Αρχειοθήκη ιστολογίου

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΛΗΡΟΔΟΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΡΟΠΟ, ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΧΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑΤΟΣ, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗΣ


ΜΟΝ.ΠΡΩΤ.ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 535/2015
ΣΧΟΛΙΑ: Η απόφαση μας αυτή ασχολήθηκε με το θέμα της διάκρισης της κληροδοσίας από τον τρόπο και το δικαίωμα του κληροδόχου για την διεκδίκηση του χρηματικού αντικειμένου της κληροδοσίας το οποίο είναι κατά κανόνα ενοχικό καθώς και με θέματα ερμηνείας της διαθήκης.
(Απόσπασμα)
...........
''Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1714, 1715, 1967, 1995, 2011 και 2014 ΑΚ, προκύπτει ότι κληροδοσία είναι η δια διατάξεως της διαθήκης, παροχή σε κάποιον περιουσιακής ωφέλειας, χωρίς αυτός να είναι κληρονόμος, τρόπος δε είναι η υποχρέωση για κάποια παροχή, την οποία επιβάλλει ο διαθέτης σε κληρονόμο ή καταπιστευματοδόχο ή κληροδόχο, χωρίς όμως να δώσει σε άλλον δικαίωμα στην παροχή αυτή. Συνεπώς τρόπος και κληροδοσία ομοιάζουν ως προς το ότι και στις δύο περιπτώσεις ο βεβαρημένος οφείλει να εκπληρώσει την υποχρέωση που του επιβάλλει ο διαθέτης της, διαφέρουν όμως ως προς το ότι στην μεν κληροδοσία παρέχεται ορισμένη ωφέλεια στον τετιμημένο και σχετική αγωγή, εμπράγματη ή ενοχική, προς εκπλήρωση αυτής, ενώ στον τρόπο δεν υπάρχει ορισμένος τετιμημένος ως δικαιούχος, αλλά, και αν κάποιος ευνοείται με τον τρόπο δεν έχει ο ίδιος αγωγή προς εκπλήρωση. Επομένως, όταν η επιβαλλόμενη με τη διαθήκη υποχρέωση για παροχή τάσσεται υπέρ κάποιου άλλου, το ζήτημα αν πρόκειται για κληροδοσία ή για τρόπο κρίνεται από το αν ο διαθέτης θέλησε να προσπορίσει σε αυτόν αντίστοιχο σε αυτόν και αντίστοιχο δικαίωμα στην παροχή ή όχι. Αυτό αποτελεί ζήτημα ερμηνείας της διαθήκης, στην οποία προβαίνει το δικαστήριο χωρίς να είναι ανάγκη να προσφύγει σε στοιχεία εκτός αυτής, όταν κρίνει ότι η δήλωση της τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη δεν παρουσιάζει κενά, ασαφή και αμφίβολα σημεία και η θέληση αυτού προκύπτει από την ίδια τη διαθήκη πλήρως και σαφώς (ΑΠ 1626/2000 ΕλλΔνη 42.711, ΑΠ 337/1999 ΕλλΔνη 40/1347, ΑΠ 382/1999 και 396/1999 ΝοΒ 48.957 και 951 αντιστοίχως, Εφ Αθ 8465/2001 δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος.) Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1714 ΑΚ κληροδοσία υπάρχει όταν με τελευταία διάταξη προσπορίζεται σε κάποιον περιουσιακή ωφέλεια χωρίς να εγκαθίσταται αυτός και κληρονόμος. Επομένως, για την ύπαρξη κληροδοσίας απαιτούνται τα εξής: 1) Παροχή περιουσιακής ωφέλειας σε κάποιον ως τιμώμενο (κληροδόχο). Δεν είναι όμως απαραίτητο η παροχή αυτή να αυξάνει την περιουσία του λήπτη, π.χ. μπορεί να κληροδοτηθεί στον δανειστή ως κληροδόχο δικαίωμα υποθήκης σε ακίνητο του διαθέτη. Περιεχόμενο κληροδοσίας είναι κάθε στοιχείο που προσπορίζεται ωφέλεια στον κληροδόχο, επομένως και η διατροφή του κληροδόχου. Η κληροδοσία διαφέρει από τον τρόπο, διότι στον τρόπο ο τρίτος δεν αποκτά δικαίωμα στην παροχή. Η εκπλήρωση της κληροδοσίας πρέπει να γίνει μέσα σε εύλογο χρόνο, ανάλογα με τη φύση της παροχής και τις ειδικές περιστάσεις. Κληρονομία προσόδου ή περιοδικής παροχής, η οποία πρέπει να καταβάλλεται σε ορισμένες χρονικές περιόδους, έχει τον χαρακτήρα κληροδοσίας, η οποία επάγεται με την έναρξη της περιόδου. 2) Η παροχή να γίνει με τελευταία διάταξη, δηλαδή με μονομερή δήλωση, όχι με αιτία θανάτου δωρεά (σύμβαση). 2) Η παροχή προς τον κληροδόχο να γίνει διαμέσου άλλου προσώπου ( βεβαρημένου) που παίρνει από την κληρονομία. Το πρόσωπο του βεβαρημένου πρέπει να προκύπτει από τη διαθήκη. Βεβαρημένος μπορεί να είναι ο κληρονόμος (από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου ή ο καταπιστευματοδόχος ή ο αναγκαίος κληρονόμος), ο κληροδόχος, ο σύζυγος που επιζεί και το Δημόσιο. Ικανός για να τιμηθεί ως κληροδόχος είναι κάθε πρόσωπο φυσικό ή νομικό, ακόμη και το πρόσωπο που δεν έχει συλληφθεί ή το νομικό πρόσωπο που δεν έχει συσταθεί κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου. Το πρόσωπο του κληροδόχου πρέπει να είναι ορισμένο ή τουλάχιστον οριστό. Ο κληροδόχος αρκεί να έχει γενική ικανότητα δικαίου, χωρίς να απαιτείται και ικανότητα για δικαιοπραξία κατά τον χρόνο του θανάτου του διαθέτη. Η δήλωση του διαθέτη στη διαθήκη για κληροδοσία πρέπει να είναι σαφής. Επομένως, είναι άκυρη η δήλωση για κληροδοσία όταν είναι τόσο αόριστη, ώστε να μην προκύπτει από αυτήν δήλωση του διαθέτη. Για την ερμηνεία της δήλωσης αυτής μπορεί να χρησιμοποιηθούν και στοιχεία έξω από τη διαθήκη και να εφαρμοσθούν οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 1790, 1792, 1793 ΑΚ. Αντικείμενο της κληροδοσίας μπορεί να είναι κάθε περιουσιακή ωφέλεια με αντάλλαγμα ή χωρίς αντάλλαγμα. Ειδικότερα, αντικείμενο της κληροδοσίας αποτελούν η δόση, η πράξη, η παράλειψη, η παραίτηση από ένσταση, η παροχή κυριότητας ή νομής, η μεταβίβαση ή σύσταση περιορισμένων εμπράγματων δικαιωμάτων, η κατάργηση τέτοιων δικαιωμάτων που βαρύνουν τον κληροδόχο, η παροχή κάθε είδους αξίωσης, η παροχή χρήσεως πράγματος, η σύσταση περιορισμένων εμπράγματων δικαιωμάτων, η κατάργηση τέτοιων δικαιωμάτων που βαρύνουν τον κληροδόχο, η παροχή κάθε είδους αξίωσης , η παροχή χρήσεως πράγματος, η σύσταση επικαρπίας ή δουλείας οικήσεως υπέρ του κληροδόχου, μελλοντικό πράγμα ή δικαίωμα, μετοχές ανώνυμης εταιρείας, χρήματα, ποσοστό όλων των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας, η χορήγηση προθεσμίας, η διατροφή του κληροδόχου, η παροχή εμπράγματος ασφαλείας στον κληροδόχο, η περιοδική παροχή. Σύμφωνα με το άρθρο 1997 ΑΚ το δικαίωμα από την κληροδοσία αποκτάται αμέσως μετά το θάνατο του διαθέτη (επαγωγή της κληροδοσίας). Επαγωγή της κληροδοσίας είναι η απόκτηση του δικαιώματος από την κληροδοσία αυτοδικαίως, γιατί επέρχεται χωρίς να μάθει ο κληροδόχος τον θάνατο του διαθέτη ή την υπέρ αυτού διάταξη. Το δικαίωμα από την κληροδοσία είναι προσωρινό. Ο κληροδόχος δικαιούται να αποποιηθεί την κληροδοσία. Η οριστική κτήση της κληροδοσίας γίνεται με μονομερή δήλωση του κληροδόχου ανακοινωτέα στον βεβαρημένο (ΑΚ 2001 παρ. 2). Από την περιέλευση της δήλωσης αποδοχής στον βεβαρημένο αποκτά αυτή νομική ενέργεια. Η αποδοχή δεν υποβάλλεται σε τύπο, γίνεται ρητά ή σιωπηρά. Η άσκηση του δικαιώματος για αποδοχή της κληροδοσίας και όχι της δήλωσης για την αποδοχή της. Από την άσκηση του δικαιώματος της αποδοχής της κληροδοσίας ο κληροδόχος δικαιούται να αποκτήσει και ο βεβαρημένος έχει υποχρέωση να παράσχει το αντικείμενο της κληροδοσίας. Στην κληροδοσία χρηματικού ποσού ισχύουν οι διατάξεις για χρηματική παροχή. Εφόσον δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό δεν είναι ανάγκη να υπάρχουν μετρητά στην κληρονομιά. Το δικαίωμα του κληροδόχου να ζητήσει από τον βεβαρημένο το κληροδοτούμενο είναι κατά κανόνα (ΑΚ 1995) ενοχικό και γεννιέται από την επαγωγή (κτήση της κληροδοσίας και κατ' εξαίρεση είναι εμπράγματο ή άμεσο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1996 ΑΚ. Ο βεβαρημένος δεν μπορεί να απαλλαγεί από την παροχή με καταβολή της αξίας του παρά μόνον στην περίπτωση που ορίζει αυτό ο νόμος κατ' άρθρο 1985 παρ. 2 ΑΚ (βλ. σχετικώς Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου, Αγωγές κληρονομικού Δικαίου, Τόμος Δεύτερος, Αθήνα 1995, σελίδες 271, 272, 273, 281, 282μ 283, 287, 288, 307, 315, 316). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1995, 1997 και 1998 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαίωμα από την κληροδοσία είναι κατά κανόνα ενοχικό. ο (per damnationem) κληροδόχος έχει ενοχικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον βεβαρημένο το κληροδοτούμενο, δηλαδή την παροχή που αποτελεί το περιεχόμενο της κληροδοσίας. Και ναι μεν το κληροδότημα είναι απαιτητό αμέσως από την επαγωγή, όμως σύμφωνα με τις γενικές αρχές περί ενοχών καρποί και τόκοι δεν οφείλονται από τον βεβαρημένο παρά μόνο από την υπερημερία του ή από την έγερση της αγωγής κατά τα άρθρα 343, 345. 348, 346 ΑΚ). Ευθύνη του βεβαρημένου για καρπούς του κληροδοτηθέντος τους οποίους συνέλεξε ή όφειλε να συλλέξει κατά το χρόνο μεταξύ της επαγωγής και της εκπλήρωσης της κληροδοσίας δεν υπάρχει. Οι καρποί που έχουν παραχθεί κατά το χρονικό τούτο διάστημα παραμένουν σε όφελος του βεβαρημένου. Όπως προαναφέρθηκε η ευθύνη του βεβαρημένου για καρπούς του κληροδοτηθέντος αρχίζει από τότε που κατέστη υπερήμερος σε σχέση με την παροχή του κληροδοτηθέντος ή από τότε που ασκήθηκε κατ' αυτού αγωγή (βλ. Μπαλή Κληρ. Δ. Δικ. άρθρ. 2003 αρ. 3). Ειδικότερα στην περίπτωση κληροδοσίας χρηματικού ποσού η ευθύνη του υπερήμερου βεβαρημένου ρυθμίζεται από το άρθρ. 235 ΑΚ (πρβλ. και Σταθόπουλο στο Γεωργιάδη- Σταθόπουλο ΑΚ Εισαγ. 335-2-348 αρ. 32 και 335-336 αρ. 2) το οποίο έχει εφαρμογή σε κάθε χρηματική οφειλή (ΑΠ 471/1976 ΝοΒ 24.1049) σε ημεδαπό ή αλλοδαπό νόμισμα (Γαζής ΕρμΑΚ 345 αρ. 3). Κατά το άρθρο αυτό "Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία. Ο δανειστής αν αποδείξει και άλλη θετική ζημία, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, έχει δικαίωμα να απαιτήσει και αυτήν" δηλαδή να απαιτήσει (όχι τη ζημία αλλά) την αποκατάσταση της ζημίας (βλ Γαζή στην ΕρμΑΚ 345 αρ.1). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εάν ο βεβαρημένος με την παροχή κληροδοτήματος ορισμένου ποσοτικά χρηματικού ποσού περιέλθει σε υπερημερία οφείλει τόκο υπερημερίας και την περαιτέρω αποδεικνυόμενη θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος (βλ. Μπαλή ΕνοχΔ παρ 23 VII, Σταθόπουλο ο.π. 297-298 αρ. 18 και ΕνοχΔ σελ.256). Διαφυγόν κέρδος, το οποίο υπάρχει όταν αποτρέπεται η αύξηση της περιουσίας η οποία θα επερχόταν χωρίς το ζημιογόνο γεγονός (βλ. τους ίδιους τους συγγραφείς) δεν υποχρεούται να καλύψει ο οφειλέτης (βλ. για τα προαναφερόμενα σχετικώς ΕφΠειρ 1316/1987 δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, Γαζή στην ΕρμΑκ 345 αρ.5 Σταθόπουλο ο.π. 345 αρ.4, Σπυριδάκη-Περάκη ο.π. 345 αρ.4, Μπαλή Ενοχ. παρ. 57 αρ.2). Εξάλλου, επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι στην ερμηνεία των διαθηκών, αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις η αληθινή (πραγματική) βούληση του διαθέτη, σκοπούμενη από άποψη υποκειμενική και όχι αντικειμενική, κατά την έννοια της οποίας η βούληση αυτή θα προσδιοριζόταν κατά τις σντιλήψεις τρίτων, σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη, την προβλεπόμενη από το το άρθρο 200 του ίδιου Κώδικα, το οποίο όμως δεν έχει εφαρμογή στην ερμηνεία διαθηκών. Έδαφος για τέτοια ερμηνεία, που θα αποβλέπει στην αναζήτηση βούλησης διαφορετικής από εκείνη, η οποία εκφράστηκε με τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης, δεν παρέχεται, όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της ύπαρξης ή όχι ανάγκης προσφυγής στις αμέσως πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις, καθώς και περί της αληθινής βούλησης του διαθέτη, ως εναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τότε μόνο συγχωρείται η προσφυγή σε γεγονότα και στοιχεία εκτός διαθήκης, όταν το πιο πάνω δικαστήριο κρίνει ότι η δήλωση της τελευταίας βούλησης εμφανίζει ασαφή και αμφίβολα σημεία, είτε περί των τετιμημένων προσώπων, είτε περί των κληρονομιαίων στοιχείων στα οποία ο διαθέτης εγκατέστησε τα πρόσωπα αυτά, τα οποία (σημεία) χρειάζονται για την αποσαφήνισή τους ερμηνεία προς το σκοπό της εξεύρεσης της αληθινής (ή ακόμη και εικαζόμενης) βούλησης του διαθέτη (ΑΠ 1142/2011 δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, ΑΠ 755/2008 ΕλλΔνη 2010.744, ΑΠ 1225/2005 δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος.) Περαιτέρω, η διαθήκη, όπως και κάθε άλλη δικαιοπραξία, υπόκειται σε ερμηνεία. Για να τεθεί ζήτημα ερμηνείας πρέπει η διάταξη τελευταίας βούλησης, ως δήλωση ισχύος, να έχει διατυπωθεί με κάποιον από τους πανηγυρικούς τύπους που προβλέπονται στο νόμο. Εφόσον με την ερμηνεία δεν επιχειρείται η διάγνωση έννομης σχέσης, τα δικαστήρια δεν έχουν εξουσία και καθήκον να ερμηνείας με κάποια βιοτική σχέση που αμφισβητείται και χρειάζεται, γι αυτό, η δικαστική παρέμβαση (ΚΠολΔ 68, 60, 71, 96). Η διαθήκη χρειάζεται ερμηνεία όταν δεν είναι πλήρως σαφής ή πλήρως ασαφής και (επομένως άκυρη), αλλά εμφανίζει σημεία ασαφή και αμφίβολα, δεκτικά αποσαφήνισης με ερμηνεία (ΑΠ 506/1992 ΕλλΔνη 34.1470). Έδαφος για ερμηνεία με στόχο την αναζήτηση βούλησης διαφορετικής και πέρα από αυτή που εκφράζεται με τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης δεν παρέχεται, όταν οι τελευταίες είναι απόλυτα σαφείς και αποδίδουν, χωρίς τίποτα άλλο, αυτό που θέλησε ο διαθέτης (ΑΠ 6136/1990 ΕλλΔνη 32.1650, ΕφΑθ 5361/1991 ΕλλΔνη 34.1638, ΕφΑθ 6595/1991 ΑρχΝ 43.30). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι από τη διαθήκη προκύπτει ή όχι με σαφήνεια η βούληση του διαθέτη είναι, σύμφωνα με την άποψη αυτή, ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο. Η κρίση για το αν οι διατάξεις της διαθήκης είναι σαφείς ή όχι δεν είναι νοητό να συνάγεται αποκλειστικά από τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης. Και τούτο γιατί αφενός γιατί μια τέτοια προσέγγιση προσκρούει ευθέως στην ΑΚ 173 (που επιτάσσει την αναζήτηση της αληθινής βούλησης χωρίς προσήλωση στις λέξεις) και αφετέρου γιατί οι λέξεις δεν μπορούν να νοηθούν αφηρημένα, δηλαδή χωρίς συνάρτηση με το όλο κείμενο της διαθήκης. Συνεπώς, η κρίση για το αν οι διατάξεις της διαθήκης είναι σαφείς ή όχι, είναι στην πραγματικότητα αποτέλεσμα ερμηνείας και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Η ερμηνεία των διαθηκών αποκτά όλο και περισσότερη σημασία με την προϊούσα διεύρυνση των ορίων της. Τη διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνουν η ευρύτατη εφαρμογή της αρχής "falsa demonstratio non nocet" (ΑΚ 1783 εδ 2), η (όλο και εντονότερα υποστηριζόμενη) εγκατάλειψη της αρχής, ότι οι "σαφείς" διατάξεις της διαθήκης είναι ανεπίδεκτες ερμηνείας, το προβάδισμα της ερμηνείας απέναντι στην ακύρωση και η συμπληρωματική ερμηνεία της διαθήκης με αναζήτηση της υποθετικής βούλησης στου διαθέτη. Είναι αυτονόητο, ότι η σημασία της ερμηνείας είναι καθοριστική στις περιπτώσεις των ιδιόγραφων (ή μυστικών) διαθηκών, αφού στις δημόσιες διαθήκες ο συμβολαιογράφος φροντίζει ώστε η βούληση του διαθέτη να αποτυπωθεί στη διαθήκη με σαφήνεια και με ορθή νομική φρασεολογία. Σκοπός της ερμηνείας της διαθήκης είναι η άρση της (μερικής) ασάφειας αυτής και η διαπίστωση του νομικώς σημαντικού περιεχομένου της δήλωσης βούλησης του διαθέτη, ενώ αντικείμενό της είναι ακριβώς η δήλωση της βούλησης του διαθέτη. Κατά την ερμηνευτική προσέγγιση αναζητείται η πραγματική βούληση. Ο ΑΚ δεν περιέχει ιδιαίτερες διατάξεις που να καθορίζουν γενικώς τον τρόπο ερμηνείας των δηλώσεων τελευταίας βούλησης. Συνεπώς, θα ισχύσουν και εδώ καταρχήν οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Μια πρώτη κρίσιμη διαπίστωση έγκειται στο ότι η περιλαμβανόμενη στη διαθήκη δήλωση της βούλησης του διαθέτη δεν είναι απευθυντέα. Έτσι, δεν τίθεται εδώ ζήτημα αντιπαράθεσης ανάμεσα στο συμφέρον του διαθέτη να επέλθουν τα σκοπούμενα από αυτόν, με τη σύνταξη της διαθήκης του, έννομα αποτελέσματα και στο συμφέρον του διαθέτη να επανέλθουν τα σκοπούμενα από αυτόν, με τη σύνταξη της διαθήκης του, έννομα αποτελέσματα και συμφέρον οποιωνδήποτε τρίτων προσώπων, ακόμη και των τιμώμενων ("παραληπτών" της σχετικής δήλωσης βούλησης του διαθέτη), να προστατευθεί η εμπιστοσύνη τους στο αντικειμενικό νόημα της δήλωσης του διαθέτη. Τούτο σημαίνει, ότι κατά την ερμηνεία των διαθηκών το "δόγμα της βούλησης" δεν αποκτά απλώς ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, αλλά ουσιαστικά κυριαρχεί. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον ΑΚ. με σειρά διατάξεων (1783 εδ.2, 1784, 1794,1979). Η αναζήτηση της βούλησης του διαθέτη είναι ο άξονας, γύρω από τον οποίο στρέφεται η όλη νομοθετική ρύθμιση της διαδοχής από διαθήκη. Ενόψει τούτων, βασική αρχή, η οποία διέπει την ερμηνεία των διαθηκών είναι ότι κατά την ερμηνεία αυτή προέχει η αναζήτηση της πραγματικής βούλησης του διαθέτη. Κατά την ερμηνεία των διαθηκών εφαρμόζονται οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Αν η αληθινή βούληση του διαθέτη αναζητηθεί με βάση μόνο την ΑΚ 173 ή και την ΑΚ 200 δεν έχει πρακτική σημασία, αφού και η συναλλακτική καλή πίστη της ΑΚ 200 επιβάλλει στην ουσία την αναζήτηση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, όπως ακριβώς απαιτεί ρητά η ΑΚ 173. Πέρα από αυτό, όμως, υποστηρίζεται, ότι ναι μεν οι διατάξεις τη διαθήκης δεν είναι "απευθυντέες" δηλώσεις βούλησης, πλην όμως προορίζονται οπωσδήποτε να περιέλθουν σε άλλους και, πάντως, επηρεάζουν τις έννομες σχέσεις τρίτων προσώπων. Συνεπώς, η ΑΚ 200 δεν στερείται τη χρησιμότητά της, ιδίως όταν πρόκειται να αναζητήσουμε (όχι την πραγματική αλλά) την υποθετική βούληση του διαθέτη. Ενόψει των όσων σημειώθηκαν, η υπεροχή του γενικού ερμηνευτικού κανόνα της ΑΚ 173 (η εφαρμογή του οποίου δεν περιορίζεται από τους ειδικούς για τις διαθήκες ερμηνευτικούς κανόνες) έχει την έννοια, ότι και κατά την ερμηνεία των διαθηκών αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη με στόχο την υποκειμενική του άποψη μόνο και αδιάφορα από την αντικειμενική έννοια με την οποία αντιλαμβάνονται τη δήλωση οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη (ΑΠ 613/1990 ΕλλΔνη 32.1650, ΕφΑθ5361/1991 ΕκκΔνη 34.1638, ΕφΘεσ 130/1990 Αρμ 44.118 επ.) Συνεπώς πρέπει να ληφθούν υπόψη η εποχή που συντάχθηκε η διαθήκη (είναι ο κρίσιμος χρόνος για τη διακρίβωση της πραγματικής βούλησης του διαθέτη), το κοινωνικό περιβάλλον του διαθέτη, οι προσωπικές (τοπικές, γλωσσικές ή επαγγελματικές) συνήθειές του, η πνευματική και κοινωνική του ανάπτυξη, η τυχόν νομική ή άλλη παιδεία του κτλ.., ενώ συγχωρείται ακόμη και η αναζήτηση της εικαζόμενης βούλησής του. Έτσι, αποφασιστικό αποβαίνει εκείνο που ο διαθέτης εννόησε ή μπορούσε να εννοήσει, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη, κατά την κρατούσα και ορθότερη άποψη, η σχετική τυχόν αντίληψη ή η δυνατότητα αντίληψης άλλου ή άλλων προσώπων και ιδιαίτερα του τιμωμένου (ΑΠ 1308/1982 ΕλλΔνη 24.224, ΑΠ 555/1981 ΝοΒ 30.226). Ωστόσο, κατά την ερμηνεία των διαθηκών δεν αναζητείται μια βούληση του διαθέτη αποκομμένη από τη σχετική δήλωση της βούλησης αυτής αλλά το τι ήθελε να πει ο διαθέτης χρησιμοποιώντας τις συγκεκριμένες λέξεις. Έτσι, για την εξεύρεση αυτής της αληθινής βούλησης του διαθέτη αποβλέπουμε καταρχήν στο κοινό νόημα των λέξεων που χρησιμοποιεί ο διαθέτης στη διαθήκη. Αν, όμως, αποδεικνύεται, ότι αυτός χρησιμοποίησε τις συγκεκριμένες λέξεις με άλλο νόημα, είναι φανερό ότι πρέπει να αποβλέψουμε στο διαφορετικό αυτό νόημα. Η αναζητούμενη, με την ερμηνεία, αληθινή βούληση του διαθέτη θα πρέπει να βρίσκει κάποιο, έστω και έμμεσο, στήριγμα στο ίδιο το κείμενο της διαθήκης, γιατί αλλιώς θα παραβιάζονταν οι διατάξεις για τον τύπο των διαθηκών, ενώ θα υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος να αλλοιωθεί πλήρως η βούληση του διαθέτη με τη βοήθεια ψευδομαρτύρων. Με την παραπάνω προϋπόθεση, επιτρέπεται κατά την αναζήτηση της αληθινής βούλησης του διαθέτη η προσφυγή και σε όλα τα προσιτά γεγονότα ή στοιχεία που βρίσκονται έξω από τη διαθήκη, λ.χ. έγγραφα, συνομιλίες ή άλλες εκδηλώσεις του διαθέτη, οι σχέσεις του με ορισμένα πρόσωπα κ.τ.λ., χωρίς να χρειάζεται να αναφέρονται, έστω και υπαινικτικά, στο κείμενο της διαθήκης. Είναι μάλιστα υποχρεωτικό, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να διατάσσονται από το δικαστήριο μαρτυρικές αποδείξεις, ώστε να μπορούν να συνεκτιμηθούν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τα προσκομιζόμενα έγγραφα (αυτεπαγγέλτως) ή άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίζουν οι διάδικοι. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας διάταξης τελευταίας βούλησης, κατά το γνωστό κανόνα του β.ρ.δ., που επιβάλλει τη "φιλάγαθη" ή ¨καλοθελή" ερμηνεία της διαθήκης (interpretatio benigna), θα πρέπει να προτιμάται η ερμηνεία που διασώζει το κύρος της. Από το γεγονός, ότι ο κανόνας αυτός δεν επαναλήφθηκε στον ΑΚ, δεν συνάγεται, ότι δεν ισχύει σήμερα, αφού μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάγεται από τις ΑΚ 173, 1783 εδ. 2, 1974 και 1979 καθώς και από τη γενικότερη αρχή της κατά το δυνατό εκπλήρωση της θέλησης του διαθέτη, που απορρέει από το όλο πνεύμα του κληρονομικού δικαίου. Κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της υποθετικής βούλησης του διαθέτη είναι ο χρόνος της σύνταξης της διαθήκης (ΕφΑθ 3463/2004, ΕφΑθ 2393/1991, δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος)''.
...........











Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

136/2016 ΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΩΝ ΣΕ ΕΠΙΣΧΕΣΗ

136/2016 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΕΛΕΓΧΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

Η ανωτέρω Γνωμοδότηση αφορά στην ασφαλιστική τακτοποίηση των ασφαλισμένων στο ΙΚΑ στις περιπτώσεις νόμιμης επίσχεσης εργασίας και στον εύλογο χρόνο αυτής, ο οποίος ορίζεται σε 5 μήνες.

Διατάξεις : ΑΝ 1846/1951Α2Π1α, ΑΝ 1846/1951Α2Π2, ΑΝ 1846/1951Α8Π2, ΑΝ 1846/1951Α28Π3β, ΑΚΑ325, ΑΚΑ329, ΑΚΑ353, ΑΚΑ648, ΑΚΑ656, ΑΚΑ657, ΑΚΑ658, ΑΚΑ200, ΑΚΑ281, ΑΚΑ288, Ν 2717/1999Α5Π2
Πρόεδρος/Προεδρεύων:ΧΑΛΚΙΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
Εισηγητής/Γνωμοδοτών: ΜΠΡΙΣΚΟΛΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
Κατά την διάρκεια της επίσχεσης εργασίας, παραμένει ενεργή και η ασφαλιστική σχέση του εργαζόμενου με το Ι.Κ.Α., ανεξαρτήτως του εάν η ασφαλιστέα εργασία ήταν υπακτέα στην κοινή ασφάλιση του Ι.Κ.Α. ή στον ΚΒΑΕ αυτού. Επί νόμιμης επίσχεσης η ασφάλιση στο Ι.Κ.Α. συνεχίζεται, προσδιοριζόμενη εκάστοτε με βάση τα στοιχεία που διαθέτουν τα ασφαλιστικά όργανα (τα οποία εκφέρουν διακεκριμένη και αυτοτελή, μη εξαρτώμενη δηλαδή από την τυχόν προσφυγή των ενδιαφερομένων μερών - εργοδότη και μισθωτού - στα πολιτικά δικαστήρια για την διευθέτηση των μεταξύ τους εργασιακών διαφορών, κρίση) και πάντοτε σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών (άρθρα 200, 288 Α.Κ.), όχι όμως πέραν του ευλόγου χρόνου διάρκειας αυτής, κατά τον οποίο οφείλονται αποδοχές, ο οποίος (εύλογος χρόνος) δεν μπορεί να υπερβεί τους πέντε μήνες, αφού μετά από αυτόν, η αποχή του μισθωτού από την εργασία του, συνιστά, κατά κρίση αντικειμενική, σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία της σύμβασης, εκτός εάν προσκομισθεί αντίθετη δικαστική απόφαση από την οποία να προκύπτει η μη λύση της εργασιακής σχέσης και η συνέχιση της επίσχεσης και πέραν του πενταμήνου αυτού και υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι τα ασφαλιστικά όργανα του Ι.Κ.Α. θα υιοθετήσουν τις παραδοχές της. Για το πεντάμηνο αυτό, τα εν λόγω όργανα του Ι.Κ.Α., οφείλουν να βεβαιώνουν χωρίς προσκόμματα, τον χρόνο ασφάλισης του μισθωτού, με βάση το ασφαλιστικό καθεστώς που αντιστοιχεί στην ειδικότητά του, καθώς επίσης και να εκδίδουν Πράξεις Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ) κατά του αρνούμενου να καταβάλει οικειοθελώς τις οφειλόμενες εισφορές του, εν λόγω χρονικού διαστήματος, εργοδότη. Η προσκόμιση, ενώπιον των ασφαλιστικών αυτών οργάνων, απόφασης πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε μεταξύ εργοδότη και μισθωτού και αποφαίνεται για τη χρονική διάρκεια της επίσχεσης, δεν τα δεσμεύει, αφού αυτή δεν ισχύει έναντι πάντων, αλλά δύνανται, τα ασφαλιστικά αυτά όργανα, είτε να συμφωνήσουν με τις παραδοχές της απόφασης αυτής και να προβούν σε όλες τις ως άνω ενδεδειγμένες ενέργειές τους (πλήρης ασφαλιστική κάλυψη του μισθωτού και μετά το πεντάμηνο, έκδοση Π.Ε.Ε. σε βάρος του εργοδότη του κ.λπ.), είτε να κρίνουν αντιθέτως, αιτιολογώντας όμως ειδικώς την αντίθετη αυτή κρίση τους.

