚΑΜΕΡΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΣΕ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ



Βάσει της σχετικής νομοθεσίας, των Γνωμοδοτήσεων, Οδηγιών και Αποφάσεων της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα:

Καταρχήν η αποθήκευση και διαβίβαση εικόνας προσώπου, η οποία συλλέγεται από κάμερα που λειτουργεί µόνιµα, συνεχώς ή κατά τακτά χρονικά διαστήµατα, σε κλειστό ή ανοικτό χώρο συγκέντρωσης ή διέλευσης προσώπων, συνιστά επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα.

1. Δικαιολογείται η εγκατάσταση κάμερας από την ανάγκη προστασίας των συνιδιοκτητών πολυκατοικίας από παράνοµες πράξεις.

2. ∆εν θεωρείται αποκλειστικά προσωπική ή οικιακή δραστηριότητα η λήψη και επεξεργασία εικόνας ή και ήχου µε σύστηµα βιντεοεπιτήρησης που είναι εγκατεστηµένο σε ιδιωτική οικία, όταν το πεδίο ελέγχου της κάµερας περιλαµβάνει εξωτερικούς δηµόσιους ή κοινόχρηστους χώρους.
Σε αυτή την περίπτωση τα σηµεία εγκατάστασης των καµερών και ο τρόπος λήψης των δεδοµένων πρέπει να προσδιορίζονται µε τέτοιο τρόπο, ώστε τα δεδοµένα που συλλέγονται να είναι τα απολύτως αναγκαία.

Έτσι: α) Απαγορεύεται η λήψη εικόνας από παράπλευρες οδούς και πεζοδρόµια. β) Απαγορεύεται η λήψη εικόνας από εισόδους ή εσωτερικό γειτονικών κατοικιών, κτιρίων ή άλλων χώρων. γ) Χρήση καμερών µε δυνατότητα στρέψης και εστίασης επιτρέπεται µόνο στις περιπτώσεις που ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρακολουθεί κινήσεις φυσικών προσώπων σε πραγµατικό χρόνο προκειµένου να επέµβει άµεσα προς αποτροπή κάποιου συµβάντος. δ) Απαγορεύεται η επεξεργασία δεδοµένων ήχου. Ε) οΙ κάµερες του συστήµατος βιντεοεπιτήρησης δεν επιτρέπεται να ελέγχουν την πρόσβαση στα κατ’ ιδίαν διαµερίσµατα.

3. Για την εγκατάσταση συστήµατος βιντεοεπιτήρησης σε πολυκατοικία απαιτείται απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της πολυκατοικίας με πλειοψηφία των 2/3 των ενοίκων της. Για την ψηφοφορία σε κάθε ένοικο αντιστοιχεί µία ψήφος. Στην απόφαση πρέπει να ορίζονται οι χώροι που θα επιτηρούνται και το πρόσωπο που θα έχει πρόσβαση στη µονάδα ελέγχου του συστήµατος. (π.χ. ο διαχειριστής της πολυκατοικίας).

4. Υπεύθυνη επεξεργασίας του συστήµατος είναι η Γενική Συνέλευση. Εάν επιθυµούν οι συνιδιοκτήτες µέσω της Γενικής Συνέλευσης τους και µε συναπόφαση των δύο τρίτων των ενοίκων, µπορούν να αναθέσουν την επεξεργασία του συστήµατος βιντεοεπιτήρησης σε µεµονωµένο ιδιοκτήτη. Η σχετική ανάθεση πρέπει να αποτυπώνεται εγγράφως σε απόφαση Γ.Σ.

5. Η µονάδα ελέγχου δεν επιτρέπεται να βρίσκεται σε διαµέρισµα, αλλά πρέπει να εγκαθίσταται σε κοινόχρηστο χώρο µε ελεγχόµενη πρόσβαση (π.χ. κοινόχρηστη αποθήκη), εκτός αν η επεξεργασία πραγµατοποιείται από εξουσιοδοτηµένο προσωπικό ασφαλείας (π.χ. εταιρεία ασφαλείας ως εκτελούσα την επεξεργασία).

