Αρχειοθήκη ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2019

ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΠΑΝΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΥΡΙΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ - ΠΟΣΟΣΤΑ ΑΝΑΠΛΗΡΩΣΗΣ


ΣτΕ Ολ.1891/2019 (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΕΡΙΛΗΨΗΣ)
Πρόεδρος: Ε. Σαρπ
Εισηγητής: Γ.Τσιμέκας
Θέμα: επανυπολογισμός κύριων συντάξεων – κρατική χρηματοδότηση κύριων συντάξεων – αναλογιστική μελέτη για τη βιωσιμότητα του ΕΦΚΑ – μελέτη για την τεκμηρίωση της επάρκειας των παροχών – ποσοστά αναπλήρωσης κύριας συντάξεως
Με την 1891/2019 απόφαση της Ολομέλειας ακυρώθηκε η 26083/887/7.6.2016 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με τίτλο «Αναπροσαρμογή κύριων συντάξεων - Προστασία καταβαλλόμενων συντάξεων» (Β΄ 1605/7.6.2016 και διορθώσεις σφαλμάτων Β΄ 1623/8.6.2016 και Β΄ 1988/1.7.2016). Ειδικότερα:
Α. Κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι, στο πλαίσιο της επιχειρούμενης με το ν. 4387/2016 ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, αιτιολογείται επαρκώς η επιλογή, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 14 και 33 του ν. 4387/2016 (Α΄ 85) και της παραπάνω κ.υ.α. 26083/887/7.6.2016, ως βάσης επανυπολογισμού των κύριων συντάξεων που καταβάλλονταν στους ήδη συνταξιούχους κατά τη δημοσίευση του ν. 4387/2016, του ύψους στο οποίο οι συντάξεις αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 31.12.2014, δηλαδή με τις επελθούσες και κριθείσες ως αντισυνταγματικές με τις 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Δικαστηρίου περικοπές των ν. 4051/2012 και 4093/2012, με όμοια αιτιολογία με αυτήν που υιοθετήθηκε στην 1890/2019 απόφαση επί της αίτησης ακυρώσεως της ΟΤΟΕ επί του αντίστοιχου ζητήματος που αφορά τον επανυπολογισμό των ήδη καταβαλλόμενων κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 επικουρικών συντάξεων.
Δ. Απερρίφθη κατά πλειοψηφία ο λόγος, με τον οποίο προεβλήθη ότι δεν υπάρχει αναλογιστική μελέτη, από την οποία να τεκμηριώνεται η βιωσιμότητα του Ε.Φ.Κ.Α. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα αυτό έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:
α) Κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι, προκειμένου ο νομοθέτης να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή του να τεκμηριώσει τη βιωσιμότητα των φορέων που συνιστώνται και λειτουργούν στο πλαίσιο νέου ασφαλιστικού συστήματος και χορηγούν τις συνταξιοδοτικές παροχές (κύριες και επικουρικές ) - υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος (ερμηνευομένου ενόψει και του άρθρου 106 παρ. 1 του Συντάγματος)- οφείλει, πριν από την ψήφιση του σχετικού νόμου, να έχει προκαλέσει τη σύνταξη αναλογιστικών μελετών προερχόμενων από αρμόδια προς τούτο αρχή, η οποία να διαθέτει εξειδικευμένες γνώσεις, όπως είναι η Εθνική Αναλογιστική Αρχή, που θεσπίσθηκε με το άρθρο 9 του ν. 3029/2002 (Α΄ 160). Είναι δε απολύτως αναγκαίο να προκύπτει η βιωσιμότητα των ασφαλιστικών φορέων οι οποίοι θα λειτουργούν στο νέο ασφαλιστικό σύστημα και θα χορηγούν τις ασφαλιστικές παροχές, ιδίως στην περίπτωση της εκ βάθρων μεταβολής του ισχύοντος μη βιώσιμου, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, ασφαλιστικού συστήματος, ώστε να προκύπτει ότι η επιχειρούμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση που θα αντικαταστήσει το ισχύον σύστημα είναι πράγματι λυσιτελής, υπό την έννοια ότι είναι ικανή να εξασφαλίσει, πράγματι, την ασφαλιστική κάλυψη ολόκληρου του εργαζόμενου πληθυσμού της χώρας όχι μόνον βραχυπρόθεσμα αλλά και μακροπρόθεσμα. Εξάλλου, το γεγονός ότι η υπάρχουσα Εθνική Αναλογιστική Αρχή, έχει κατά νόμον, αρμοδιότητες προσαρμοσμένες στο ισχύον, κατά το χρόνο ιδρύσεώς της, ασφαλιστικό σύστημα και ότι δεν ρυθμίζεται ειδικώς από την υφιστάμενη νομοθεσία το περιεχόμενο της αναλογιστικής μελέτης που πρέπει να εκπονείται σε περίπτωση θεσπίσεως νέου ασφαλιστικού συστήματος δεν αίρει την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, πριν από την αντικατάσταση του υπάρχοντος ασφαλιστικού συστήματος με νέο, να συντάσσεται αναλογιστική μελέτη από όργανο το οποίο να διαθέτει εξειδικευμένες προς τούτο γνώσεις είτε αυτό είναι η ανωτέρω Εθνική Αναλογιστική Αρχή είτε άλλο όργανο με τις ανωτέρω εξειδικευμένες γνώσεις.
Ε. Ακόμη, κρίθηκε κατά πλειοψηφία ότι, κατόπιν των 1889 και 1890/2019 ακυρωτικών αποφάσεων της Ολομέλειας, με τις οποίες διαπιστώθηκε έλλειψη τεκμηρίωσης της βιωσιμότητας του κλάδου της επικουρικής ασφάλισης του ΕΤΑΕΠ, δεν τεκμηριώνεται το ύψος της συνολικής συνταξιοδοτικής παροχής την οποία χορηγεί το νέο ασφαλιστικό σύστημα του ν. 4387/2016· κατ’ ακολουθία έγιναν, κατά πλειοψηφία, δεκτοί ως βάσιμοι, οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προεβλήθη ότι η προσβαλλόμενη κ.υ.α. 26083/887/7.6.2016 είναι ακυρωτέα, διότι, κατά παράβαση του Συντάγματος, θεσπίσθηκε ο επανυπολογισμός των καταβαλλομένων συντάξεων χωρίς να υπάρχει επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη που να αποδεικνύει την επάρκεια των χορηγούμενων από το ν. 4387/2016 παροχών και την εξασφάλιση με αυτές αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, όσο το δυνατόν εγγύτερο προς εκείνο που είχαν τα μέλη του αιτούντος σωματείου και οι λοιποί αιτούντες κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα αυτό έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:
α) Όσον αφορά την υποχρέωση του νομοθέτη να τεκμηριώσει την επάρκεια των παροχών, που χορηγεί ο ασφαλιστικός οργανισμός ή οι ασφαλιστικοί οργανισμοί, που λειτουργούν στο πλαίσιο του νέου ασφαλιστικού συστήματος, υπό την έννοια της μη παραβίασης του συνταγματικού πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος (της χορήγησης δηλαδή στον συνταξιούχο παροχών τέτοιων που να του επιτρέπουν να διαβιώνει με αξιοπρέπεια, εξασφαλίζοντας τους όρους όχι μόνο της φυσικής του υποστάσεως αλλά και της συμμετοχής του στην κοινωνική ζωή με τρόπο που δεν αφίσταται πάντως ουσιωδώς από τις αντίστοιχες συνθήκες του εργασιακού του βίου), έγινε δεκτό κατά πλειοψηφία ότι ο νομοθέτης οφείλει, πριν από την ψήφιση του νόμου που θεσπίζει το νέο ασφαλιστικό σύστημα και ρυθμίζει εκ νέου τους όρους και τις προϋποθέσεις των ασφαλισμένων όλων των ασφαλιστικών φορέων, να έχει προκαλέσει, ενόψει και της πολυπλοκότητας και του τεχνικού εν πολλοίς χαρακτήρα των σχετικών εκτιμήσεων, την εκπόνηση επιστημονικά τεκμηριωμένης μελέτης ή μελετών από πρόσωπα που διαθέτουν τις κατάλληλες προς τούτο γνώσεις, από τις οποίες να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η επάρκεια των χορηγούμενων παροχών και η εξασφάλιση με αυτές αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, όσο το δυνατόν εγγύτερα προς εκείνο που είχε ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου.