πηγη: ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ:  http://www.nsk.gr/

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΓΚΡΙΣΗ ΟΡΓΑΝΟΥ Ή ΑΛΛΗΣ ΑΡΧΗΣ

Με το άρθρο 39 του ν. 4447/2016 (ΦΕΚ 241Α/2016) επήλθε τροποποίηση του άρθρου 11 ν. 4342/2015 ως εξής:

Άρθρο 39 Στο τέλος της παρ. 7 του άρθρου 11 του ν. 4342/2015 (άρθρο 9 της Οδηγίας 2012/27/ΕΕ) προστίθεται παράγραφος 8 ως ακολούθως: «8. Για την τοποθέτηση μετρητικών ή ρυθμιστικών διατάξεων ενέργειας ή ανεξάρτητων μονάδων θέρμανσης σε μεμονωμένες ιδιοκτησίες καταναλωτών σε υφιστάμενα πριν από την έναρξη εφαρμογής του παρόντος νόμου κτίρια, καθώς και σε όσα κτίρια ανεγερθούν μετά την έναρξη εφαρμογής αυτού, δεν απαιτείται προηγούμενη έγκριση ή απόφαση οργάνου ή ενημέρωση ή άδεια άλλης αρχής ή φορέα, πέραν των πιστοποιημένων φορέων παροχής ή εγκατάστασης όπου αυτό απαιτείται.»

Αναμένονται διευκρινήσεις ως προς τη συγκεκριμένη προσθήκη, ειδικά  για το θέμα της συμμετοχής των μεμονομένων ιδιοκτησιών στις κοινόχρηστες δαπάνες θέρμανσης.

Το άρθρο 11 του ν. 4342/2015 προν από την ανωτέρω προσθήκη της παρ.8 είχε ως εξής:

 1. Οι διανομείς ενέργειας και οι επιχειρήσεις λιανικής πώλησης ενέργειας που έχουν την ευθύνη εγκατάστασης, λειτουργίας και συντήρησης μετρητών ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου, τηλεθέρμανσης, τηλεψύξης και ζεστού νερού χρήσης για οικιακή κατανάλωση, υποχρεούνται να παρέχουν σε ανταγωνιστική τιμή στους τελικούς καταναλωτές ατομικούς μετρητές που απεικονίζουν την πραγματική ενεργειακή τους κατανάλωση και παρέχουν πληροφορίες για τον πραγματικό χρόνο χρήσης, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) κατά την αντικατάσταση υφιστάμενου μετρητή ή μετά από ριζική ανακαίνιση κτιρίου ή κτιριακής μονάδας, κατά την έννοια του εδαφίου 12 του άρθρου 2 του ν. 4122/2013, εκτός αν αυτό είναι τεχνικώς αδύνατο ή δεν είναι οικονομικώς αποδοτικό σε σχέση με τις εκτιμώμενες δυνατότητες μακροπρόθεσμης εξοικονόμησης ενέργειας,
β) όταν πραγματοποιείται νέα σύνδεση σε νέο κτίριο.
2. Στις περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται ευφυή συστήματα μέτρησης της τελικής κατανάλωσης φυσικού αερίου ή/και ηλεκτρικής ενέργειας, οι διανομείς ενέργειας, οι διαχειριστές δικτύων διανομής και οι επιχειρήσεις λιανικής πώλησης ενέργειας:
α) μεριμνούν ώστε τα συστήματα μέτρησης να παρέχουν στους τελικούς καταναλωτές πληροφορίες για τον πραγματικό χρόνο χρήσης και να πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις λειτουργίας που προβλέπονται από τους ισχύοντες τεχνικούς κανονισμούς για τα συστήματα αυτά,
β) διασφαλίζουν την ασφάλεια των έξυπνων μετρητών και των ανταλλαγών δεδομένων, καθώς και την ιδιωτικότητα των τελικών καταναλωτών, σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων και της ιδιωτικότητας,
γ) όσον αφορά την ηλεκτρική ενέργεια, κατόπιν αιτήματος του τελικού καταναλωτή, διασφαλίζουν ότι οι μετρητές μπορούν να λαμβάνουν υπόψη την ηλεκτρική ενέργεια που διοχετεύεται στο δίκτυο από τις εγκαταστάσεις του τελικού καταναλωτή,
δ) διασφαλίζουν ότι, εάν οι τελικοί καταναλωτές υποβάλλουν σχετικό αίτημα, τα δεδομένα μέτρησης της παραγωγής ή της κατανάλωσής τους ηλεκτρικής ενέργειας διατίθενται στους ίδιους ή σε τρίτους που ενεργούν για λογαριασμό του τελικού καταναλωτή, σε ευχερώς, κατανοητή μορφή που θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να συγκρίνουν παρόμοιες προσφορές,
ε) παρέχουν κατάλληλες συμβουλές και πληροφορίες στους καταναλωτές κατά το χρόνο εγκατάστασης έξυπνων μετρητών, κυρίως σχετικά με το σύνολο των δυνατοτήτων τους όσον αφορά τη χρήση των ενδείξεων του μετρητή και την παρακολούθηση της κατανάλωσης ενέργειας.
3. Στην περίπτωση που η θέρμανση και η ψύξη ή το ζεστό νερό ενός κτιρίου παρέχονται από δίκτυο τηλεθέρμανσης ή από κεντρική πηγή που εξυπηρετεί πολλαπλά κτίρια, εγκαθίσταται συσκευή μέτρησης της κατανάλωσης θερμότητας ή ζεστού νερού στον εναλλάκτη θερμότητας ή στο σημείο διανομής.
4. Σε πολυκατοικίες και σε κτίρια πολλαπλών χρήσεων όπου η θέρμανση/ψύξη παρέχεται από κεντρική πηγή ή δίκτυο τηλεθέρμανσης ή από κεντρική πηγή που εξυπηρετεί πολλαπλά κτίρια, εγκαθίστανται ατομικοί μετρητές κατανάλωσης έως την 31η Δεκεμβρίου 2016 για τη μέτρηση της κατανάλωσης για θέρμανση ή ψύξη ή για ζεστό νερό σε κάθε μονάδα, εφόσον αυτό είναι τεχνικά εφικτό και οικονομικώς αποδοτικό.
5. Στην περίπτωση της παραγράφου 4, αν η χρήση ατομικών μετρητών δεν είναι τεχνικά εφικτή ή οικονομικώς αποδοτική, για τη μέτρηση της θερμότητας, πρέπει να χρησιμοποιούνται ατομικοί κατανεμητές κόστους θερμότητας για τη μέτρηση της κατανάλωσης θερμότητας σε κάθε θερμαντικό σώμα, εκτός εάν η εγκατάσταση των εν λόγω κατανεμητών κόστους θερμότητας δεν είναι οικονομικώς αποδοτική. Σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι δυνατόν να αναζητούνται εναλλακτικές, οικονομικώς αποδοτικές μέθοδοι για τη μέτρηση της κατανάλωσης θερμότητας.
6. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και των κατά περίπτωση συναρμόδιων Υπουργών, μπορεί να καθορίζονται περαιτέρω κανόνες για την κατανομή του κόστους της κατανάλωσης θερμότητας ή ζεστού νερού στις περιπτώσεις πολυκατοικιών ή κτιρίων πολλαπλών χρήσεων στις οποίες παρέχεται τηλεθέρμανση ή τηλεψύξη ή με κοινόχρηστα συστήματα ψύξης ή θέρμανσης, για να διασφαλίζουν τη διαφάνεια και την ακρίβεια του καταμερισμού της ατομικής κατανάλωσης. Όπου συντρέχει περίπτωση, οι κανόνες αυτοί περιλαμβάνουν κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο κατανομής του κόστους για τη θέρμανση ή/και το ζεστό νερό ως εξής:
α) ζεστό νερό για οικιακές ανάγκες,
β) θερμότητα που εκλύεται από την εγκατάσταση του κτιρίου με σκοπό τη θέρμανση των κοινόχρηστων χώρων (στην περίπτωση που τα κλιμακοστάσια και οι διάδρομοι είναι εξοπλισμένοι με θερμαντικά σώματα),
γ) θέρμανση διαμερισμάτων.
7. Οι δαπάνες για την εγκατάσταση των μετρητών του παρόντος άρθρου μπορεί να θεωρηθούν επιλέξιμες για τους τελικούς καταναλωτές στο πλαίσιο υλοποίησης συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων ή άλλων μέτρων πολιτικής, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η σχετική νομοθεσία της Ένωσης. 

