Αρχειοθήκη ιστολογίου

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Παράλληλη ασφάλιση

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΕΦΚΑ 27/15.06.2017
ΘΕΜΑ: «Παράλληλη ασφάλιση κατ’ εφαρμογή των άρθρ. 17 παρ.1 και 36 παρ.1,2,6 και 7 του Ν. 4387/16»
   Σχετικά :
   1. Οι αριθμ. 1/2017, 3/2017, 11/2017 και 4/2017, 5/2017,6/2017, 18/2017, 19/2017 Εγκύκλιες οδηγίες των Δ/νσεων Εισφορών Μη Μισθωτών και Μισθωτών αντίστοιχα.
   2. Οι αριθμ. οικ. 61501/3398/30.12.2016 και 61502/3399/30.12.2016 ΥΑ (ΦΕΚ ΤΒ 4330/30.12.2016)
   3. Η αριθμ. Φ.10043/οικ.14226/431/24-3-2017 Ερμηνευτική Εγκύκλιος του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
   Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 και 2, 17 παρ.1 και 36 παρ. 1,2,6 και 7 του Ν. 4387/2016(ΦΕΚ 85/12-5-2016 τ. Α΄) «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας – Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού - συνταξιοδοτικού συστήματος – Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις» σχετικά με την παράλληλη ασφάλιση σε δύο η περισσότερους φορείς ή τομείς ασφάλισης που εντάσσονται στον ΕΦΚΑ ή το Δημόσιο και καταβολή των 2 αντιστοίχων ασφαλιστικών εισφορών για κάθε αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα και σας παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες για την εφαρμογή τους:
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Αρθρο 17 παρ.1 (Δημόσιο)
   «1. Ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση, για τους οποίους προκύπτει βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, υποχρεωτική ασφάλιση σε δύο ή περισσότερους φορείς ή τομείς ασφάλισης που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., καταβάλλουν για κάθε αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές, όπως αυτές καθορίζονται από τον παρόντα νόμο. Στην περίπτωση αυτή για τη δεύτερη αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα δεν εφαρμόζεται η υποχρέωση καταβολής ελάχιστης μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς του άρθρου 39 παράγραφος 3».
Αρθρο 5 παρ.1 & 2 (Δημόσιο)
   «1. Από 1.1.2017 το συνολικό ποσοστό εισφοράς κλάδου σύνταξης στον Ε.Φ.Κ.Α. ασφαλισμένου και εργοδότη ορίζεται σε 20% επί των συντάξιμων μηνιαίων αποδοχών των προσώπων της περίπτωσης α της παραγράφου 1 του άρθρου 4, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά και κατανέμεται κατά 6,67% σε βάρος του ασφαλισμένου και κατά 13,33% σε βάρος του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με την επιφύλαξη της περίπτωσης γ της παραγράφου 2 περίπτωση γ του παρόντος άρθρου.
   2.α. Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη συνίσταται στο δεκαπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε προβλεπόμενο κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.
   β. Το ανώτατο όριο της προηγούμενης περίπτωσης εφαρμόζεται και επί πολλαπλής μισθωτής απασχόλησης ή έμμισθης εντολής όσον αφορά στην εισφορά ασφαλισμένου…….».
Αρθρο 36 παρ.1,2,6 &
   7. (Μισθωτοί – Μη Μισθωτοί Ιδιωτικού Τομέα)
   «1. Ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση, για τους οποίους προκύπτει βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, υποχρεωτική ασφάλιση σε δύο ή περισσότερους φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς ασφάλισης που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., καταβάλλουν για κάθε αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές, όπως αυτές καθορίζονται από τον παρόντα νόμο. Στην περίπτωση αυτή για τις πλέον της πρώτης αναληφθείσες επαγγελματικές δραστηριότητες δεν εφαρμόζεται η υποχρέωση καταβολής ελάχιστης μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς».
   «2. Ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, που παρέχουν εξαρτημένη εργασία και ταυτόχρονα αυταπασχολούνται σε δραστηριότητες για τις οποίες υπάγονταν ή θα υπάγονται βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, στην ασφάλιση ενός φορέα, τομέα, κλάδου και λογαριασμού ασφάλισης που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., καταβάλλουν υπέρ του Ε.Φ.Κ.Α.:
   α) μηνιαία ασφαλιστική εισφορά, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 38, για το εισόδημα που προέρχεται από τη διαρκή σχέση παροχής υπηρεσιών και
   β) ασφαλιστική εισφορά, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 39, για το εισόδημα, εφόσον υπάρχει, από άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος, για το οποίο εκδίδονται δελτία παροχής υπηρεσιών, τιμολόγια ή αποδείξεις επαγγελματικής δαπάνης. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 39».
   «6. Οι διατάξεις του παρόντος, πλην της παρ. 5, έχουν εφαρμογή από 1.1.2017».
   «7. Καταργείται το άρθρο 39 του Ν. 2084/1992, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα του παρόντος»
ΓΕΝΙΚΑ
   Ι. Στις παρ. 1 των άρθρων 17 και 36 του κοινοποιούμενου νόμου ρυθμίζονται θέματα καταβολής ασφαλιστικών εισφορών σε περίπτωση παράλληλης επαγγελματικής δραστηριότητας για την οποία βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων των ενταχθέντων στον ΕΦΚΑ φορέων κύριας ασφάλισης ή του Δημοσίου, όπως αυτές ίσχυαν μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4387/2016, προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση σε περισσότερους του ενός φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς ασφάλισης, για παράδειγμα: - Μισθωτός που ασκεί συγχρόνως ελεύθερο επάγγελμα είχε, μέχρι 31/12/2016, υποχρέωση ασφάλισης στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και στον τ. ΟΑΕΕ - Δημόσιος υπάλληλος και συγχρόνως απασχολούμενος ως μισθωτός που είχε, μέχρι 31/12/2016, υποχρέωση ασφάλισης στο Δημόσιο και στο τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
   ΙΙ. Στην παρ. 2 του άρθρου 36 ρυθμίζονται τα θέματα καταβολής ασφαλιστικών εισφορών σε περίπτωση πολλαπλής επαγγελματικής δραστηριότητας για την οποία βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων των ενταχθέντων στον ΕΦΚΑ φορέων κύριας ασφάλισης, όπως αυτές ίσχυαν μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του ν.4387/2016, προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής σε έναν φορέα, τομέα, κλάδο και λογαριασμό ασφάλισης (π.χυγειονομικός που απασχολείται ως μισθωτός σε ιδιωτική κλινική και συγχρόνως διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο με υποχρέωση ασφάλισης μέχρι 31/12/2016 στο τ. ΕΤΑΑΤΣΑΥ και για τις δύο δραστηριότητες.).
   ΙΙΙ. Οι κοινοποιούμενες διατάξεις ισχύουν και για τα πρόσωπα που υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ ως ελεύθεροι επαγγελματίες βάσει των σχετικών διατάξεων του τ. Τομέα Ασφάλισης Ναυτικών και Τουριστικών Πρακτόρων του ΟΑΕΕ, καθώς και για τα αναφερόμενα στην αριθ. Φ11321/59554/2170/22-12-2016 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 4569, Β΄, 30-12-2016), ασφαλισμένους του τ. ΕΤΑΠ – ΜΜΕ και του τ. ΙΚΑ – ΕΤΑΜ (Πωλητές λαϊκών αγορών, εφημεριδοπώλες).