β) Περαιτέρω, κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι η διαπιστωθείσα με τις 1889 και 1890/2019 ακυρωτικές αποφάσεις έλλειψη τεκμηρίωσης της βιωσιμότητας του κλάδου επικουρικής ασφαλίσεως του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., θέτει εν αμφιβόλω τη δυνατότητα του εν λόγω φορέα να παρέχει επικουρικές παροχές, στο ύψος μάλιστα που επικαλείται η Διοίκηση, και, κατ’ επέκταση, κλονίζει το ύψος και, επομένως, την επάρκεια των παρεχομένων σύμφωνα με το ν. 4387/2016 συνολικών συνταξιοδοτικών παροχών [αθροίσματος δηλαδή, κύριας (εθνικής και ανταποδοτικής) και επικουρικής συντάξεως], τόσο στους μελλοντικούς, όσο και στους παλαιούς συνταξιούχους· καθόσον οι προβλεπόμενες συνολικές συνταξιοδοτικές παροχές πρέπει να διασφαλίζουν υπέρ των συνταξιούχων ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, κατά το δυνατόν εγγύτερο εκείνου το οποίο αυτοί είχαν κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Συνεπώς, εφόσον το ύψος της συνολικής συνταξιοδοτικής παροχής την οποία χορηγεί το νέο ασφαλιστικό σύστημα του ν. 4387/2016 δεν είναι βέβαιον, η έρευνα από το Δικαστήριο της τεκμηρίωσης της επάρκειας της συνολικής αυτής παροχής από τη Διοίκηση και, κατ’ ακολουθία, η εξέταση των κειμένων - μελετών που συνοδεύουν το ν. 4387/2016, κατά το μέρος που αποβλέπουν στην απόδειξη της επάρκειας αυτής, καθίσταται αλυσιτελής. Ενόψει, δε, των ανωτέρω και ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών που φέρουν τα ανωτέρω κείμενα-μελέτες, εφόσον, κατά τα ήδη κατά τα ανωτέρω κριθέντα, δεν τεκμηριώνεται το ύψος της συνολικής συνταξιοδοτικής παροχής την οποία χορηγεί το νέο ασφαλιστικό σύστημα του ν. 4387/2016, γίνονται δεκτοί, κατά πλειοψηφία, ως βάσιμοι, οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη ΚΥΑ είναι ακυρωτέα, διότι, κατά παράβαση του Συντάγματος (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4 και 106 παρ. 1), θεσπίσθηκε ο επανυπολογισμός των καταβαλλομένων συντάξεων χωρίς, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, να υπάρχει επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη που να αποδεικνύει την επάρκεια των χορηγούμενων από το ν. 4387/2016 παροχών και την εξασφάλιση με αυτές αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, όσο το δυνατόν εγγύτερο προς εκείνο που είχαν τα μέλη του αιτούντος σωματείου και οι λοιποί αιτούντες κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου.
ΣΤ. Περαιτέρω, έγινε δεκτό, κατά πλειοψηφία, ότι ναι μεν υπάρχει κλιμάκωση, ως προς τα θεσπιζόμενα με το άρθρο 8 του ν. 4387/2016 ποσοστά αναπληρώσεως, βάσει των οποίων υπολογίζεται η ανταποδοτική σύνταξη και τα οποία εφαρμόζονται και για τον επανυπολογισμό των ήδη καταβαλλόμενων κύριων συντάξεων, τα ποσοστά δηλαδή αυτά αυξάνονται προοδευτικά ανά κλίμακα ετών ασφάλισης, τα νέα, όμως, αυτά ποσοστά αναπληρώσεως, αυτά καθ’ εαυτά, είναι ιδιαιτέρως χαμηλά, η δε εφαρμογή τους, ως εκ του ύψους και της ανά τριετία κλιμακώσεώς τους, τόσο στο μέσο όρο των μηνιαίων αποδοχών καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού βίου προκειμένου για τους μελλοντικούς συνταξιούχους, όσο και στον συντάξιμο μισθό επί του οποίου κανονίσθηκε η χορηγηθείσα σύνταξη προκειμένου για τους ήδη συνταξιούχους, οδηγεί στη χορήγηση ανταποδοτικής συνταξιοδοτικής παροχής, η οποία τελεί σε προφανή δυσαναλογία προς τις ανωτέρω αποδοχές, ενόψει του ότι το υψηλότερο ποσοστό αναπληρώσεως των εν λόγω αποδοχών είναι κατώτερο του 50%, και προς τις καταβληθείσες με βάση τις αποδοχές αυτές εισφορές. Υπό τα δεδομένα αυτά, τα συγκεκριμένα ποσοστά αναπληρώσεως παραβιάζουν την αρχή της ανταποδοτικότητας, η οποία αποτελεί έκφανση της αρχής της αναλογικότητας, υπό την έννοια της υπέρβασης του ανεκτού ορίου μέχρι του οποίου είναι επιτρεπτή, κατά το Σύνταγμα, η έλλειψη ανταποδοτικότητας εισφορών – παροχών. Η ανωτέρω παραβίαση της αρχής της ανταποδοτικότητας δεν αναιρείται, εξ άλλου, από τη χορηγούμενη από το σύστημα του ν. 4387/2016 εθνική σύνταξη, το ύψος της οποίας παραμένει σταθερό και δεν επηρεάζεται από τον αριθμό των (πέραν των 20) ετών ασφαλίσεως και το ύψος των αποδοχών. Περαιτέρω δε, το σύστημα του ανωτέρω ν. 4387/2016, ως προς την χορηγούμενη από αυτό συνολική συνταξιοδοτική παροχή (εθνική, ανταποδοτική και επικουρική), οδηγεί σε παραβίαση της αρχής της ισότητας, διότι, όπως προκύπτει από τον πίνακα 9 του οικ. 20263/121/4.5.2016 ενημερωτικού σημειώματος της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η χορηγούμενη από το σύστημα του νόμου συνολική συνταξιοδοτική παροχή εξασφαλίζει σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό αναπλήρωσης (σχέση συνολικής συνταξιοδοτικής παροχής προς μέσο όρο αποδοχών καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού βίου ή συντάξιμο μισθό) σε πρόσωπα που υπάγονται στην ίδια κλίμακα από πλευράς χρόνου ασφαλίσεως και έχουν μικρότερες κατά μέσο όρο αποδοχές ή συντάξιμο μισθό σε σχέση με πρόσωπα που ανήκουν στην ίδια κλίμακα αλλά έχουν μεγαλύτερο μέσο όρο αποδοχών ή συντάξιμο μισθό.
Η. Τέλος, η Ολομέλεια, συνεκτιμώντας τους λόγους, για τους οποίους εχώρησε η ακύρωση της κ.υ.α. 26083/887/7.6.2016 και τον μεγάλο αριθμό των καταβαλλομένων κύριων συντάξεων των οποίων ο επανυπολογισμός θα τεθεί εν αμφιβόλω με την αναδρομική ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των εκκρεμοτήτων που θα ανακύψουν, έκρινε κατά πλειοψηφία ότι εν προκειμένω συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 50 παρ. 3β του π.δ. 18/1989, τα αποτελέσματα της ακυρώσεως να επέλθουν από την δημοσίευση της 1891/2019 αποφάσεως.