ΠΗΓΗ: www.et.gr, dsanet.gr
 

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΧΗΡΩΝ KAI ΔΙΑΖΕΥΓΜΕΝΩΝ ΑΡΘ.12 Ν. 4387/2016



Με την εγκύκλιο Φ80000/οικ60272/2196/23-12-2016 αναλύονται οι διατάξεις των άρθρων 12 και 16 του ν. 4387/2016 που ορίζουν τις προϋποθέσεις χορήγησης σύνταξης λόγω θανάτου στους δικαιούχους -εφόσον ο θάνατος επήλθε μετά την 13-5-2016- επιγραμματικά ως εξής:
ΕΠΙΖΩΝ ΣΥΖΥΓΟΣ:
Διάρκεια γάμου τουλάχιστον 5 έτη εφόσον δεν υπάρχουν τέκνα (με εξαιρέσεις όπως θάνατος από ατύχημα)
Καταβολή ολόκληρης της σύνταξης επί 3 έτη ανεξάρτητα από την ηλικία του επιζώντος συζύγου.
Μετά την 3 ετία : Εάν ηλικία ΑΝΩ ΤΩΝ 55 : δεν διακόπτεται.
Εάν συμπλήρωση των 55 ετών εντός της τριετίας από το θάνατο του συζύγου: Διακοπή της σύνταξης και επαναχορήγηση με τη συμπλήρωση των 67 ετών.
Εάν ηλικία ΚΑΤΩ ΤΩΝ 52 ΕΤΩΝ: μετά την συμπλήρωση της πρώτης 3ετίας δεν επαναχορηγείται.
Εάν ο επιζών είναι κάτω των 55 ετών αλλά α) υπάρχουν ανήλικα άγαμα τέκνα, ή τέκνα έως 24 ετών που σπουδάζουν ή είναι άγαμα και ανίκανα για εργασία, ή ο/η σύζυγος είναι ανάπηρος/η με ποσοστό άνω των 67% τότε η σύνταξη εξακολουθεί να καταβάλλεται ολόκληρη και έως την παύση ισχύος της αντίστοιχης προϋπόθεσης (λήξη ανηλικότητας, αναπηρίας κλπ). Επαναχορήγηση στην ηλικία των 67 ετών εφόσον συμπληρώθηκαν τα 55 έτη του επιζώντος εντός της διάρκειας της ανηλικότητας, αναπηρίας κλπ.
Σε περίπτωση που κατά την επαναχορήγηση ο δικαιούχος λαβαίνει άλλη σύνταξη ή εργάζεται το ποσό της σύνταξης επιζώντος μειώνεται στο 50%.

ΔΙΑΖΕΥΓΜΕΝΟΣ ΣΥΖΥΓΟΣ
Δικαιούται σύνταξη εφόσον : α) κατά τη στιγμή του θανάτου ελάμβανε ή δικαιούταν διατροφή δυνάμει δικαστικής απόφασης ή ιδιωτικού συμφωνητικού. β) η διάρκεια του γάμου ήταν τουλάχιστον 10 έτη, γ) το διαζύγιο δεν οφείλεται σε ισχυρό κλονισμό με υπαιτιότητα του αιτούντος τη σύνταξη δ) το μέσω μηνιαίο εισόδημα του δεν ξεπερνάει τα 720 Ε, ε) δεν έχει ξαναπαντρευτεί.
Ως προς τα όρια ηλικία ισχύον τα σχετικά με τον επιζώντα σύζυγο όπως αναλύονται παραπάνω.

ΠΟΣΟ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

Γενικά : 50% του ποσού που ελάμβανε ο θανών.
Εάν ο γάμος έλαβε χώρα μετά τη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος του θανόντα: υπολογισμός του ποσού ανάλογα με τη διαφορά ηλικίας των συζύγων αν υπάρχει αναπηρία του επιζώντος παραμένει το 50% της σύνταξης.

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΝΣΗΜΟΥ ΣΤΙΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΕΣ ΑΓΩΓΕΣ

ΝΟΜΟΣ 4446 ΦΕΚ Α 240/22.12.2016
...............................
Α. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Άρθρο 33
Κατάργηση δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές
1. Η παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942 (Α' 189), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3994/2011 (Α' 165) και το άρθρο 21 του ν. 4055/2012 (Α'51), αντικαθίσταται ως εξής: «3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές αγωγές, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού».
2. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, καθώς και στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του.
Άρθρο 34
Μεταρρύθμιση δικαστικού ενσήμου στις καταψηφιστικές αγωγές των εργατικών διαφορών
Στο άρθρο 71 του Εισαγωγικού Νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθεται δεύτερο εδάφιο, ως εξής: «Στις περιπτώσεις εργατικών διαφορών, για τις οποίες καταβάλλεται δικαστικό ένσημο, αυτό καθορίζεται σε ποσοστό τέσσερα τοις χιλίοις (4%ο) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις».
Άρθρο 35
Τροποποιήσεις διατάξεων σχετικά με τα παράβολα και τα τέλη στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
1. Στο άρθρο 241 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Προϋπόθεση για τη χορήγηση αναβολής κατόπιν αιτήματος του διαδίκου, πλην των περιπτώσεων αποχής δικηγόρων, είναι η κατάθεση, υπέρ του Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.):
α) ενώπιον Ειρηνοδικείου και Μονομελούς Πρωτοδικείου παραβόλου ποσού είκοσι (20) ευρώ, β) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου παραβόλου ποσού τριάντα (30) ευρώ, γ) ενώπιον του Εφετείου παραβόλου ποσού σαράντα (40) ευρώ.
Στις περιπτώσεις που το αίτημα υποβάλλεται από το ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. ως διάδικο, το παράβολο του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλεται υπέρ του Δημοσίου. Αν υποβάλλεται κοινό αίτημα από περισσότερους διαδίκους κατατίθεται ένα παράβολο από τους αιτούντες, που επιμερίζεται ισομερώς σε αυτούς».