   IV. Με την παρ. 7 του άρθρου 36 επέρχεται βασική αλλαγή που αφορά στην κατάργηση των διατάξεων του άρθρου 39 του ν.2084/1992, όπως ίσχυε, περί υποχρεωτικής ασφάλισης και καταβολής μίας ασφαλιστικής εισφοράς σε έναν φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο, των «νέων» ασφαλισμένων, που είχαν υποχρέωση ασφάλισης σε περισσότερους του ενός φορείς κύριας ασφάλισης λόγω απασχόλησης ή ιδιότητας.
   V. Με την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 17, από 1/1/2017 προκύπτει για τους δημόσιους υπαλλήλους, «παλαιούς» και «νέους», που παράλληλα απασχολούνται σε εργασία υπακτέα στο τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ως μισθωτοί, υποχρέωση ασφάλισης σε όλους τους Κλάδους. (Η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 και 2 εδ.β, του Ν. 3863/2010 καθίσταται ανενεργή).
   VI. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 36 του Ν.4387/2016 ορίζεται ρητά ότι, η ημερομηνία έναρξης εφαρμογής των ανωτέρω σχετικών διατάξεων για την παράλληλη ασφάλιση είναι η 1/1/2017.
   Με τις ανωτέρω σχετικές (1) Εγκύκλιες του Φορέα δόθηκαν οδηγίες για την μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθείται για την δημιουργία της βάσης υπολογισμού εισφορών και τον υπολογισμό τους στις περιπτώσεις μοναδικής ασφάλισης.
   Με την παρούσα παρέχονται οδηγίες για τον προσδιορισμό της βάσης υπολογισμού εισφορών και την εισφοροδότηση στις περιπτώσεις άσκησης πολλαπλών/παράλληλων ασφαλιστέων δραστηριοτήτων/ιδιοτήτων Μη Μισθωτών ή Μισθωτών – Μη Μισθωτών.
   Για την καλύτερη κατανόηση και ενιαία εφαρμογή των οδηγιών παρατίθενται οι πιο κάτω οδηγίες – διευκρινήσεις:
ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ – ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΕΝΟΣ ΦΟΡΕΙΣ (παρ. 1 των άρθρων 17 και 36 Ν. 4387/2016).
   Από 01/01/2017, πρόσωπα που ασκούν παράλληλη επαγγελματική δραστηριότητα υπάγονται σε ένα φορέα ασφάλισης, τον ΕΦΚΑ, και για κάθε αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα, καταβάλλουν ασφαλιστική εισφορά σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 5, 38, 39 και 40 του ν.4387/2016.4 5
Α. ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΜΗΝΙΑΙΑΣ ΒΑΣΗΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ
Κατά τη διαδικασία δημιουργίας της βάσης υπολογισμού εισφορών διακρίνονται οι εξής κατηγορίες :
Α.1 ΜΙΣΘΩΤΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ – ΑΣΚΗΣΗ ΕΛ.ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ Η΄ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ
   Σε περίπτωση μισθωτής απασχόλησης και άσκησης ελεύθερου επαγγέλματος ή αυτοαπασχόλησης για τις οποίες προκύπτει υποχρέωση ασφάλισης στον ΕΦΚΑ βάσει των σχετικών διατάξεων του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή του Δημοσίου και τ. ΟΑΕΕ ή του τ. ΕΤΑΑ αντίστοιχα, μηνιαία βάση υπολογισμού των πάσης φύσεως ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί το άθροισμα του εισοδήματος από την παροχή των μισθωτών υπηρεσιών και του καθαρού φορολογητέου αποτελέσματος από την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας.
   Για την εξεύρεση της βάσης υπολογισμού στις περιπτώσεις αυτές λαμβάνεται καταρχάς υπόψη το μηνιαίο εισόδημα από την μισθωτή εργασία και σε αυτό προστίθεται το εισόδημα από την άσκηση του ελεύθερου επαγγέλματος ή της αυτοαπασχόλησης.
   Ως ανώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται το ποσό των ευρώ 5.860,80.
   Ως κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος λαμβάνεται το ποσό των ευρώ 586,08.
   Το κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος, ευρώ 586,08, ισχύει ακόμη και αν πρόκειται για μισθωτό κάτω των 25 ετών ή για ελεύθερο επάγγελμα ή αυτοαπασχόληση κάτω της 5ετίας.
Α.2 ΜΙΣΘΩΤΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ – ΑΣΚΗΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
   Σε περίπτωση μισθωτής απασχόλησης ή απασχόλησης στο Δημόσιο και άσκησης αγροτικής δραστηριότητας για την οποία προκύπτει υποχρέωση ασφάλισης στον ΕΦΚΑ βάσει των σχετικών διατάξεων του τ.ΟΓΑ, ως βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί το άθροισμα του εισοδήματος από την παροχή των μισθωτών υπηρεσιών και του καθαρού φορολογητέου αποτελέσματος από την αγροτική δραστηριότητα.
   Για την εξεύρεση της βάσης υπολογισμού στις περιπτώσεις μισθωτής απασχόλησης και αγροτικής δραστηριότητας, λαμβάνεται καταρχάς υπόψη το μηνιαίο εισόδημα από την μισθωτή εργασία και σε αυτό προστίθεται το εισόδημα από την αγροτική δραστηριότητα.
   Ως ανώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος λαμβάνεται το ποσό των ευρώ 5.860,80 ενώ το κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος διαμορφώνεται σε ευρώ 410,26 (κατώτατο όριο εισοδήματος βάσει του άρθρου 40 του ν.4387/2016). 6
Α.3 ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΑΣΚΗΣΗ ΜΗ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ
   Σε περίπτωση άσκησης περισσοτέρων της μίας μη μισθωτών επαγγελματικών δραστηριοτήτων/ιδιοτήτων για τις οποίες θα προέκυπτε υποχρέωση ασφάλισης σε τουλάχιστον δύο εκ των προυφιστάμενων φορέων ΟΑΕΕ, ΟΓΑ, ΕΤΑΑ μηνιαία βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί το άθροισμα του καθαρού φορολογητέου αποτελέσματος από έκαστη δραστηριότητα.
   Για την εξεύρεση της βάσης υπολογισμού στις περιπτώσεις αυτές λαμβάνεται καταρχάς υπόψη το μηνιαίο εισόδημα από την βασική πηγή βιοπορισμού, δηλαδή το υψηλότερο εισόδημα, και σε αυτό προστίθεται το εισόδημα των λοιπών δραστηριοτήτων κατά φθίνουσα τάξη μεγέθους.
   Ως ανώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος λαμβάνεται το ποσό των ευρώ 5.860,80 ενώ το κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος διαμορφώνεται σε ευρώ 586,08, (ακόμη και αν πρόκειται για ασφαλισμένο που για τις δύο εκ των πολλαπλών δραστηριοτήτων θεωρείται ότι είναι ασφαλισμένος κάτω της 5ετίας).
   Επισημαίνουμε ότι, σύμφωνα με την παρ.11 του άρθρ. 40 του ν.4387/2016 καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 34 του Ν.1140/1981 (περί μη υπαγωγής στην ασφάλιση του ΟΓΑ ασφαλισμένων ή Συνταξιούχων άλλων ΦΚΑ), και πλέον από 01/01/2017 ασφαλισμένοι με εισόδημα από αγροτική δραστηριότητα, καταβάλλουν εισφορά στον ΕΦΚΑ σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του ιδίου άρθρου.
Εισοδήματα από Αγροτική δραστηριότητα, μη ασφαλιστέα κατά τα ανωτέρω, στον Κλ. Κύριας Ασφάλισης Αγροτών έως 31/12/2016, έπονται κάθε άλλου στο κριτήριο βιοπορισμού.
Α.4 ΜΙΣΘΩΤΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΜΗ ΜΙΣΘΩΤΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ
   Σε περίπτωση παράλληλης άσκησης μισθωτής εργασίας και πολλαπλών μη μισθωτών δραστηριοτήτων (ως η ανωτέρω περίπτωση Α.3), ως βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί το άθροισμα του εισοδήματος από την παροχή των μισθωτών υπηρεσιών και του καθαρού φορολογητέου αποτελέσματος από έκαστη δραστηριότητα.
   Για την εξεύρεση της βάσης υπολογισμού στις ανωτέρω περιπτώσεις, λαμβάνεται καταρχάς υπόψη το μηνιαίο εισόδημα από την μισθωτή εργασία και σε αυτό προστίθεται το εισόδημα των λοιπών δραστηριοτήτων κατά φθίνουσα τάξη μεγέθους.
   Ως ανώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος λαμβάνεται το ποσό των ευρώ 5.860,80 ενώ το κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος διαμορφώνεται σε ευρώ 586,08.
ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
− Σε κάθε περίπτωση η μηνιαία ασφαλιστική εισφορά υπολογίζεται επί των αποδοχών από την μισθωτή απασχόληση και επί του εισοδήματος από κάθε ιδιότητα/δραστηριότητα, όπως καθορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 5, 38, 39 και 40 του ν.4387/2016 όπως ισχύουν.
− Συνεισπραττόμενες εισφορές (μη μισθωτών) που υπολογίζονται ως ποσοστό επί του εισοδήματος καθώς και οι λοιποί κλάδοι (π.χ Επικουρικής Ασφάλισης, Πρόνοιας) υπολογίζονται, κατ ελάχιστο, επί της κατώτερης βάσης μηνιαίου εισοδήματος. − Οι διατάξεις του άρθρου 98 του ανωτέρω νόμου που αφορούν στην μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των αυτοαπασχολουμένων (ασφαλισμένων του τ. ΕΤΑΑ) εφαρμόζονται επί της ασφαλιστικής εισφοράς που προκύπτει από το εισόδημα αυτοαπασχόλησης.
− Για την διαπίστωση ενεργής Ιδιότητας Μισθωτού κατά την 01/01/2017, λαμβάνεται υπόψη η πιο πρόσφατη ενημέρωση που διαθέτει το Μητρώο Ασφ/νων ΕΦΚΑ και μετά την ολοκλήρωση διασύνδεσης των συστημάτων, ο Αναλυτικός Λογαριασμός Ασφάλισης με οριστικοποιημένες εγγραφές της αντίστοιχης περιόδου.
− Για τη διαμόρφωση της βάσης υπολογισμού εισφορών μη μισθωτών στις περιπτώσεις μερικής μισθωτής απασχόλησης, από την κατώτερη βάση αφαιρούνται οι αποδοχές μερικής - μειωμένης απασχόλησης.
   Στο παράρτημα 1 της παρούσης παρατίθενται τα κατώτατα όρια και το ποσοστό ασφαλίστρου κλάδου σύνταξης, ανά αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και το τελικό κατώτατο όριο και το ποσοστό ασφαλίστρου που εφαρμόζεται στις περιπτώσεις παράλληλης ασφάλισης επί αυτού.
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ - ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ
   Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών από 1/1/2017 αποτελούν οι μηνιαίες αποδοχές σε περίπτωση μισθωτής απασχόλησης και το μηνιαίο εισόδημα από την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας/ιδιότητας.
   Συνεπώς για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το ύψος του εισοδήματος που προέρχεται από κάθε αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα.
   Η μεθοδολογία διαμόρφωσης της βάσης παρατίθεται κατά αντιστοιχία της κατηγοριοποίησης που προηγήθηκε.
ΜΙΣΘΩΤΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ – ΑΣΚΗΣΗ ΕΛ. ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ Η΄ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ Η΄ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ (Α.1, Α.2)
   Ελέγχεται το εισόδημα ως προς το ανώτατο και κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος ως εξής:
   α. Αν οι αποδοχές από μισθωτές υπηρεσίες υπερβαίνουν το ανώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος (5.860,80 ευρώ), οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται επί του ανώτατου ορίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 ή 38 του Ν.4387/2016 και ως εκ τούτου δεν υπάρχει υποχρέωση καταβολής εισφορών για την επιχειρηματική ή αγροτική δραστηριότητα. 8
   β. Αν οι αποδοχές από μισθωτές υπηρεσίες δεν υπερβαίνουν το ανώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος, προστίθεται το εισόδημα της επιχειρηματικής ή αγροτικής δραστηριότητας. Αν το άθροισμα υπερβαίνει το ανώτατο όριο περικόπτεται το εισόδημα Μη Μισθωτής δραστηριότητας.
   Η εισφορά υπολογίζεται στο εισόδημα της Μισθωτής απασχόλησης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 ή 38 του Ν.4387/2016 και της Μη Μισθωτής δραστηριότητας, κατά περίπτωση, με τις διατάξεις των άρθρων 39,40, και 98.
   γ. Αν τα δύο εισοδήματα αθροιστικά είναι μεταξύ κατώτατου και ανώτατου ορίου, τότε το σύνολο του εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες υπόκειται σε ασφαλιστική εισφορά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 ή 38 και το σύνολο του εισοδήματος από επιχειρηματική ή αγροτική δραστηριότητα υπόκειται σε ασφαλιστική εισφορά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 39, 40 και 98 του Ν.4387/2016.
   δ. Αν το άθροισμα του εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες και από την άσκηση επιχειρηματικής ή αγροτικής δραστηριότητας υπολείπεται του κατώτατου ορίου μηνιαίου εισοδήματος, τότε:
   το εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες υπόκειται σε ασφαλιστική εισφορά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 ή 38 του Ν.4387/2016
   το εισόδημα από ελεύθερη ή αγροτική δραστηριότητα υπόκειται σε ασφαλιστική εισφορά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 39, 40 και 98 του Ν.4387/2016. Η εισφορά, στο ποσό που υπολείπεται μέχρι τη συμπλήρωση του κατώτατου ορίου (586,08 ευρώ ή 410,26 ευρώ) υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 39 ή 40 του ν. 4387/16 κατά περίπτωση.
   Παραδείγματα δημιουργίας βάσης και υπολογισμού εισφορών περιλαμβάνονται στα παραρτήματα 2 και 3 της παρούσης.
ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΑΣΚΗΣΗ ΜΗ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ (Α.3 )
Ελέγχεται το εισόδημα ως προς το ανώτατο και κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος ως εξής:
   α. Αν το μεγαλύτερο εισόδημα (βιοποριστικό κριτήριο) υπερβαίνει την ανώτατη βάση περικόπτεται στο ύψος της ανώτατης βάσης.
   Η εισφορά υπολογίζεται σύμφωνα με την διάταξη που διέπει την Ιδιότητα από την οποία προέρχεται το εισόδημα (άρθρ. 39,40,98).
   β. Αν το μεγαλύτερο εισόδημα υπολείπεται της ανώτατης βάσης συμπληρώνεται από το δεύτερο εισόδημα. Αν το άθροισμα υπερβαίνει την ανώτερη βάση, περικόπτεται το δεύτερο κατά σειρά βιοπορισμού εισόδημα.
   Οι εισφορές υπολογίζονται για κάθε εισόδημα με την αντίστοιχη διάταξη (ως ανωτέρω).