(πηγή: adjustice.gr)

ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΠΑΝΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ


ΣτΕ Ολ.1890/2019 (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΠΕΡΙΛΗΨΗ)
Πρόεδρος: Ε. Σαρπ
Εισηγητής: Α. Καλογεροπούλου
Θέμα: Επανυπολογισμός επικουρικών συντάξεων – κρατική χρηματοδότηση στις επικουρικές συντάξεις – αναλογιστική μελέτη στις επικουρικές συντάξεις – καθορισμός ορίου επικουρικών συντάξεων σε σχέση με την κύρια σύνταξη

Με την 1890/2019 απόφαση της Ολομέλειας, ακυρώθηκε η οικ. 25909/470/7.6.2016 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης “Αναπροσαρμογή καταβαλλόμενων συντάξεων του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης” (Β΄1605/7.6.2016, διόρθωση σφάλματος Β΄ 1623/8.6.2016). Ειδικότερα:
Α. Κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι, στο πλαίσιο της επιχειρούμενης με το ν. 4387/2016 ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, αιτιολογείται επαρκώς η επιλογή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 96 παρ. 4 του ν. 4387/2016 και της οικ. 25909/470/7.6.2016 αποφάσεως του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ως βάσης επανυπολογισμού των επικουρικών συντάξεων που καταβάλλονταν στους ήδη συνταξιούχους κατά τη δημοσίευση του ν. 4387/2016, του ύψους στο οποίο οι συντάξεις αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 31.12.2014, δηλαδή με τις επελθούσες και κριθείσες ως αντισυνταγματικές με τις 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Δικαστηρίου περικοπές των ν. 4051/2012 και 4093/2012.
Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα αυτό, έγιναν δεκτά, κατά πλειοψηφία, τα ακόλουθα: Με τις ρυθμίσεις, που αφορούν τον επανυπολογισμό των ήδη καταβαλλόμενων κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 κύριων και επικουρικών συντάξεων (όσο αφορά τις κύριες συντάξεις βλ. άρθρα 14 και 33 του ν. 4387/2016 και κ.υ.α. 26083/887/7.6.2016, Β’ 1605 και όσο αφορά τις επικουρικές βλ. άρθρο 96 παρ. 4 του ν. 4387/2016 και την προσβαλλόμενη απόφαση), για τον οποίο λαμβάνεται υπόψη ως βάση, και στις δύο περιπτώσεις, το ύψος των συντάξεων, κύριων και επικουρικών αντίστοιχα, όπως είχαν διαμορφωθεί στις 31.12.2014, δηλαδή με τις επελθούσες και κριθείσες ως αντισυνταγματικές με τις 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Δικαστηρίου περικοπές των ν. 4051/2012 και 4093/2012, ο νομοθέτης επιρρίπτει το βάρος του στόχου εξασφαλίσεως της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος όχι μόνον στους ασφαλισμένους και στους νέους συνταξιούχους, αλλά και στους παλαιούς συνταξιούχους, επιφέροντας με τον τρόπο αυτό -ουσιαστικά- νέες περικοπές στις συγκεκριμένες συντάξεις, κύριες και επικουρικές, αντίστοιχες σε ύψος προς εκείνες που είχαν επέλθει με τους ν. 4051/2012 και 4093/2012 και είχαν κριθεί, κατά τα ανωτέρω, αντισυνταγματικές, υλοποιώντας, παράλληλα, τη δέσμευση που η Ελληνική Κυβέρνηση ανέλαβε στο πλαίσιο του Μνημονίου του ΕΜΣ για υιοθέτηση πολιτικών που αντισταθμίζουν τις δημοσιονομικές επιπτώσεις της ως άνω αποφάσεως. Ενόψει των ανωτέρω, αλλά και των αιτίων που αναφέρονται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου και θέτουν σε διακινδύνευση τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, αιτιολογείται κατ’ αρχήν, τόσο, γενικώς, η ανάγκη μεταρρυθμίσεως του υφισταμένου ασφαλιστικού συστήματος, η οποία δεν κωλύεται από την υποχρέωση συμμορφώσεως στις προαναφερόμενες 2287, 2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, όσο και, ειδικώς, ο επανυπολογισμός των συντάξεων των ήδη συνταξιούχων, ώστε να επωμισθούν και αυτοί και όχι μόνον οι νέοι συνταξιούχοι και οι νυν ασφαλισμένοι το βάρος της επιχειρούμενης μεταρρυθμίσεως, για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης και διαγενεακής ισότητας και αλληλεγγύης∙ δεδομένου ότι και αυτοί ωφελούνται εξ ίσου από την επιδιωκόμενη, με την επιχειρούμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση, διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος, τη διατήρηση δηλαδή της ικανότητάς του να χορηγεί συντάξεις στους υφιστάμενους και στους μελλοντικούς συνταξιούχους. Εξάλλου, ο νομοθέτης δεν εκωλύετο από τις 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας να προβεί σε νέες ρυθμίσεις ως προς το ύψος των συντάξεων ή ακόμη και να επαναθεσπίσει τις κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές, εφόσον ελάμβανε υπόψη τα κριτήρια και ικανοποιούσε τις απαιτήσεις που έθεσε με τις ανωτέρω αποφάσεις του το Δικαστήριο κατόπιν ερμηνείας των μνημονευθεισών συνταγματικών διατάξεων, είτε, ακόμη, διατηρώντας τη σχετική προς τούτο ευχέρειά του, να προβεί στη θέσπιση νέου ασφαλιστικού συστήματος, στο πλαίσιο του οποίου, εφόσον επέλεγε να υιοθετήσει εκ νέου τις ανωτέρω κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές των συντάξεων κατά τον επανυπολογισμό της συντάξεως των παλαιών συνταξιούχων, όπως και έπραξε, υπεχρεούτο να αιτιολογήσει ειδικώς τον λόγο για τον οποίο ήταν τούτο αναγκαίο ενόψει της επιχειρούμενης συνολικής μεταρρυθμίσεως του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Εν προκειμένω δε, η επίμαχη ρύθμιση -η επιλογή δηλαδή από το νομοθέτη, ως βάσεως επανυπολογισμού της συντάξεως των παλαιών συνταξιούχων όπως αυτή είχε διαμορφωθεί με τις κατά τα ανωτέρω κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές- η οποία δεν παρίσταται μεμονωμένη, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα μέτρων του νέου ριζικώς αναμορφωμένου ασφαλιστικού συστήματος του ν. 4387/2016, με τα οποία δεν επέρχονται απλώς οριζόντιες περικοπές προς εξυπηρέτηση αμιγώς δημοσιονομικών στόχων, όπως με τους προηγούμενους νόμους, αλλά θεσπίζονται διαρθρωτικές αλλαγές του συστήματος προς επίτευξη του δημοσίου συμφέροντος σκοπού διασφαλίσεως της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος αιτιολογείται επαρκώς, εκτιμωμένου και του συνολικού δημοσιονομικού οφέλους της και της ουσιαστικής συνεισφοράς της στη συγκράτηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης και, κατ’ επέκταση, στην επίτευξη - βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα - του επιδιωκόμενου στόχου της διατηρήσεως της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος.