6. Τα δεδοµένα διατηρούνται το πολύ έως σαράντα οκτώ (48) ώρες.
Η χρήση οθόνης σε συνεχή λειτουργία απαγορεύεται σε περίπτωση που δεν υπάρχει
παρακολούθηση σε πραγµατικό χρόνο από προσωπικό ασφαλείας. ∆εν επιτρέπεται µετάδοση σήµατος εικόνας στα κατ’ ιδίαν διαµερίσµατα.

7. Σημειώνεται ότι από τον Μάιο του 2018 δεν απαιτείται η γνωστοποίηση στην Αρχή Προστασίας της εγκατάστασης συστήµατος βιντεοεπιτήρησης .

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΩΝ


Αθήνα, 6/2/2018
Αριθ.Πρωτ.: Φ.10035/οικ.9242/189

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Δ/ΝΣΗ ΠΑΡΟΧΩΝ ΚΥΡΙΑΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ (Δ17)

ΤΜΗΜΑ: Α΄
Ταχ. Δ/νση: Σταδίου 29
Ταχ. Κώδικας: 10110-ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες: Ε. Βρέκου
Τηλέφωνο: 2131516791
e-mail: asfmis@ypakp.gr
FAX: 210 3368116

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
ΓΕΝΙΚΟ ΛΟΓΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ 
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ 
ΤΜΗΜΑ Β: ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ 

Ταχ. Δ/νση: Κάνιγγος 29
Ταχ. Κώδικας: 10110-ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες: Ν. Κωνσταντόπουλος
Τηλ. 210-3329703
e-mail:dne@glk.gr

ΘΕΜΑ: Απασχόληση συνταξιούχων εικαστικών καλλιτεχνών.

Κατόπιν σχετικών ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στο Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους του Υπουργείου Οικονομικών, σχετικά με το ασφαλιστικό καθεστώς των εικαστικών, σας ενημερώνουμε τα ακόλουθα:

Με το ν.4387/2016 (Α' 85) αναμορφώνεται το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης της χώρας, με άξονα τη βιωσιμότητα του συστήματος και την εξασφάλιση της μελλοντικής δυνατότητας χορήγησης παροχών. Στο πλαίσιο αυτό, εισάγονται νέοι κανόνες υπολογισμού των εισφορών, οι οποίοι εφαρμόζονται ενιαία σε όλους τους ασφαλισμένους, οι οποίοι υπάγονται στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α, ανεξαρτήτως φορέα προέλευσης και ημερομηνίας υπαγωγής στην ασφάλιση (παλαιοί/νέοι ασφαλισμένοι).

Ο ν.4387/2016 δεν επηρέασε τους κανόνες υπαγωγής στην ασφάλιση. Ως προς αυτό το ζήτημα διατηρήθηκαν οι καταστατικές διατάξεις των επιμέρους ταμείων, όπως αυτές ίσχυαν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η υπαγωγή των εικαστικών στην κοινωνική ασφάλιση εξακολουθεί να ρυθμίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 71 του ν.2676/1999 (Α' 1). Κατά τη διάταξη αυτή, η οποία διατηρείται σε ισχύ, εικαστικοί καλλιτέχνες μέλη του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ) δεν υπάγονται στο ΕΦΚΑ (πρώην ΤΕΒΕ) για κάθε είδους καλλιτεχνική δραστηριότητα, εκτός αν οι ίδιοι επιθυμούν. Συνεπώς, η ασφάλιση των εικαστικών, οι οποίοι είναι μέλη του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος, στον Ε.Φ.Κ.Α. είναι προαιρετική.

Η προαιρετικότητα της ασφάλισης των εικαστικών καλλιτεχνών κρίθηκε και εξακολουθεί να είναι αναγκαία λόγω της ιδιομορφίας της εικαστικής δραστηριότητας, δεδομένου ότι πρόκειται για δραστηριότητα που δεν αποτελεί επάγγελμα με μόνιμη διάθεση του καλλιτεχνικού έργου και λαμβάνοντας υπόψη της κοινωνικής αξίας και προσφοράς που συνεπάγεται η καλλιτεχνική δραστηριότητα. Χαρακτηριστικό της παραπάνω φύσης της καλλιτεχνικής δραστηριότητας είναι η ύπαρξη παράλληλης δραστηριότητας υπακτέας στον Ε.Φ.Κ.Α. σε πολλές περιπτώσεις.