   γ. Αν το άθροισμα πρώτου και δεύτερου εισοδήματος είναι μεταξύ κατώτατης και ανώτατης βάσης, τα εισοδήματα παραμένουν ως έχουν και εισφοροδοτούνται ανάλογα.
   δ. Αν το άθροισμα των εισοδημάτων είναι κάτω της κατώτατης βάσης, σε κάθε περίπτωση ως βάση υπολογισμού λαμβάνεται η κατώτατη βάση (586,08 ευρώ).
   ε. Αν τα εισοδήματα εμφανίζονται σε μία πηγή, το εισόδημα κατανέμεται ισόποσα σε κάθε Ιδιότητα ασφάλισης.
   Στην περίπτωση αυτή: 9
   Αν το συνολικό εισόδημα υπερβαίνει την ανώτατη βάση, θα περικόπτεται στο σύνολό του πριν την κατανομή.
   Αν το συνολικό εισόδημα είναι κάτω από την κατώτατη βάση, ως βάση υπολογισμού λαμβάνεται, το κατά περίπτωση, κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος, όπως αυτό περιγράφεται στην παρούσα (Παράρτημα 1).
   Τα αναφερόμενα της περ. ε εφαρμόζονται και στην περίπτωση ισόποσου εισοδήματος προερχόμενων από δύο πηγές εισοδημάτων.
   Ο υπολογισμός των εισφορών γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που καθορίζουν την εισφοροδότηση κάθε δραστηριότητας/ιδιότητας.
   Παραδείγματα υπολογισμού εισφορών περιλαμβάνονται στο Παράρτημα 3.
ΜΙΣΘΩΤΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΜΗ ΜΙΣΘΩΤΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ (Α.4)
   Εφαρμόζονται συνδυαστικά τα περιλαμβανόμενα στις ανωτέρω περιπτώσεις (Α.1, Α.2 & Α.3).
   Για την δημιουργία της βάσης υπολογισμού εισφορών λαμβάνεται αρχικά το εισόδημα από την μισθωτή απασχόληση και στη συνέχεια προστίθεται το εισόδημα από κάθε μία μη μισθωτή δραστηριότητα κατά φθίνουσα τάξη μεγέθους (βιοποριστικό κριτήριο).
Β. ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΠΟΥ ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΚΑΙ ΩΣ ΜΙΣΘΩΤΟΙ

ΠΡΟΪΣΧΥΟΝ ΚΑΘΕΣΤΩΣ
   Με τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1 και 2 εδ.β,’ και 75 παρ. 1 του Ν.3863/2010 (ΦΕΚ 115/15-7-2010 τ.Α’) οι δημόσιοι όσο και οι δημοτικοί και κοινοτικοί υπάλληλοι οι οποίοι ήταν «παλαιοί» ασφαλισμένοι, εφόσον κατά το ίδιο χρονικό διάστημα που λογίζονταν συντάξιμη η υπηρεσία τους σύμφωνα με τη νομοθεσία του Δημοσίου, παρείχαν και άλλη εργασία υπακτέα στο τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ σε διαφορετικό εργοδότη, υπάγονταν υποχρεωτικά για τη δεύτερη αυτή εργασία τους στην ασφάλιση μόνο του Κλάδου Κύριας σύνταξης του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
   Οι «νέοι» ασφαλισμένοι οι οποίοι παράλληλα με την εργασία τους ως δημόσιοι υπάλληλοι, παρείχαν και άλλη εργασία προς άλλο εργοδότη υπακτέα στην ασφάλιση του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, δεν εξαιρούνταν για την απασχόλησή τους αυτή από την ασφάλιση του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, αλλά είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν φορέα ασφάλισης σύμφωνα με το άρθρο 39 του Ν.2084/92, κατά τα γνωστά.
ΙΣΧΥΟΝ ΚΑΘΕΣΤΩΣ
   Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.1 του Ν.4387/2016 από 1/1/2017 ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση, για τους οποίους προκύπτει βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, υποχρεωτική ασφάλιση σε δύο ή περισσότερους φορείς ή τομείς ασφάλισης που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., καταβάλλουν για κάθε αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές, όπως αυτές καθορίζονται από τον παρόντα νόμο.
   Κατά συνέπεια, από την 1/1/2017 και εφεξής οι δημόσιοι υπάλληλοι «παλαιοί» και «νέοι» ασφαλισμένοι, οι οποίοι παράλληλα απασχολούνται σε εργασία ως μισθωτοί (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) υπάγονται, εκτός από την απασχόλησή τους ως δημόσιοι υπάλληλοι (άρθρο 4 και 5 του Ν.4387/2016), και για την απασχόλησή τους αυτή (ως μισθωτοί άρθρο 38 του Ν.4387/2016) στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ για όλους τους κλάδους.
   Για την πληρέστερη κατανόηση του θέματος παραθέτουμε το παρακάτω παράδειγμα:
   Δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος εργάζεται π.χ. από 1/6/2009 μέχρι σήμερα παράλληλα σε ασφαλιστέα στο τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εργασία:
   Εάν είναι «παλαιός» ασφαλισμένος, για την εργασία του αυτή, για το χρονικό διάστημα από 1/6/2009 μέχρι 14/7/2010 εξαιρείτο από την ασφάλιση του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ενώ για το χρονικό διάστημα από 15/7/2010 μέχρι 31/12/2016 είχε υποχρέωση ασφάλισης μόνο στον κλάδο κύριας σύνταξης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
   Εάν είναι «νέος» ασφαλισμένος, για το χρονικό διάστημα από 1/6/2009 μέχρι την 14/7/2010 εξαιρείτο από την ασφάλιση του Ιδρύματος, ενώ για το χρονικό διάστημα από την 15/7/2010 μέχρι 31/12/2016 είχε δικαίωμα επιλογής φορέα ασφάλισης σύμφωνα με το άρθρο 39 του Ν.2084/1992 (εξαιρουμένων των περιπτώσεων που υπάγονταν στην ασφάλιση του τ. ΕΤΑΑ-ΤΣΜΕΔΕ και ΕΤΑΑ-ΤΣΑΥ).
   Από 1/1/2017 και για τις δύο ανωτέρω αναφερόμενες περιπτώσεις έχει υποχρέωση ασφάλισης σε έναν φορέα, εν προκειμένω στον ΕΦΚΑ, και καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν.4387/2016 ως δημόσιος υπάλληλος και σύμφωνα με το άρθρο 38 του ίδιου νόμου ως μισθωτός υπαγόμενος στην ασφάλιση του τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για όλους τους κλάδους (σύνταξη, ασθένεια, επικουρικό, συνεισπραττόμενους κλάδους), με την επιφύλαξη των αναφερομένων στο άρθρο 5 παρ. 2α και 38 παρ. 2 α σχετικά με το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών.
ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ (Μισθωτή – Μη Μισθωτή) – ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΣΕ ΕΝΑ ΦΟΡΕΑ (παρ.2 του άρθρου 36 Ν.4387/2016)
   Με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 36 του ν.4387/2016 ρυθμίζεται η εισφοροδότηση προσώπων που ασκούν πολλαπλή επαγγελματική δραστηριότητα (μισθωτή εργασία και αυτοαπασχόληση), για τις οποίες μέχρι 31/12/2016 προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής σε έναν μόνο φορέα κύριας ασφάλισης.