Δ. Περαιτέρω, έγινε δεκτό κατά πλειοψηφία, με την ίδια αιτιολογία βάσει της οποίας έγινε δεκτός με την 1889/2019 απόφαση της Ολομέλειας όμοιος λόγος ακυρώσεως προβληθείς με την αίτηση ακυρώσεως της ΑΔΕΔΥ, ότι λόγω της ελλείψεως αναλογιστικής μελέτης που να προκύπτει ότι είχε εκπονηθεί πριν από την ψήφιση του ν. 4387/2016 και που να τεκμηριώνει τη βιωσιμότητα του κλάδου επικουρικής ασφαλίσεως του ΕΤΕΑΕΠ, ενόψει των νέου τρόπου υπολογισμού της επικουρικής συντάξεως για το μέλλον και του μηχανισμού εξισορροπήσεως των ελλειμμάτων του ΕΤΕΑΕΠ που προβλέπονται στο άρθρο 96 παρ. 1 του ν. 4387/2016, όπως ισχύει, του επανυπολογισμού-αναπροσαρμογής των ήδη καταβαλλόμενων κατά τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου συντάξεων που προβλέπεται στο άρθρο 96 παρ. 4 αυτού, όπως ισχύει, καθώς και της αυξήσεως των εισφορών για την επικουρική σύνταξη κατά την εξαετία 2016 έως 2022, που προβλέπεται στο άρθρο 97 του νόμου, η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 96 του ν. 4387/2016, όπως ισχύει, που αφορά στον επανυπολογισμό των ήδη καταβαλλόμενων κατά τη δημοσίευση του ν. 4387/2016 επικουρικών συντάξεων, την οποία εφαρμόζει η προσβαλλόμενη οικ. 25909/470/7.6.2016 υπουργική απόφαση, είναι αντισυνταγματική, η απόφαση δε αυτή, η οποία εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση της παρ. 6 του άρθρου 96 του ως άνω νόμου, όπως αυτή ήδη ισχύει, είναι ακυρωτέα στο σύνολό της.
Ε. Ακόμη, έγινε δεκτό, κατά πλειοψηφία, ότι δεν είναι πρόσφορο το κριτήριο του ύψους της καταβαλλόμενης κύριας σύνταξης, που υιοθετείται, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 96 παρ. 4 του ν. 4387/2016 και 6 της προσβαλλόμενης οικ. 25909/470/7.6.2016 απόφασης του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, για την αναπροσαρμογή των επικουρικών συντάξεων, δεδομένου ότι για κάθε μια από τις ανωτέρω συντάξεις έχουν καταβληθεί υποχρεωτικώς από τους ασφαλισμένους αυτοτελείς εισφορές. Δεν καθιστά δε πρόσφορο το ως άνω κριτήριο το γεγονός ότι η αξίωση του συνταξιούχου έναντι του Κράτους για τη χορήγηση σε αυτόν συνταξιοδοτικής παροχής, η οποία να του επιτρέπει να ζει σε επίπεδο που να μην αφίσταται ουσιωδώς από τις αντίστοιχες συνθήκες του εργασιακού του βίου, αφορά το σύνολο των χορηγούμενων σε αυτόν συντάξεων, δηλαδή το άθροισμα κύριας και επικουρικής συντάξεως. Περαιτέρω, δεν είναι συνταγματικά ανεκτό, συνταξιούχοι, ύστερα από τον κατά τα ως άνω επανυπολογισμό και αναπροσαρμογή της επικουρικής τους συντάξεως, να λαμβάνουν, τελικώς, υπό τις αυτές προϋποθέσεις, επικουρική σύνταξη χαμηλότερου ύψους από συνταξιούχους, που έχουν συνταξιοδοτηθεί από το ίδιο με αυτούς –ήδη ενταχθέν στο ΕΤΕΑΕΠ– ταμείο/τομέα/κλάδο επικουρικής ασφαλίσεως και έχουν καταβάλει εισφορές ίδιου ή χαμηλότερου ύψους, εκ μόνου του λόγου ότι οι τελευταίοι λαμβάνουν κύρια σύνταξη χαμηλότερου ύψους και, εξ αυτού του λόγου, προστατεύονται από το προβλεπόμενο στα άρθρα 96 παρ. 4 του ν. 4387/2016 και 6 της προσβαλλόμενης αποφάσεως όριο του ποσού των 1.300 ευρώ, του οποίου δεν επιτρέπεται να υπολείπεται, μετά την αναπροσαρμογή της επικουρικής συντάξεως, το άθροισμα της καταβαλλόμενης σε αυτούς κύριας και επικουρικής συντάξεως. Στις ως άνω περιπτώσεις, η αναπροσαρμογή της επικουρικής συντάξεως, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 96 παρ. 4 του ν. 4387/2016 και 6 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 5 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος. Δεν προκύπτει δε ούτε από την αιτιολογική έκθεση ούτε από τα λοιπά στοιχεία που συνοδεύουν το νόμο, πέραν των όσων αναφέρονται στην αιτιολογική έκθεση για την προστασία των μεσαίων και χαμηλότερων συντάξεων, οι συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους ο νομοθέτης επέλεξε ως κριτήριο για την αναπροσαρμογή των καταβαλλόμενων κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 επικουρικών συντάξεων το άθροισμα της πριν από το νόμο καταβαλλόμενης κύριας συντάξεως, με την μετά το νόμο επικουρική σύνταξη να ανέρχεται ειδικώς στο ποσό των 1300 ευρώ. Η συνταγματικότητα δε ή μη της ανωτέρω ρυθμίσεως σε σχέση με την παραβίαση ή όχι της αρχής της ισότητας και της αρχής της ανταποδοτικότητας δεν μπορεί σε καμμία περίπτωση να συναρτάται με το ποσοστό (αν αυτό είναι υψηλό ή χαμηλό) των συνταξιούχων, οι οποίοι θίγονται από τη ρύθμιση αυτή, από το ποσοστό, δηλαδή, των συνταξιούχων των οποίων οι επικουρικές συντάξεις μειώνονται ύστερα από την εφαρμογή της συγκεκριμένης ρυθμίσεως.
Ζ) Τέλος, η Ολομέλεια, έκρινε κατά πλειοψηφία, με όμοια αιτιολογία με αυτήν που υιοθέτησε στην 1889/2019 απόφαση επί της αίτησης ακυρώσεως της ΑΔΕΔΥ, ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως της οικ. 25909/470/7.6.2016 απόφασης Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης πρέπει επέλθουν από την δημοσίευση της 1890/2019 αποφάσεως.