Εφόσον οι εικαστικοί επιλέξουν την υπαγωγή τους στην ασφάλιση ως ελεύθεροι επαγγελματίες, οι εισφορές τους υπολογίζονται σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 39 του ν.4387/2016.

Με το άρθρο 1 του ν.3075/2002 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 2 του ν.3620/2007 (Α' 276) και το άρθρο 4 του ν.4151/2013 (Α' 103), προβλέπεται η απόδοση συντάξεων σε καλλιτέχνες, λόγω της διακεκριμένης προσφοράς τους μέσω των έργων τους, με βάση εισοδηματικά κριτήρια και εφόσον κριθούν από αρμόδια επιτροπή η οποία συστήνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού και Αθλητισμού. Οι νέες συντάξεις που απονέμονται κάθε χρόνο δεν μπορούν να ξεπερνούν τις είκοσι (20).

Σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.1 του ν.4387/2016, στους εξ ιδίου δικαιώματος συνταξιούχους του Δημοσίου και όλων των φορέων, ταμείων, κλάδων ή λογαριασμών που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., οι οποίοι αναλαμβάνουν δραστηριότητα υποχρεωτικώς υπακτέα στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α., οι ακαθάριστες συντάξεις κύριες και επικουρικές καταβάλλονται μειωμένες σε ποσοστό 60% για όσο χρόνο διατηρούν τη δραστηριότητα. Από τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης προκύπτει ότι δεν συνεπάγεται περικοπή της σύνταξης οποιοδήποτε εισόδημα ή δραστηριότητα αλλά προϋπόθεση της περικοπής της σύνταξης είναι, μεταξύ άλλων, η ανάληψη δραστηριότητας η οποία είναι υποχρεωτικώς υπακτέα στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α. Επομένως, η άσκηση της δραστηριότητας του εικαστικού καλλιτέχνη και μετά την έναρξη συνταξιοδότησής του με βάση το άρθρο 20 του ν.4387/2016 δεν υπάγεται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ και δεν επιφέρει επιπτώσεις στο ποσό της χορηγούμενης σύνταξης.




Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο ΑΝΑΠΛ. ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ
ΠΗΓΗ:  Taxheaven.gr

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ ΑΠΟ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ

Ερωτήθηκα κατά πόσο είναι σύννομος ο αποχωρισμός προϊόντος από συσκευασία στην οποία συμπεριλαμβάνεται ως προσφορά και εν συνεχεία η πώληση του εν αγνοία της προμηθεύτριας/διαφημιζόμενης εταιρίας.

Η συγκεκριμένη πρακτική είναι πολλαπλώς παράνομη καθόσον
1) Aποτελεί αθέμιτη εμπορική πρακτική που τιμωρείται σύμφωνα με την οδηγία 2005/29/ΕΚ και το ν. 2251/1994 όπως ισχύει, '' περί προστασίας των καταναλωτών''.
2) Σύμφωνα με τις Αγορανομικές Διάταξεις 7/2009 και 6/2010 για συσκευασμένα προιόντα που περιέχονται σε πολυσυσκευασία ως ‘’ΔΩΡΟ’’ στα πλαίσια προωθητικής ενέργειας απαγορεύεται ρητώς η πώληση τους ως μεμονομένα προιόντα. Οι παραβάτες διώκονται ποινικά σύμφωνα με τον ισχύοντα αγορανομικό κώδικα.
3) Aποτελεί φορολογική παράβαση κατά τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος αφού τα δωρεάν προιόντα ακολουθούν το πωλούμενο προιόν και δεν τιμολογούνται ξεχωριστά .
4) Tέλος, αυτός που παραβαίνει τις ανωτέρω διατάξεις υπέχει ευθύνη και απέναντι στην διαφημιζόμενη εταιρία σύμφωνα με τις διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού (ν. 146/1913) γεγονός που συνεπάγεται υποχρέωση του αποζημίωσης για κάθε θετική ή αποθετική ζημία της εταιρίας.