Στην περίπτωση αυτή, ο ασφαλισμένος καταβάλλει :
   α) εισφορά βάσει του άρθρου 38 του ν.4387/2016 για το εισόδημα που προέρχεται από την παροχή εξαρτημένης εργασίας και
   β) εισφορά βάσει του άρθρου 39 του ν.4387/2016 για τυχόν υπάρχον εισόδημα που προέρχεται από την άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος, για το οποίο εκδίδονται δελτία παροχής υπηρεσιών, τιμολόγια ή αποδείξεις επαγγελματικής δαπάνης. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 39 του ν.4387/2016 περί κατωτάτου ορίου μηνιαίου εισοδήματος.
   Το άθροισμα του εισοδήματος από την εξαρτημένη εργασία και το ελεύθερο επάγγελμα δεν μπορεί να υπολείπεται του κατωτάτου ορίου εισοδήματος, δηλαδή του ποσού των ευρώ 586,08 ή (ευρώ 410,26 για τους ασφαλισμένους κάτω 5ετίας), και να μην υπερβαίνει το ανώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος, δηλαδή το ποσό των ευρώ 5.860,80.
Παράδειγμα:
   Ιατρός (ασφαλισμένος άνω της 5ετίας), παρέχει μισθωτή εργασία σε ιδιωτική κλινική και συγχρόνως διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο. Και για τις δύο αυτές δραστηριότητες μέχρι 31/12/2016 υπαγόταν υποχρεωτικά στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ – ΤΣΑΥ.
Από 01/01/2017 ο ασφαλισμένος θα καταβάλλει:
   α) εισφορά βάσει του άρθρου 38 του ν.4387/2016 για το εισόδημα που προέρχεται από την παροχή μισθωτής εργασίας και
   β) εισφορά βάσει του άρθρου 39 του ν.4387/2016 εισόδημα που προέρχεται από την άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος. 11 12
   Παρακαλούμε με ευθύνη των Προϊστάμενων Δ/νσεων και Υποκαταστημάτων να λάβει γνώση ενυπόγραφα το προσωπικό των υπηρεσιών αρμοδιότητάς σας.

πηγή: DSANET.GR

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΛΗΡΟΔΟΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΡΟΠΟ, ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΧΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑΤΟΣ, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗΣ


ΜΟΝ.ΠΡΩΤ.ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 535/2015
ΣΧΟΛΙΑ: Η απόφαση μας αυτή ασχολήθηκε με το θέμα της διάκρισης της κληροδοσίας από τον τρόπο και το δικαίωμα του κληροδόχου για την διεκδίκηση του χρηματικού αντικειμένου της κληροδοσίας το οποίο είναι κατά κανόνα ενοχικό καθώς και με θέματα ερμηνείας της διαθήκης.
(Απόσπασμα)
...........
''Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1714, 1715, 1967, 1995, 2011 και 2014 ΑΚ, προκύπτει ότι κληροδοσία είναι η δια διατάξεως της διαθήκης, παροχή σε κάποιον περιουσιακής ωφέλειας, χωρίς αυτός να είναι κληρονόμος, τρόπος δε είναι η υποχρέωση για κάποια παροχή, την οποία επιβάλλει ο διαθέτης σε κληρονόμο ή καταπιστευματοδόχο ή κληροδόχο, χωρίς όμως να δώσει σε άλλον δικαίωμα στην παροχή αυτή. Συνεπώς τρόπος και κληροδοσία ομοιάζουν ως προς το ότι και στις δύο περιπτώσεις ο βεβαρημένος οφείλει να εκπληρώσει την υποχρέωση που του επιβάλλει ο διαθέτης της, διαφέρουν όμως ως προς το ότι στην μεν κληροδοσία παρέχεται ορισμένη ωφέλεια στον τετιμημένο και σχετική αγωγή, εμπράγματη ή ενοχική, προς εκπλήρωση αυτής, ενώ στον τρόπο δεν υπάρχει ορισμένος τετιμημένος ως δικαιούχος, αλλά, και αν κάποιος ευνοείται με τον τρόπο δεν έχει ο ίδιος αγωγή προς εκπλήρωση. Επομένως, όταν η επιβαλλόμενη με τη διαθήκη υποχρέωση για παροχή τάσσεται υπέρ κάποιου άλλου, το ζήτημα αν πρόκειται για κληροδοσία ή για τρόπο κρίνεται από το αν ο διαθέτης θέλησε να προσπορίσει σε αυτόν αντίστοιχο σε αυτόν και αντίστοιχο δικαίωμα στην παροχή ή όχι. Αυτό αποτελεί ζήτημα ερμηνείας της διαθήκης, στην οποία προβαίνει το δικαστήριο χωρίς να είναι ανάγκη να προσφύγει σε στοιχεία εκτός αυτής, όταν κρίνει ότι η δήλωση της τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη δεν παρουσιάζει κενά, ασαφή και αμφίβολα σημεία και η θέληση αυτού προκύπτει από την ίδια τη διαθήκη πλήρως και σαφώς (ΑΠ 1626/2000 ΕλλΔνη 42.711, ΑΠ 337/1999 ΕλλΔνη 40/1347, ΑΠ 382/1999 και 396/1999 ΝοΒ 48.957 και 951 αντιστοίχως, Εφ Αθ 8465/2001 δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος.) Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1714 ΑΚ κληροδοσία υπάρχει όταν με τελευταία διάταξη προσπορίζεται σε κάποιον περιουσιακή ωφέλεια χωρίς να εγκαθίσταται αυτός και κληρονόμος. Επομένως, για την ύπαρξη κληροδοσίας απαιτούνται τα εξής: 1) Παροχή περιουσιακής ωφέλειας σε κάποιον ως τιμώμενο (κληροδόχο). Δεν είναι όμως απαραίτητο η παροχή αυτή να αυξάνει την περιουσία του λήπτη, π.χ. μπορεί να κληροδοτηθεί στον δανειστή ως κληροδόχο δικαίωμα υποθήκης σε ακίνητο του διαθέτη. Περιεχόμενο κληροδοσίας είναι κάθε στοιχείο που προσπορίζεται ωφέλεια στον κληροδόχο, επομένως και η διατροφή του κληροδόχου. Η κληροδοσία διαφέρει από τον τρόπο, διότι στον τρόπο ο τρίτος δεν αποκτά δικαίωμα στην παροχή. Η εκπλήρωση της κληροδοσίας πρέπει να γίνει μέσα σε εύλογο χρόνο, ανάλογα με τη φύση της παροχής και τις ειδικές περιστάσεις. Κληρονομία προσόδου ή περιοδικής παροχής, η οποία πρέπει να καταβάλλεται σε ορισμένες χρονικές περιόδους, έχει τον χαρακτήρα κληροδοσίας, η οποία επάγεται με την έναρξη της περιόδου. 2) Η παροχή να γίνει με τελευταία διάταξη, δηλαδή με μονομερή δήλωση, όχι με αιτία θανάτου δωρεά (σύμβαση). 