(ΠΗΓΗ: adjustice.gr)

ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ Ν.4387/2016


ΣτΕ Ολ.1889/2019 
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΠΕΡΙΛΗΨΗΣ
Πρόεδρος: Ε. Σαρπ
Εισηγητής: Α. Καλογεροπούλου
Θέμα: Κρατική χρηματοδότηση στις επικουρικές συντάξεις – αναλογιστική μελέτη στις επικουρικές συντάξεις
Με την 1889/2019 απόφαση της Ολομέλειας ακυρώθηκε η οικ. 23123/785/7.6.2016 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με τίτλο “Καθορισμός των τεχνικών παραμέτρων σχετικά με τις παροχές του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης” (Β΄1604/7.6.2016). Ειδικότερα:
Α. Κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 96 του ν. 4387/2016, όπως ισχύει, κατ’ επίκληση της οποίας εκδόθηκε η πιο πάνω απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, είναι αντισυνταγματική, για το λόγο ότι πριν από τη ψήφιση του ως άνω ν. 4387/2016 δεν εκπονήθηκε αναλογιστική μελέτη, που να τεκμηριώνει τη βιωσιμότητα του κλάδου επικουρικής ασφαλίσεως του ΕΤΕΑΕΠ, ενόψει των νέου τρόπου υπολογισμού της επικουρικής συντάξεως για το μέλλον και του αυτόματου μηχανισμού εξισορροπήσεως που προβλέπονται στο άρθρο 96 παρ. 1 του ν. 4387/2016, όπως ισχύει, του επανυπολογισμού- αναπροσαρμογής των ήδη καταβαλλόμενων κατά τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου συντάξεων που προβλέπεται στο άρθρο 96 παρ. 4 αυτού, όπως ισχύει, καθώς και της αυξήσεως των εισφορών για την επικουρική σύνταξη κατά την εξαετία 2016 έως 2022, που προβλέπεται στο άρθρο 97 του νόμου....
...Δ. Τέλος, η Ολομέλεια, συνεκτιμώντας τους λόγους για τους οποίους εχώρησε η ακύρωση της πιο πάνω 23123/785/7.6.2016 απόφασης του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και τον μεγάλο αριθμό των ήδη καταβαλλόμενων επικουρικών συντάξεων που θα τεθούν εν αμφιβόλω με την αναδρομική ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των εκκρεμοτήτων που θα ανακύψουν, έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 50 παρ. 3β του π.δ. 18/1989, τα αποτελέσματα της ακυρώσεως να επέλθουν από την δημοσίευση της 1889/2019 αποφάσεως.

(πηγή: adjustice.gr)



Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2019

ΡΥΘΜΙΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ ΑΣΦ.ΤΑΜΕΙΩΝ - ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΛΗΨΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ



Με το ν. 4611/2019 ‘’Ρύθμιση οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, τη Φορολογική Διοίκηση και τους Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού, Συνταξιοδοτικές Ρυθμίσεις Δημοσίου και λοιπές ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές διατάξεις, ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων και άλλες διατάξεις’’. (ΦΕΚ Α' 73/17.05.2019 και Α' 75/22-05-2019) είναι δυνατή η ρύθμιση των οφειλών μη μισθωτών ασφαλισμένων και ασφαλισμένων ΟΓΑ.
Ειδικά για τους μη μισθωτούς ασφαλισμένους το άρθρο 2 του ανωτέρω νόμου προβλέπει ότι εμπίπτουν στη ρύθμιση οφειλές που δημιουργήθηκαν έως και 31.12.2018, με τις πάσης φύσεως προσαυξήσεις, πρόσθετα τέλη και τόκους λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής.
Περαιτέρω, προβλέπεται επανυπολογισμός της κύριας οφειλής που δημιουργήθηκε από 1.1.2002 έως και 31.12.2016, βάσει του ν. 4387/2016. Ως βάση υπολογισμού ορίζεται το ποσό που αντιστοιχεί στον κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών, όπως ίσχυε κατά την 31.12.2018. Οι πάσης φύσεως προσαυξήσεις, πρόσθετα τέλη και τόκοι λόγω της μη εμπρόθεσμης καταβολής της κύριας οφειλής που δημιουργήθηκε από 1.1.2002 έως και 31.12.2016, επανυπολογίζονται επί του ποσού της κύριας οφειλής που προκύπτει σύμφωνα με τα ανωτέρω.
Στους οφειλέτες που υπάγονται στη ρύθμιση, παρέχεται έκπτωση (85%) επί των πάσης φύσεων προσαυξήσεων, προσθέτων τελών και τόκων λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής.
Το ελάχιστο ποσό της οριζόμενης μηνιαίας δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από πενήντα (50) ευρώ.
Επισημαίνεται ότι ο ανωτέρω επανυπολογισμός που λαμβάνει χώρα κατόπιν επιλογής του οφειλέτη, έχει ως συνέπεια χαμηλότερο ποσό σύνταξης αφού οδηγεί στη μείωση των συντάξιμων αποδοχών του.
Για τους ασφαλισμένους του ΟΓΑ το άρθρο 3 παρέχει δυνατότητα ρύθμισης του συνόλου των οφειλών που δημιουργήθηκαν έως και 31.12.2018, με τις πάσης φύσεως προσαυξήσεις, πρόσθετα τέλη και τόκους λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής, ενώ παρέχεται έκπτωση (100%) επί των πάσης φύσεως προσαυξήσεων. Η συνολική οφειλή που προκύπτει, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, καταβάλλεται σε μηνιαίες δόσεις που δεν μπορούν να ξεπερνούν τις εκατόν είκοσι (120) ενώ Το ελάχιστο ποσό της οριζόμενης μηνιαίας δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τριάντα (30) ευρώ.
Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 4 του νόμου, οφειλές από κάθε είδους παροχές που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως σε ασφαλισμένο ή συνταξιούχο έως και 31.12.2018 δύνανται επίσης να υπαχθούν σε ρύθμιση εφόσον δεν έχει εκδοθεί καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σε βάρος του οφειλέτη λόγω των οφειλών αυτών, ενώ παρέχεται έκπτωση ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) επί των πάσης φύσεως προσαυξήσεων, πρόσθετων τελών και τόκων λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής. Η συνολική οφειλή που προκύπτει καταβάλλεται σε μηνιαίες δόσεις που δεν μπορούν να ξεπερνούν τις εκατόν είκοσι (120) ενώ το ελάχιστο ποσό της οριζόμενης μηνιαίας δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από πενήντα (50) ευρώ.
Ειδικά για συνταξιούχους που έχουν ήδη υπαχθεί σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής των οφειλών τους με παρακράτηση των προβλεπόμενων δόσεων από το ποσό της σύνταξης, η υπαγωγή στη ρύθμιση του ανωτέρω νόμου συνεπάγεται την έναρξη της παρακράτησης των δόσεων για την εξόφληση της εναπομένουσας οφειλής από το ποσό της σύνταξης, από τον επόμενο μήνα από την υπαγωγή στη ρύθμιση:
1. Αν η οφειλή που υπάγεται σε ρύθμιση, όπως αυτή προκύπτει μετά τον υπολογισμό της σύμφωνα με τα ανωτέρω είναι κάτω από 25000 Ευρώ (αρθ. 61 ν. 3863/2010).
2. Ειδικά για τον ΟΓΑ ισχύει το όριο των 4.000 Ευρώ (αρθ. 68 ν. 4144/2013) και για τους ασφαλισμένους που συμπληρώνουν το 67ο έτος της ηλικίας τους μέχρι την 31.12.2019 τίθεται ως όριο οφειλής το ποσό των 6000 Ευρώ.
Οι οφειλές καταβάλλονται σε μηνιαίες δόσεις, που δεν μπορούν να ξεπερνούν τις εκατόν είκοσι (120).
Η υποχρέωση καταβολής καθορίζεται ως εξής: α) Έως την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης, ο οφειλέτης καταβάλλει τις δόσεις της ρύθμισης. β) Από την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης έως την έναρξη καταβολής της σύνταξης, αναστέλλεται η υποχρέωση καταβολής των δόσεων της ρύθμισης. Οι δόσεις που αντιστοιχούν στο διάστημα του προηγούμενου εδαφίου παρακρατούνται αθροιστικά από το ποσό της σύνταξης που καταβάλλεται αναδρομικά για το διάστημα αυτό. Οι επόμενες δόσεις παρακρατούνται από το ποσό της σύνταξης κάθε επόμενου μήνα από αυτόν της έναρξης καταβολής της σύνταξης. Ειδικά κατά την περίοδο χορήγησης προσωρινής σύνταξης, από τη σύνταξη παρακρατούνται τα ποσά που αντιστοιχούν στο ελάχιστο ποσό δόσης. Η διαφορά μεταξύ του ποσού της οφειλόμενης δόσης και του ήδη παρακρατηθέντος ελάχιστου ποσού δόσης, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, παρακρατείται αθροιστικά από το ποσό της οριστικής σύνταξης που καταβάλλεται αναδρομικά για το διάστημα αυτό. Αν έχουν καταβληθεί εφάπαξ ποσά για την εξόφληση ασφαλιστικών οφειλών με σκοπό τη συνταξιοδότηση και τα ποσά αυτά δεν επαρκούν για τον σκοπό αυτό, η οφειλή δύναται να υπαχθεί στη ρύθμιση του παρόντος, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, ως εξής: α) Η αρχική οφειλή, δίχως τον συνυπολογισμό των καταβολών, επανυπολογίζεται σύμφωνα με τα ανωτέρω β) Από το ποσό της νέας οφειλής, αφαιρούνται τα εφάπαξ ποσά που έχουν καταβληθεί.γ) Το νέο ποσό της οφειλής, εντάσσεται στην ανωτέρω ρύθμιση. Αν το ποσό της οφειλής, που προκύπτει μετά τον επανυπολογισμό, είναι μικρότερο από αυτό που έχει καταβληθεί, το υπερβάλλον δεν αναζητείται.
ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΛΗΨΗΣ ΤΟΥ ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΥΠΕΡΗΛΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΗ ΕΧΟΝΤΕΣ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΛΗΨΕΩΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΛΟΓΩ ΟΦΕΙΛΩΝ.
Να σημειωθεί εδώ, ότι σύμφωνα με την Αρ. Πρωτ.: Δ12α/Φ.32/Γ.Π.οικ.46042/1305/ 30 - 08 - 2018 εγκύκλιο του ΥΠΑΚΠ
Στους ανασφάλιστους υπερήλικες και σε αυτούς που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης καταβάλλεται από τον ΟΠΕΚΑ το επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ανασφαλίστων Υπερηλίκων, εφόσον οι δικαιούχοι πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
-έχουν συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας τους
- δεν λαμβάνουν ή δεν δικαιούνται να λάβουν σύνταξη από το εξωτερικό ή οποιαδήποτε ασφαλιστική ή προνοιακή παροχή από την Ελλάδα, μεγαλύτερη από το πλήρες ποσό του μηνιαίου επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ανασφαλίστων Υπερηλίκων, ανερχόμενο σήμερα στο ποσό των τριακοσίων εξήντα ευρώ (360 €), σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 93 του ν. 4387/2016.
Σύμφωνα με την ανωτέρω εγκύκλιο ως έλλειψη ασφαλιστικών προϋποθέσεων για σύνταξη, στην προκειμένη περίπτωση, θεωρείται η μη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης καθώς και η τυχόν ύπαρξη οφειλής από ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης.



Τρίτη, 26 Μαρτίου 2019

ΔΙΑΔΟΧΙΚΗ-ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ-ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ

Φ.1500/Δ17/οικ.42472/969/2019 Παροχή διευκρινίσεων σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 17, 19 και 36 του ν. 4387/2016

Αθήνα, 14.03.2019
Ap. πρ.: Φ.1500/Δ17/οικ.42472/969

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ 
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
Γενική Δ/νση Κοινωνικής Ασφάλισης 
Δ/νση Δ17 - Παροχών Κύριας Σύνταξης 
Τμήμα Διαδοχικής Ασφάλισης

Πληροφ: Σ. Παπαϊωάννου 213-1516747
e-mail: diad@ypakp.gr
Διεύθυνση: Σταδίου 29
Ταχ. Κωδ.: 101 10 Αθήνα

ΘΕΜΑ: Παροχή διευκρινίσεων σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 17, 19 και 36 του ν. 4387/2016.

Σε συνέχεια των υπ' αριθμ. Φ80000/οικ.58967/77/Δ29.17/2017 (ΑΔΑ: ΨΟΚΘ465Θ1Ω­Η58) και Φ.80000/Δ17/οικ.46340/1034/2018 (ΑΔΑ: ΨΞ2Λ465Θ1Ω-ΥΟΞ) Εγκυκλίων οδηγιών σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 17 και 36 για την αξιοποίηση του παράλληλου και μη χρόνου ασφάλισης καθώς και της υπ' αριθμ. Φ.1500/οικ.1681/119/2017/19.9.2017 (ΑΔΑ: 7Φ3Ζ465Θ1Ω-Κ63) σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 19 του ν. 4387/2016 περί διαδοχικής ασφάλισης, διευκρινίζουμε συμπληρωματικά τα ακόλουθα:

Γενικές αρχές:

1. Η δυνατότητα θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος με τις διατάξεις του άρθρου 19 του ν.4387/2016 περί διαδοχικής ασφάλισης εξετάζεται στις περιπτώσεις μη θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος με τις καταστατικές διατάξεις των ενταχθέντων φορέων.