2) Η παροχή προς τον κληροδόχο να γίνει διαμέσου άλλου προσώπου ( βεβαρημένου) που παίρνει από την κληρονομία. Το πρόσωπο του βεβαρημένου πρέπει να προκύπτει από τη διαθήκη. Βεβαρημένος μπορεί να είναι ο κληρονόμος (από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου ή ο καταπιστευματοδόχος ή ο αναγκαίος κληρονόμος), ο κληροδόχος, ο σύζυγος που επιζεί και το Δημόσιο. Ικανός για να τιμηθεί ως κληροδόχος είναι κάθε πρόσωπο φυσικό ή νομικό, ακόμη και το πρόσωπο που δεν έχει συλληφθεί ή το νομικό πρόσωπο που δεν έχει συσταθεί κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου. Το πρόσωπο του κληροδόχου πρέπει να είναι ορισμένο ή τουλάχιστον οριστό. Ο κληροδόχος αρκεί να έχει γενική ικανότητα δικαίου, χωρίς να απαιτείται και ικανότητα για δικαιοπραξία κατά τον χρόνο του θανάτου του διαθέτη. Η δήλωση του διαθέτη στη διαθήκη για κληροδοσία πρέπει να είναι σαφής. Επομένως, είναι άκυρη η δήλωση για κληροδοσία όταν είναι τόσο αόριστη, ώστε να μην προκύπτει από αυτήν δήλωση του διαθέτη. Για την ερμηνεία της δήλωσης αυτής μπορεί να χρησιμοποιηθούν και στοιχεία έξω από τη διαθήκη και να εφαρμοσθούν οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 1790, 1792, 1793 ΑΚ. Αντικείμενο της κληροδοσίας μπορεί να είναι κάθε περιουσιακή ωφέλεια με αντάλλαγμα ή χωρίς αντάλλαγμα. Ειδικότερα, αντικείμενο της κληροδοσίας αποτελούν η δόση, η πράξη, η παράλειψη, η παραίτηση από ένσταση, η παροχή κυριότητας ή νομής, η μεταβίβαση ή σύσταση περιορισμένων εμπράγματων δικαιωμάτων, η κατάργηση τέτοιων δικαιωμάτων που βαρύνουν τον κληροδόχο, η παροχή κάθε είδους αξίωσης, η παροχή χρήσεως πράγματος, η σύσταση περιορισμένων εμπράγματων δικαιωμάτων, η κατάργηση τέτοιων δικαιωμάτων που βαρύνουν τον κληροδόχο, η παροχή κάθε είδους αξίωσης , η παροχή χρήσεως πράγματος, η σύσταση επικαρπίας ή δουλείας οικήσεως υπέρ του κληροδόχου, μελλοντικό πράγμα ή δικαίωμα, μετοχές ανώνυμης εταιρείας, χρήματα, ποσοστό όλων των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας, η χορήγηση προθεσμίας, η διατροφή του κληροδόχου, η παροχή εμπράγματος ασφαλείας στον κληροδόχο, η περιοδική παροχή. Σύμφωνα με το άρθρο 1997 ΑΚ το δικαίωμα από την κληροδοσία αποκτάται αμέσως μετά το θάνατο του διαθέτη (επαγωγή της κληροδοσίας). Επαγωγή της κληροδοσίας είναι η απόκτηση του δικαιώματος από την κληροδοσία αυτοδικαίως, γιατί επέρχεται χωρίς να μάθει ο κληροδόχος τον θάνατο του διαθέτη ή την υπέρ αυτού διάταξη. Το δικαίωμα από την κληροδοσία είναι προσωρινό. Ο κληροδόχος δικαιούται να αποποιηθεί την κληροδοσία. Η οριστική κτήση της κληροδοσίας γίνεται με μονομερή δήλωση του κληροδόχου ανακοινωτέα στον βεβαρημένο (ΑΚ 2001 παρ. 2). Από την περιέλευση της δήλωσης αποδοχής στον βεβαρημένο αποκτά αυτή νομική ενέργεια. Η αποδοχή δεν υποβάλλεται σε τύπο, γίνεται ρητά ή σιωπηρά. Η άσκηση του δικαιώματος για αποδοχή της κληροδοσίας και όχι της δήλωσης για την αποδοχή της. Από την άσκηση του δικαιώματος της αποδοχής της κληροδοσίας ο κληροδόχος δικαιούται να αποκτήσει και ο βεβαρημένος έχει υποχρέωση να παράσχει το αντικείμενο της κληροδοσίας. Στην κληροδοσία χρηματικού ποσού ισχύουν οι διατάξεις για χρηματική παροχή. Εφόσον δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό δεν είναι ανάγκη να υπάρχουν μετρητά στην κληρονομιά. Το δικαίωμα του κληροδόχου να ζητήσει από τον βεβαρημένο το κληροδοτούμενο είναι κατά κανόνα (ΑΚ 1995) ενοχικό και γεννιέται από την επαγωγή (κτήση της κληροδοσίας και κατ' εξαίρεση είναι εμπράγματο ή άμεσο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1996 ΑΚ. Ο βεβαρημένος δεν μπορεί να απαλλαγεί από την παροχή με καταβολή της αξίας του παρά μόνον στην περίπτωση που ορίζει αυτό ο νόμος κατ' άρθρο 1985 παρ. 2 ΑΚ (βλ. σχετικώς Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου, Αγωγές κληρονομικού Δικαίου, Τόμος Δεύτερος, Αθήνα 1995, σελίδες 271, 272, 273, 281, 282μ 283, 287, 288, 307, 315, 316). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1995, 1997 και 1998 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαίωμα από την κληροδοσία είναι κατά κανόνα ενοχικό. ο (per damnationem) κληροδόχος έχει ενοχικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον βεβαρημένο το κληροδοτούμενο, δηλαδή την παροχή που αποτελεί το περιεχόμενο της κληροδοσίας. Και ναι μεν το κληροδότημα είναι απαιτητό αμέσως από την επαγωγή, όμως σύμφωνα με τις γενικές αρχές περί ενοχών καρποί και τόκοι δεν οφείλονται από τον βεβαρημένο παρά μόνο από την υπερημερία του ή από την έγερση της αγωγής κατά τα άρθρα 343, 345. 348, 346 ΑΚ). Ευθύνη του βεβαρημένου για καρπούς του κληροδοτηθέντος τους οποίους συνέλεξε ή όφειλε να συλλέξει κατά το χρόνο μεταξύ της επαγωγής και της εκπλήρωσης της κληροδοσίας δεν υπάρχει. Οι καρποί που έχουν παραχθεί κατά το χρονικό τούτο διάστημα παραμένουν σε όφελος του βεβαρημένου. Όπως προαναφέρθηκε η ευθύνη του βεβαρημένου για καρπούς του κληροδοτηθέντος αρχίζει από τότε που κατέστη υπερήμερος σε σχέση με την παροχή του κληροδοτηθέντος ή από τότε που ασκήθηκε κατ' αυτού αγωγή (βλ. Μπαλή Κληρ. Δ. Δικ. άρθρ. 2003 αρ. 3). Ειδικότερα στην περίπτωση κληροδοσίας χρηματικού ποσού η ευθύνη του υπερήμερου βεβαρημένου ρυθμίζεται από το άρθρ. 235 ΑΚ (πρβλ. και Σταθόπουλο στο Γεωργιάδη- Σταθόπουλο ΑΚ Εισαγ. 335-2-348 αρ. 32 και 335-336 αρ. 2) το οποίο έχει εφαρμογή σε κάθε χρηματική οφειλή (ΑΠ 471/1976 ΝοΒ 24.1049) σε ημεδαπό ή αλλοδαπό νόμισμα (Γαζής ΕρμΑΚ 345 αρ. 3). Κατά το άρθρο αυτό "Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία. Ο δανειστής αν αποδείξει και άλλη θετική ζημία, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, έχει δικαίωμα να απαιτήσει και αυτήν" δηλαδή να απαιτήσει (όχι τη ζημία αλλά) την αποκατάσταση της ζημίας (βλ Γαζή στην ΕρμΑΚ 345 αρ.1). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εάν ο βεβαρημένος με την παροχή κληροδοτήματος ορισμένου ποσοτικά χρηματικού ποσού περιέλθει σε υπερημερία οφείλει τόκο υπερημερίας και την περαιτέρω αποδεικνυόμενη θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος (βλ. Μπαλή ΕνοχΔ παρ 23 VII, Σταθόπουλο ο.