2. Μετά την έκδοση του ν. 4387/2016, κατά τον υπολογισμό της σύνταξης, λαμβάνονται υπόψη όλοι οι χρόνοι ασφάλισης και δεν νοείται μη συνυπολογισμός χρόνου ασφάλισης για τον οποίο έχουν καταβληθεί εισφορές.

3. Χρόνος ασφάλισης που έχει διανυθεί στον ΕΦΚΑ από 1.1.2017 και εντεύθεν λαμβάνεται υπόψη υποχρεωτικά τόσο για την θεμελίωση όσο και για τον υπολογισμό του ποσού της εθνικής και ανταποδοτικής σύνταξης.

4. Κάθε χρόνος ασφάλισης που έχει διανυθεί έως 31.12.2016 και δεν έχει ληφθεί υπόψη για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, υπολογίζεται στο ποσό της σύνταξης κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 30 του ν. 4387/2016.

5. Στις περιπτώσεις που έχει διανυθεί παράλληλα χρόνος ασφάλισης σε περισσότερους του ενός ενταχθέντες στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς πριν την ένταξή τους στον Ε.Φ.Κ.Α., ο ασφαλισμένος δύναται να επιλέξει, για το παράλληλο αυτό διάστημα, το χρόνο ασφάλισης που επιθυμεί να συνυπολογίσει σύμφωνα με τις διατάξεις της διαδοχικής ασφάλισης. Για τον παράλληλο χρόνο ασφάλισης ο οποίος δεν συνυπολογίζεται σύμφωνα με τα ανωτέρω, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 17 και 36 του ν. 4387/2016. Για τον διαδοχικά ασφαλισμένο που κατά τη λήξη της υποχρεωτικής ασφάλισής του μετά την 01.01.2017, προκύπτει πολλαπλή δραστηριότητα, δύναται να επιλέξει τις προϋποθέσεις του ενταχθέντος φορέα με τις οποίες επιθυμεί να συνταξιοδοτηθεί, τηρουμένων των προϋποθέσεων της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 4387/2016.

6. Οι χρόνοι ασφάλισης με τους οποίους θεμελιώνεται το δικαίωμα καθώς και ο χρόνος ασφάλισης στον ΕΦΚΑ λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού της εθνικής και ανταποδοτικής σύνταξης. Οι χρόνοι ασφάλισης παράλληλοι και μη παράλληλοι που δεν λαμβάνονται υπόψη στη θεμελίωση του δικαιώματος προσαυξάνουν το ποσό της σύνταξης κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 30 του ν. 4387/2016.

Θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος αυτοτελώς σε έναν πρώην φορέα

Παράδειγμα 1:


Ασφαλισμένος στο πρώην ΝΑΤ από το 2002 έως 31.12.2017 (15 χρόνια). Επίσης ασφαλισμένος στον πρώην ΟΑΕΕ από το 2009 έως 31.12.2018 (9 χρόνια). Υποβάλει αίτημα συνταξιοδότησης στον ΕΦΚΑ έχοντας συμπληρώσει το 57° έτος της ηλικίας του. Ο εν λόγω ασφαλισμένος έχει διαδοχικό χρόνο ασφάλισης. Δεν είναι υποχρεωμένος να κάνει χρήση των διατάξεων του άρθρου 19 του ν. 4387/2016 γιατί έχει θεμελιώσει αυτοτελές συνταξιοδοτικό δικαίωμα πλήρους σύνταξης με τις διατάξεις του πρώην ΝΑΤ.

Πριν την εφαρμογή του ν. 4387/2016 ο εν λόγω ασφαλισμένος θα λάμβανε μία σύνταξη από το πρώην ΝΑΤ και θα ανέμενε τη θεμελίωση του δεύτερου συνταξιοδοτικού του δικαιώματος από τον πρώην ΟΑΕΕ στο 67° έτος της ηλικίας του. Μετά την έκδοση του ν. 4387/2016 όλοι οι χρόνοι ασφάλισης λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της σύνταξης και δεν νοείται μη συνυπολογισμός χρόνου ασφάλισης για τον οποίο έχουν καταβληθεί εισφορές. Αν ο ασφαλισμένος υποχρεούταν να κάνει χρήση των διατάξεων του άρθρου 19 της διαδοχικής ασφάλισης, περί κρίσης αρμοδιότητας και προϋποθέσεων συνταξιοδότησης της τελευταίας δραστηριότητας (πρώην ΟΑΕΕ), το αίτημα θα απορριπτόταν και δεν θα εξεταζόταν με τις διατάξεις του προηγούμενου ασφαλιστικού φορέα (ΝΑΤ) εφόσον δεν πληροί το ηλικιακό όριο του τελευταίου ( ο πρώην ΟΑΕΕ δεν χορηγεί σύνταξη στο 57° όριο ηλικίας). Ο ασφαλισμένος δεν θα μπορούσε να λάβει σύνταξη παρόλο που θα είχε ήδη θεμελιωμένο συνταξιοδοτικό δικαίωμα.

Ο υπολογισμός του ποσού της σύνταξης πραγματοποιείται ως εξής:

- μία εθνική σύνταξη για το χρόνο ασφάλισης από 2002-2018 για 17 χρόνια (χρόνος ασφάλισης ΝΑΤ και ΕΦΚΑ από 01.01.2017),

- μία ανταποδοτική σύνταξη για το χρόνο ασφάλισης από 2002 - 2018, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 4387/2016 και τα ποσοστά αναπλήρωσης που αντιστοιχούν για 17 έτη και το μέσο όρο των συνταξίμων αποδοχών από το 2002 έως το 2018, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα εισοδήματα από το ελευθέριο επάγγελμα των ετών 2017 και 2018.

- προσαύξηση σύνταξης κατά τα προβλεπόμενα στο αρθ. 30 του ν. 4387/2016 για τον παράλληλο χρόνο ασφάλισης του πρώην ΟΑΕΕ (2009-2016).

Παράδειγμα 2:

Ασφαλισμένος πατέρας ανηλίκου παιδιού ο οποίος διορίζεται τον Ιούνιο 1986 μόνιμος υπάλληλος στο Δημόσιο. Ο εν λόγω ασφαλισμένος έχει προγενέστερο χρόνο ασφάλισης και στο ΙΚΑ- ΕΤΑΜ κατά τα έτη 1980-1985. Υποβάλει αίτημα συνταξιοδότησης στον ΕΦΚΑ το έτος 2018 στην ηλικία των 52 ετών.

Έχει θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα με μόνο το χρόνο του Δημοσίου (με τις συνταξιοδοτικές προϋποθέσεις του έτους 2011, με 25 έτη ασφάλισης και 52° έτος ηλικίας). Το δικαίωμα αυτό, μετά την εφαρμογή του ν. 4387/2016 δεν μπορεί να απωλεσθεί. Ο ασφαλισμένος δεν επιθυμεί να κάνει χρήση των διατάξεων του άρθρου 19 περί διαδοχικής ασφάλισης, προκειμένου να θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα με τις προϋποθέσεις του Δημοσίου. Ωστόσο, δεν παραιτείται από την αξιοποίηση του χρόνου του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Ως εκ τούτου, ο χρόνος ασφάλισης στο ΙΚΑ­ΕΤ ΑΜ θα ληφθεί υπόψη στην προσαύξηση του ποσού της σύνταξης.

Ο υπολογισμός του ποσού της σύνταξης πραγματοποιείται ως εξής: 

-μία εθνική σύνταξη για το χρόνο ασφάλισης από 1986-2018 (32 έτη)

-μία ανταποδοτική σύνταξη για το χρόνο ασφάλισης από 1986 - 2018, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 4387/2016 και τα ποσοστά αναπλήρωσης που αντιστοιχούν για 32 έτη και το μέσο όρο των συνταξίμων αποδοχών από το 2002 έως 2018.

-προσαύξηση σύνταξης κατά τα προβλεπόμενα στο αρθ. 30 του ν. 4387/2016 για τον χρόνο του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για τα έτη 1980-1985.

Θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος με συνυπολογισμό διαδοχικού χρόνου ασφάλισης δύο πρώην φορέων και χρήση των διατάξεων του άρθρου 19

Για τους ασφαλισμένους που δεν θεμελιώνουν αυτοτελές συνταξιοδοτικό δικαίωμα με τις συνταξιοδοτικές προϋποθέσεις κάποιου εκ των ενταχθέντων στον ΕΦΚΑ φορέων-κλάδων στους οποίους είχαν υπαχθεί κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου, ελέγχεται η δυνατότητα συνταξιοδότησης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 19 του ν. 4387/2016.

Παράδειγμα 3


Ασφαλισμένος στο πρώην ΕΤΑΑ-ΤΣΜΕΔΕ από το 1981, προσλαμβάνεται ως έκτακτος υπάλληλος-μηχανικός στο Δημόσιο την 01.06.1985 και μονιμοποιείται το 1995. Τα έτη 01.01.1993- 31.12.1994 τα αναγνωρίζει στο Δημόσιο με τις σχετικές διατάξεις (άρθρο 17 και 20 του ν. 2084/1992).

Επίσης, κάνοντας χρήση των διατάξεων των άρθρων 17 και 36 του ν. 4387/2016, ο ασφαλισμένος από 01 .Ο 1.2017 καταβάλει μία ασφαλιστική εισφορά κατά τα προβλεπόμενα για τους δημοσίους υπαλλήλους.

Το έτος 2018, έχοντας συμπληρώσει το 60° έτος της ηλικίας του, υποβάλει αίτημα συνταξιοδότησης. Αφού δεν θεμελιώνει αυτοτελές συνταξιοδοτικό δικαίωμα, ελέγχεται εάν συνταξιοδοτείται δυνάμει των προβλεπόμενων στο αρθ. 19 του ν. 4387/2016.

Έστω ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 19 περί αρμοδιότητας,

καθορίζεται ότι θα συνταξιοδοτηθεί με τις προϋποθέσεις του Δημοσίου.

Ως εκ τούτου, ο υπολογισμός του ποσού της σύνταξης πραγματοποιείται ως εξής: 

- μία εθνική σύνταξη για το διαδοχικό χρόνο ασφάλισης από 1981-2018 (38 έτη)

- μία ανταποδοτική σύνταξη για το χρόνο ασφάλισης (1981-2018), λαμβάνοντας υπόψη το μέσο όρο συνταξίμων αποδοχών από το 2002 έως το 2018 και τα ποσοστά αναπλήρωσης για 38 έτη, προσαύξηση σύνταξης για τα έτη ασφάλισης στο πρώην ΕΤΑΑ-ΤΣΜΕΔΕ (1985-2016) με τον σχετικό συντελεστή αναπλήρωσης 0,075%. (Εάν ο ανωτέρω ασφαλισμένος δεν αναγνώριζε τα έτη 1993-1994 με τις σχετικές διατάξεις δεν θα έπαιρνε την προσαύξηση για τα έτη αυτά).

Παράδειγμα 4

Μητέρα που έχει ανήλικο τέκνο το έτος 2010, ασφαλισμένη στον πρώην ΤΕΒΕ-ΟΑΕΕ από το 1992 έως 31.12.2016 και από 01.01.2017 έως 31.12.2018 στον ΕΦΚΑ (27 έτη ασφάλισης). Για τη χρονική περίοδο από το 2008 έως 31.12.2016 και από 01.01.2017-31.12.2017 ασφαλίζεται και ως μισθωτή στο πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ΕΦΚΑ (9 έτη ασφάλισης). Υποβάλει αίτημα συνταξιοδότησης το 2019 στον ΕΦΚΑ έχοντας συμπληρώσει το 60° έτος της ηλικίας της.

Η ασφαλισμένη δεν θεμελιώνει αυτοτελές συνταξιοδοτικό δικαίωμα με βάση τις διατάξεις κανενός εκ των δύο πρώην φορέων. Όμως, μπορεί να συνυπολογίσει στον χρόνο του πρώην ΙΚΑ­ΕΤΑΜ τον μη παράλληλο χρόνο του πρώην ΤΕΒΕ-ΟΑΕΕ και να συμπληρώνει τις απαιτούμενες 5500 ημέρες ασφάλισης θεμελιώνοντας συνταξιοδοτικό δικαίωμα με τις προϋποθέσεις του πρώην ΙΚΑ­ΕΤΑΜ του έτους 2010 ως μητέρα ανηλίκου τέκνου, κάνοντας χρήση των διατάξεων του άρθρου 19 του ν. 4387/2016 περί αρμοδιότητας.

Ο υπολογισμός του ποσού της σύνταξης πραγματοποιείται ως εξής: 

-μία εθνική σύνταξη για 27 έτη ασφάλισης (1992-2018),

-μία ανταποδοτική σύνταξη για 27 έτη ασφάλισης (1992-2018) λαμβάνοντας υπόψη τα ποσοστά αναπλήρωσης του άρθρου 8 του ν. 4387/2016 για 27 έτη και το μέσο όρο των συνταξίμων αποδοχών από το 2002-2007 του πρώην ΤΕΒΕ-ΟΑΕΕ, από το 2008 έως 31.12.2016 του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και από 01.01.2017 έως 31.12.2018 των συνταξίμων αποδοχών τόσο της μισθωτής εργασίας όσο και της αυτοαπασχόλησης.

- Προσαύξηση σύνταξης για τον παράλληλο χρόνο ασφάλισης στο πρώην ΟΑΕΕ (2008-2016).



Ο Υφυπουργός
Αναστάσιος Πετρόπουλος