π. 297-298 αρ. 18 και ΕνοχΔ σελ.256). Διαφυγόν κέρδος, το οποίο υπάρχει όταν αποτρέπεται η αύξηση της περιουσίας η οποία θα επερχόταν χωρίς το ζημιογόνο γεγονός (βλ. τους ίδιους τους συγγραφείς) δεν υποχρεούται να καλύψει ο οφειλέτης (βλ. για τα προαναφερόμενα σχετικώς ΕφΠειρ 1316/1987 δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, Γαζή στην ΕρμΑκ 345 αρ.5 Σταθόπουλο ο.π. 345 αρ.4, Σπυριδάκη-Περάκη ο.π. 345 αρ.4, Μπαλή Ενοχ. παρ. 57 αρ.2). Εξάλλου, επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι στην ερμηνεία των διαθηκών, αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις η αληθινή (πραγματική) βούληση του διαθέτη, σκοπούμενη από άποψη υποκειμενική και όχι αντικειμενική, κατά την έννοια της οποίας η βούληση αυτή θα προσδιοριζόταν κατά τις σντιλήψεις τρίτων, σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη, την προβλεπόμενη από το το άρθρο 200 του ίδιου Κώδικα, το οποίο όμως δεν έχει εφαρμογή στην ερμηνεία διαθηκών. Έδαφος για τέτοια ερμηνεία, που θα αποβλέπει στην αναζήτηση βούλησης διαφορετικής από εκείνη, η οποία εκφράστηκε με τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης, δεν παρέχεται, όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της ύπαρξης ή όχι ανάγκης προσφυγής στις αμέσως πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις, καθώς και περί της αληθινής βούλησης του διαθέτη, ως εναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τότε μόνο συγχωρείται η προσφυγή σε γεγονότα και στοιχεία εκτός διαθήκης, όταν το πιο πάνω δικαστήριο κρίνει ότι η δήλωση της τελευταίας βούλησης εμφανίζει ασαφή και αμφίβολα σημεία, είτε περί των τετιμημένων προσώπων, είτε περί των κληρονομιαίων στοιχείων στα οποία ο διαθέτης εγκατέστησε τα πρόσωπα αυτά, τα οποία (σημεία) χρειάζονται για την αποσαφήνισή τους ερμηνεία προς το σκοπό της εξεύρεσης της αληθινής (ή ακόμη και εικαζόμενης) βούλησης του διαθέτη (ΑΠ 1142/2011 δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, ΑΠ 755/2008 ΕλλΔνη 2010.744, ΑΠ 1225/2005 δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος.) Περαιτέρω, η διαθήκη, όπως και κάθε άλλη δικαιοπραξία, υπόκειται σε ερμηνεία. Για να τεθεί ζήτημα ερμηνείας πρέπει η διάταξη τελευταίας βούλησης, ως δήλωση ισχύος, να έχει διατυπωθεί με κάποιον από τους πανηγυρικούς τύπους που προβλέπονται στο νόμο. Εφόσον με την ερμηνεία δεν επιχειρείται η διάγνωση έννομης σχέσης, τα δικαστήρια δεν έχουν εξουσία και καθήκον να ερμηνείας με κάποια βιοτική σχέση που αμφισβητείται και χρειάζεται, γι αυτό, η δικαστική παρέμβαση (ΚΠολΔ 68, 60, 71, 96). Η διαθήκη χρειάζεται ερμηνεία όταν δεν είναι πλήρως σαφής ή πλήρως ασαφής και (επομένως άκυρη), αλλά εμφανίζει σημεία ασαφή και αμφίβολα, δεκτικά αποσαφήνισης με ερμηνεία (ΑΠ 506/1992 ΕλλΔνη 34.1470). Έδαφος για ερμηνεία με στόχο την αναζήτηση βούλησης διαφορετικής και πέρα από αυτή που εκφράζεται με τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης δεν παρέχεται, όταν οι τελευταίες είναι απόλυτα σαφείς και αποδίδουν, χωρίς τίποτα άλλο, αυτό που θέλησε ο διαθέτης (ΑΠ 6136/1990 ΕλλΔνη 32.1650, ΕφΑθ 5361/1991 ΕλλΔνη 34.1638, ΕφΑθ 6595/1991 ΑρχΝ 43.30). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι από τη διαθήκη προκύπτει ή όχι με σαφήνεια η βούληση του διαθέτη είναι, σύμφωνα με την άποψη αυτή, ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο. Η κρίση για το αν οι διατάξεις της διαθήκης είναι σαφείς ή όχι δεν είναι νοητό να συνάγεται αποκλειστικά από τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης. Και τούτο γιατί αφενός γιατί μια τέτοια προσέγγιση προσκρούει ευθέως στην ΑΚ 173 (που επιτάσσει την αναζήτηση της αληθινής βούλησης χωρίς προσήλωση στις λέξεις) και αφετέρου γιατί οι λέξεις δεν μπορούν να νοηθούν αφηρημένα, δηλαδή χωρίς συνάρτηση με το όλο κείμενο της διαθήκης. Συνεπώς, η κρίση για το αν οι διατάξεις της διαθήκης είναι σαφείς ή όχι, είναι στην πραγματικότητα αποτέλεσμα ερμηνείας και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Η ερμηνεία των διαθηκών αποκτά όλο και περισσότερη σημασία με την προϊούσα διεύρυνση των ορίων της. Τη διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνουν η ευρύτατη εφαρμογή της αρχής "falsa demonstratio non nocet" (ΑΚ 1783 εδ 2), η (όλο και εντονότερα υποστηριζόμενη) εγκατάλειψη της αρχής, ότι οι "σαφείς" διατάξεις της διαθήκης είναι ανεπίδεκτες ερμηνείας, το προβάδισμα της ερμηνείας απέναντι στην ακύρωση και η συμπληρωματική ερμηνεία της διαθήκης με αναζήτηση της υποθετικής βούλησης στου διαθέτη. Είναι αυτονόητο, ότι η σημασία της ερμηνείας είναι καθοριστική στις περιπτώσεις των ιδιόγραφων (ή μυστικών) διαθηκών, αφού στις δημόσιες διαθήκες ο συμβολαιογράφος φροντίζει ώστε η βούληση του διαθέτη να αποτυπωθεί στη διαθήκη με σαφήνεια και με ορθή νομική φρασεολογία. Σκοπός της ερμηνείας της διαθήκης είναι η άρση της (μερικής) ασάφειας αυτής και η διαπίστωση του νομικώς σημαντικού περιεχομένου της δήλωσης βούλησης του διαθέτη, ενώ αντικείμενό της είναι ακριβώς η δήλωση της βούλησης του διαθέτη. Κατά την ερμηνευτική προσέγγιση αναζητείται η πραγματική βούληση. Ο ΑΚ δεν περιέχει ιδιαίτερες διατάξεις που να καθορίζουν γενικώς τον τρόπο ερμηνείας των δηλώσεων τελευταίας βούλησης. Συνεπώς, θα ισχύσουν και εδώ καταρχήν οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Μια πρώτη κρίσιμη διαπίστωση έγκειται στο ότι η περιλαμβανόμενη στη διαθήκη δήλωση της βούλησης του διαθέτη δεν είναι απευθυντέα. Έτσι, δεν τίθεται εδώ ζήτημα αντιπαράθεσης ανάμεσα στο συμφέρον του διαθέτη να επέλθουν τα σκοπούμενα από αυτόν, με τη σύνταξη της διαθήκης του, έννομα αποτελέσματα και στο συμφέρον του διαθέτη να επανέλθουν τα σκοπούμενα από αυτόν, με τη σύνταξη της διαθήκης του, έννομα αποτελέσματα και συμφέρον οποιωνδήποτε τρίτων προσώπων, ακόμη και των τιμώμενων ("παραληπτών" της σχετικής δήλωσης βούλησης του διαθέτη), να προστατευθεί η εμπιστοσύνη τους στο αντικειμενικό νόημα της δήλωσης του διαθέτη. Τούτο σημαίνει, ότι κατά την ερμηνεία των διαθηκών το "δόγμα της βούλησης" δεν αποκτά απλώς ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, αλλά ουσιαστικά κυριαρχεί. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον ΑΚ. με σειρά διατάξεων (1783 εδ.2, 1784, 1794,1979). Η αναζήτηση της βούλησης του διαθέτη είναι ο άξονας, γύρω από τον οποίο στρέφεται η όλη νομοθετική ρύθμιση της διαδοχής από διαθήκη. Ενόψει τούτων, βασική αρχή, η οποία διέπει την ερμηνεία των διαθηκών είναι ότι κατά την ερμηνεία αυτή προέχει η αναζήτηση της πραγματικής βούλησης του διαθέτη. Κατά την ερμηνεία των διαθηκών εφαρμόζονται οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Αν η αληθινή βούληση του διαθέτη αναζητηθεί με βάση μόνο την ΑΚ 173 ή και την ΑΚ 200 δεν έχει πρακτική σημασία, αφού και η συναλλακτική καλή πίστη της ΑΚ 200 επιβάλλει στην ουσία την αναζήτηση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, όπως ακριβώς απαιτεί ρητά η ΑΚ 173. Πέρα από αυτό, όμως, υποστηρίζεται, ότι ναι μεν οι διατάξεις τη διαθήκης δεν είναι "απευθυντέες" δηλώσεις βούλησης, πλην όμως προορίζονται οπωσδήποτε να περιέλθουν σε άλλους και, πάντως, επηρεάζουν τις έννομες σχέσεις τρίτων προσώπων. Συνεπώς, η ΑΚ 200 δεν στερείται τη χρησιμότητά της, ιδίως όταν πρόκειται να αναζητήσουμε (όχι την πραγματική αλλά) την υποθετική βούληση του διαθέτη. Ενόψει των όσων σημειώθηκαν, η υπεροχή του γενικού ερμηνευτικού κανόνα της ΑΚ 173 (η εφαρμογή του οποίου δεν περιορίζεται από τους ειδικούς για τις διαθήκες ερμηνευτικούς κανόνες) έχει την έννοια, ότι και κατά την ερμηνεία των διαθηκών αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη με στόχο την υποκειμενική του άποψη μόνο και αδιάφορα από την αντικειμενική έννοια με την οποία αντιλαμβάνονται τη δήλωση οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη (ΑΠ 613/1990 ΕλλΔνη 32.1650, ΕφΑθ5361/1991 ΕκκΔνη 34.1638, ΕφΘεσ 130/1990 Αρμ 44.118 επ.) Συνεπώς πρέπει να ληφθούν υπόψη η εποχή που συντάχθηκε η διαθήκη (είναι ο κρίσιμος χρόνος για τη διακρίβωση της πραγματικής βούλησης του διαθέτη), το κοινωνικό περιβάλλον του διαθέτη, οι προσωπικές (τοπικές, γλωσσικές ή επαγγελματικές) συνήθειές του, η πνευματική και κοινωνική του ανάπτυξη, η τυχόν νομική ή άλλη παιδεία του κτλ.., ενώ συγχωρείται ακόμη και η αναζήτηση της εικαζόμενης βούλησής του. Έτσι, αποφασιστικό αποβαίνει εκείνο που ο διαθέτης εννόησε ή μπορούσε να εννοήσει, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη, κατά την κρατούσα και ορθότερη άποψη, η σχετική τυχόν αντίληψη ή η δυνατότητα αντίληψης άλλου ή άλλων προσώπων και ιδιαίτερα του τιμωμένου (ΑΠ 1308/1982 ΕλλΔνη 24.224, ΑΠ 555/1981 ΝοΒ 30.226). Ωστόσο, κατά την ερμηνεία των διαθηκών δεν αναζητείται μια βούληση του διαθέτη αποκομμένη από τη σχετική δήλωση της βούλησης αυτής αλλά το τι ήθελε να πει ο διαθέτης χρησιμοποιώντας τις συγκεκριμένες λέξεις. Έτσι, για την εξεύρεση αυτής της αληθινής βούλησης του διαθέτη αποβλέπουμε καταρχήν στο κοινό νόημα των λέξεων που χρησιμοποιεί ο διαθέτης στη διαθήκη. Αν, όμως, αποδεικνύεται, ότι αυτός χρησιμοποίησε τις συγκεκριμένες λέξεις με άλλο νόημα, είναι φανερό ότι πρέπει να αποβλέψουμε στο διαφορετικό αυτό νόημα. Η αναζητούμενη, με την ερμηνεία, αληθινή βούληση του διαθέτη θα πρέπει να βρίσκει κάποιο, έστω και έμμεσο, στήριγμα στο ίδιο το κείμενο της διαθήκης, γιατί αλλιώς θα παραβιάζονταν οι διατάξεις για τον τύπο των διαθηκών, ενώ θα υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος να αλλοιωθεί πλήρως η βούληση του διαθέτη με τη βοήθεια ψευδομαρτύρων. Με την παραπάνω προϋπόθεση, επιτρέπεται κατά την αναζήτηση της αληθινής βούλησης του διαθέτη η προσφυγή και σε όλα τα προσιτά γεγονότα ή στοιχεία που βρίσκονται έξω από τη διαθήκη, λ.χ. έγγραφα, συνομιλίες ή άλλες εκδηλώσεις του διαθέτη, οι σχέσεις του με ορισμένα πρόσωπα κ.τ.λ., χωρίς να χρειάζεται να αναφέρονται, έστω και υπαινικτικά, στο κείμενο της διαθήκης. Είναι μάλιστα υποχρεωτικό, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να διατάσσονται από το δικαστήριο μαρτυρικές αποδείξεις, ώστε να μπορούν να συνεκτιμηθούν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τα προσκομιζόμενα έγγραφα (αυτεπαγγέλτως) ή άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίζουν οι διάδικοι. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας διάταξης τελευταίας βούλησης, κατά το γνωστό κανόνα του β.ρ.δ., που επιβάλλει τη "φιλάγαθη" ή ¨καλοθελή" ερμηνεία της διαθήκης (interpretatio benigna), θα πρέπει να προτιμάται η ερμηνεία που διασώζει το κύρος της. Από το γεγονός, ότι ο κανόνας αυτός δεν επαναλήφθηκε στον ΑΚ, δεν συνάγεται, ότι δεν ισχύει σήμερα, αφού μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάγεται από τις ΑΚ 173, 1783 εδ. 2, 1974 και 1979 καθώς και από τη γενικότερη αρχή της κατά το δυνατό εκπλήρωση της θέλησης του διαθέτη, που απορρέει από το όλο πνεύμα του κληρονομικού δικαίου. Κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της υποθετικής βούλησης του διαθέτη είναι ο χρόνος της σύνταξης της διαθήκης (ΕφΑθ 3463/2004, ΕφΑθ 2393/1991, δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος)''.
...........