ΠΗΓΗ: dsanet.gr

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

ΠΡΟΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΕΤΕΑ

ΘΕΜΑ: Γνωστοποίηση ρυθμίσεων του ν. 4387/2016, που αφορούν το ΕΤΑΤ και τους συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος του ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ). 
Σας γνωρίζουμε ότι στο ΦΕΚ 85/12.5.2016, τεύχος Α', δημοσιεύτηκε ο νόμος 4387 «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας - Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού-συνταξιοδοτικού συστήματος - Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις», στα άρθρα 51, 53 και 73Α του οποίου περιλαμβάνονται ρυθμίσεις που προβλέπουν την ένταξη, από 1.1.2017, του Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ) και των συνταξιούχων προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος του ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ) στον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) και την άμεση αναπροσαρμογή των καταβαλλόμενων από το ΕΤΑΤ παροχών, καθώς και των συντάξεων προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος του ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ).
Ειδικότερα, στον ανωτέρω νόμο ορίζονται τα εξής:
Ι. Ένταξη ΕΤΑΤ και συνταξιούχων προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ) στον ΕΦΚΑ 
1. Στην παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 4387/2016 προβλέπεται η σύσταση και έναρξη λειτουργίας από 1.1.2017 του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ), ως ν.π.δ.δ. υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
Ο ΕΦΚΑ αποτελείται από έναν (1) κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών, στον οποίο εντάσσονται από 1.1.2017 διάφοροι ασφαλιστικοί φορείς, μεταξύ των οποίων και το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ) (άρθρο 53 παρ. 1 περ. Η') 
Για το λόγο αυτό και με βάση την περίπτωση β' της παρ. 2 του άρθρου 51, στον σκοπό του ΕΦΚΑ περιλαμβάνεται και η χορήγηση προσυνταξιοδοτικών και άλλων παροχών στους συνταξιούχους και στους μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένους του ΕΤΑΤ, οι οποίοι έως την έναρξη ισχύος του νόμου (δηλ. μέχρι και 12-5-2016) έχουν θεμελιώσει δικαίωμα λήψης της παροχής, καθώς και στους συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος του ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ), οι οποίοι ως συνταξιούχοι του ΤΕΑΠΕΤΕ κατά την 17.4.2006 υπήχθησαν από 18.4.2006 στο τ. ΕΤΕΑΜ (νυν ΕΤΕΑ), κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 3455/2006 και οι οποίοι καθίστανται από 1.1.2017 συνταξιούχοι του ΕΦΚΑ (άρθρο 73Α παρ. 4).
2α. Σύμφωνα με τη ρητή διατύπωση του τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 53, η προσυνταξιοδοτική παροχή στους μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένους του ΕΤΑΤ, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους, χορηγείται σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης των οικείων φορέων ασφάλισης (ΤΕΑΠΕΤΕ, ΤΑΠΤΠ και ΛΑΚ) του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων (Εμπορική και Τράπεζα Πειραιώς, Alpha Bank και Τράπεζα Αττικής), οι ασφαλισμένοι των οποίων υπήχθησαν με ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις στο ΕΤΑΤ, εφόσον έχουν θεμελιώσει έως την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, δηλαδή έως και τις 12.5.2016, το σχετικό δικαίωμα. 
Διευκρινίζεται ότι θεμελιωμένο δικαίωμα υφίσταται όταν ο ασφαλισμένος συμπληρώνει τον ελάχιστο χρόνο ασφάλισης (συντάξιμα έτη) και το όριο ηλικίας (όπου αυτό προβλέπεται), που απαιτούνται για την συνταξιοδότησή του με άμεση καταβολή της προσυνταξιοδοτικής παροχής. Το θεμελιωμένο συνταξιοδοτικό δικαίωμα μπορεί να ασκηθεί οποτεδήποτε και ο ασφαλισμένος έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει εργαζόμενος.
Κατά συνέπεια, όσοι μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένοι του ΕΤΑΤ έχουν συμπληρώσει μέχρι και τις 12.5.2016 τις απαιτούμενες από το ΤΕΑΠΕΤΕ, ΤΑΠΤΠ και ΛΑΚ προϋποθέσεις ηλικίας (όπου απαιτείται) και χρόνου ασφάλισης για άμεση καταβολή της προσυνταξιοδοτικής παροχής μέχρι τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων χορήγησης κύριας σύνταξης, όπως εκάστοτε ισχύουν, μπορούν να λάβουν την προσυνταξιοδοτική παροχή με τις προϋποθέσεις αυτές οποτεδήποτε.
Περαιτέρω διευκρινίζεται ότι δικαιούνται να λάβουν την προσυνταξιοδοτική παροχή σύμφωνα με τα ανωτέρω και τα πρόσωπα για τα οποία έχει εκδοθεί απόφαση αναστολής (έχουν δηλαδή αποχωρήσει από την ασφάλιση στο Ταμείο έχοντας συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης αλλά όχι και το όριο ηλικίας) εφόσον η αποχώρηση έχει λάβει χώρα έως και την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, ήτοι έως την 12-5-2016.
Ομοίως δικαιούνται να λάβουν την προσυνταξιοδοτική παροχή και τα πρόσωπα που πληρούν τις ανωτέρω προϋποθέσεις και υποβάλλουν αίτηση για λήψη της παροχής με αναστολή.
β. Οι μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένοι του ΕΤΑΤ που δεν θεμελιώνουν μέχρι 12.5.2016 δικαίωμα άμεσης καταβολής της προσυνταξιοδοτικής παροχής και έχουν καταβάλει εισφορές επικουρικής ασφάλισης ανώτερες από τις προβλεπόμενες για το ΕΤΕΑ, θα λάβουν επικουρική σύνταξη από το ΕΤΕΑ, η οποία θα προσαυξηθεί σύμφωνα με το άρθρο 30 του ν. 4387/2016 για κάθε έτος που έχει καταβληθεί επιπλέον εισφορά, με ετήσιο συντελεστή αναπλήρωσης 0,075% για καθεμία ποσοστιαία μονάδα (1%) επιπλέον εισφοράς.
ΙΙ. Αναπροσαρμογή προσυνταξιοδοτικών και άλλων παροχών ΕΤΑΤ και προσυνταξιοδοτικών παροχών ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ)
1α. Με τις διατάξεις του άρθρου 73Α επανακαθορίζεται από 13.5.2016, ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4387/2016, ο τρόπος υπολογισμού των καταβαλλόμενων από το ΕΤΑΤ παροχών (σύνταξη προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος ΤΕΑΠΕΤΕ, ΤΑΠΤΠ και ΛΑΚ, διαφορά ποσών επικουρικής σύνταξης και δευτερεύουσα επικουρική σύνταξη ΛΑΚ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 73Α, από την έναρξη ισχύος του νόμου (13.5.2016) η προσυνταξιοδοτική παροχή των ασφαλισμένων στο ΕΤΑΤ υπολογίζεται με βάση ποσοστό αναπλήρωσης, το οποίο για κάθε χρόνο ασφάλισης στους ιδιωτικής προέλευσης φορείς επικουρικής ασφάλισης (ΤΕΑΠΕΤΕ, ΤΑΠΤΠ και ΛΑΚ) του προσωπικού των αντίστοιχων πιστωτικών ιδρυμάτων οι ασφαλισμένοι των οποίων υπήχθησαν στο ΕΤΑΤ, αντιστοιχεί μεσοσταθμικά σε ποσοστό 1,75%, υπολογιζόμενου επί των συντάξιμων αποδοχών, όπως αυτές καθορίζονται από τις οικείες καταστατικές τους διατάξεις. 
Συνεπώς, κατ' εφαρμογή του άρθρου 73Α του ν. 4387/2016 η προσυνταξιοδοτική παροχή κάθε επιμέρους Ταμείου που εντάχθηκε στο ΕΤΑΤ, υπολογίζεται ως ακολούθως:
  • ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΥΣ ΤΟΥ πρ. ΤΕΑΠΕΤΕ 
Η προσυνταξιοδοτική παροχή της κατηγορίας αυτής δικαιούχων υπολογίζεται με βάση ποσοστό αναπλήρωσης, το οποίο για κάθε συντάξιμο χρόνο κύριας και επικουρικής ασφάλισης αντιστοιχεί σε ποσοστό 0,930% υπολογιζόμενου επί των συντάξιμων αποδοχών και αναλύεται:
0,930% x (χρόνος κύριας ασφάλισης + χρόνος επικουρικής ασφάλισης) x Συντάξιμες
Αποδοχές
  • ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΥΣ ΤΟΥ πρ. ΤΑΠΤΠ 
Η προσυνταξιοδοτική παροχή της κατηγορίας αυτής δικαιούχων υπολογίζεται με βάση ποσοστό αναπλήρωσης, το οποίο για κάθε συντάξιμο χρόνο επικουρικής ασφάλισης αντιστοιχεί σε ποσοστό 1,75% υπολογιζόμενου επί των συντάξιμων αποδοχών και αναλύεται:
1,75% x Χρόνια Επικουρικής Ασφάλισης x Συντάξιμες Αποδοχές
• ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΥΣ ΤΟΥ πρ. ΛΑΚ
Η προσυνταξιοδοτική παροχή της κατηγορίας αυτής δικαιούχων υπολογίζεται με βάση ποσοστό αναπλήρωσης, το οποίο για κάθε συντάξιμο χρόνο επικουρικής ασφάλισης αντιστοιχεί σε ποσοστό 1,75% υπολογιζόμενου επί των συντάξιμων αποδοχών και αναλύεται:
1,75% x Χρόνια Επικουρικής Ασφάλισης x Συντάξιμες Αποδοχές
β. Το 50% του συνολικού ακαθάριστου ποσού της μηνιαίας αυτής προσυνταξιοδοτικής παροχής που προκύπτει από τον ανωτέρω υπολογισμό (και περιλαμβάνει ποσά κύριας και επικουρικής σύνταξης) υπόκειται στην παρακράτηση της Εισφοράς Αλληλεγγύης
Συνταξιούχων του άρθρου 38 του ν. 3863/2010, όπως ισχύει, και της επιπλέον εισφοράς της παρ. 11 του άρθρου 44 του ν.3986/2011, ενώ το υπόλοιπο 50% υπόκειται στην παρακράτηση της Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης της παρ. 13 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 12 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 4024/2011.
Το ποσό που προκύπτει μετά τα παραπάνω, συμπεριλαμβανομένης και της εισφοράς υγειονομικής περίθαλψης, καταβάλλεται έως τον χρόνο πλήρωσης των προϋποθέσεων άμεσης καταβολής κύριας σύνταξης, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά.
2. Στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι, μετά τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων χορήγησης κύριας σύνταξης, το συνολικό ποσό της προσυνταξιοδοτικής παροχής μειώνεται κατά τα ποσά κύριας και επικουρικής σύνταξης που λαμβάνει ο δικαιούχος και το τυχόν απομένον ποσό επανυπολογίζεται με βάση ποσοστό αναπλήρωσης, το οποίο για κάθε χρόνο ασφάλισης αντιστοιχεί σε ποσοστό 0,45%, υπολογιζόμενου επί των συντάξιμων αποδοχών εκάστου ασφαλισμένου, όπως αυτές υπολογίζονται για την έκδοση της κύριας σύνταξης.
Επισημαίνεται ότι, σε καμία περίπτωση το άθροισμα αναφερόμενων στο προηγούμενο εδάφιο ποσών (κύριας, επικουρικής σύνταξης και τυχόν διαφοράς επικουρικής σύνταξης) που λαμβάνει ο συνταξιούχος και αντιστοιχούν στο χρόνο ασφάλισης για τον οποίο υπολογίστηκε η προσυνταξιοδοτική παροχή, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ακαθάριστο συνολικό ποσό της προσυνταξιοδοτικής παροχής που ελάμβανε ο δικαιούχος, κατ' εφαρμογή της ως άνω παρ. 1 του άρθρου 73Α.
Εξυπακούεται ότι το ως άνω ανώτατο όριο αφορά μόνο την περίπτωση που προκύπτει επιπλέον ποσό ως διαφορά, μετά την αφαίρεση των ποσών της ακαθάριστης δικαιούμενης κύριας και επικουρικής σύνταξης από την προσυνταξιοδοτική παροχή, οι οποίες (κύρια και επικουρική σύνταξη) υπολογίζονται σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία.
3. Στην παρ. 3 ορίζεται ότι, οι ήδη καταβαλλόμενες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου προσυνταξιοδοτικές και άλλες παροχές (συντάξεις προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος, διαφορές ποσών επικουρικής σύνταξης ΤΕΑΠΕΤΕ και δεύτερη επικουρική σύνταξη ΛΑΚ) του ΕΤΑΤ αναπροσαρμόζονται με βάση τις διατάξεις του παρόντος άρθρου 73A (παρ. 1 και 2) και καταβάλλονται εφεξής, συνεπώς από 1.6.2016, στο ποσό που προκύπτει μετά τον κατά τα ανωτέρω υπολογισμό (συντάξεις προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος με ετήσιο ποσοστό αναπλήρωσης κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω υπό στοιχείο 1α, διαφορές ποσών επικουρικής σύνταξης ΤΕΑΠΕΤΕ και δεύτερη επικουρική σύνταξη ΛΑΚ με ετήσιο ποσοστό αναπλήρωσης 0,45%).
Σε κάθε περίπτωση πάντως διευκρινίζεται ότι, κατ' εφαρμογή των προβλεπόμενων στο άρθρο 73Α και του γεγονότος ότι το νέο ποσοστό αναπλήρωσης εφαρμόζεται «μεσοσταθμικά», το ποσοστό μείωσης της (μικτής) προσυνταξιοδοτικής παροχής, στο ύψος που αυτή διαμορφώνεται μετά την αναπροσαρμογή της, δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο του 21% συγκριτικά προς το ποσό της καταβαλλόμενης προσυνταξιοδοτικής παροχής, στο ύψος που είχε διαμορφωθεί κατά την εφαρμογή του νέου τρόπου υπολογισμού, συνυπολογιζομένων της εισφοράς υγειονομικής περίθαλψης και εισφοράς αλληλεγγύης του ν. 3986/2011.
Περαιτέρω δε διευκρινίζεται ότι, ακόμα και μετά τον κατά τα ανωτέρω επανυπολογισμό η προσυνταξιοδοτική παροχή δεν δύναται σε καμία περίπτωση να είναι μικρότερη του ποσού των 620 €, συμπεριλαμβανομένων της εισφοράς υγειονομικής περίθαλψης και εισφοράς αλληλεγγύης του ν. 3986/2011
Οι προσυνταξιοδοτικές παροχές που κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 είχαν διαμορφωθεί σε ύψος μικρότερο των 620 €, όπως ανωτέρω αναλύθηκε, εξακολουθούν να καταβάλλονται και μετά την 1-6-2016 στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί.
4. Στο πλαίσιο ισότιμης αντιμετώπισης ομοειδών καταστάσεων, με την παρ. 4 προβλέπεται αφενός η ένταξη στον ΕΦΚΑ, από την έναρξη λειτουργίας του 1.1.2017, των προερχόμενων από το ΤΕΑΠΕΤΕ συνταξιούχων προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος του ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ) και αφετέρου η άμεση αναπροσαρμογή των προσυνταξιοδοτικών παροχών τους, κατά αναλογία με τα προβλεπόμενα για τις καταβαλλόμενες από το ΕΤΑΤ προσυνταξιοδοτικές παροχές.
5. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, η διαδικασία αναπροσαρμογής των προσυνταξιοδοτικών και άλλων παροχών του ΕΤΑΤ και προσυνταξιοδοτικών παροχών ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ) εφαρμόζεται από τις πληρωμές μηνός Ιουνίου 2016. Τα υπερβάλλοντα ποσά που καταβάλλονται μέχρι την πλήρη εφαρμογή της διαδικασίας παρακρατούνται σε ισόποσες δόσεις το αργότερο μέχρι και τις πληρωμές μηνός Δεκεμβρίου 2016.
6. Μετά την αναπροσαρμογή των προσυνταξιοδοτικών παροχών του ΕΤΑΤ και του ΕΤΕΑ με βάση τις διατάξεις του άρθρου 73Α του ν. 4387/2016 στους δικαιούχους που καλύπτονται για παροχές σε είδος από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., θα παρακρατείται από 1-7-2016 και αποδίδεται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. εισφορά υγειονομικής περίθαλψης 6% επί του καταβαλλόμενου ποσού προσυνταξιοδοτικής παροχής, αφού αφαιρεθούν τα ποσά που αντιστοιχούν στις εισφορές του άρθρου 38 του ν. 3863/2010, όπως ισχύει, και των παρ. 11, 12 και 13 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α'152), όπως ισχύει.
Οι διαφορές που θα προκύψουν λόγω της εφαρμογής του άρθρου 44 του ν. 4387/2016 από 1-7-2016 θα συμψηφιστούν με το χορηγούμενο ποσό προσυνταξιοδοτικής παροχής.
7. Σε ό,τι αφορά, τέλος, τις εκκρεμείς αιτήσεις συνταξιοδότησης που έχουν υποβληθεί στο ΕΤΑΤ μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.4387/2016, δηλαδή μέχρι και τις 12-5-2016, διευκρινίζεται ότι αυτές κρίνονται, ως προς τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης και τον τρόπο υπολογισμού της σύνταξης, σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο που ίσχυε κατά το χρόνο υποβολής τους και αναπροσαρμόζονται στη συνέχεια βάσει των διατάξεων του άρθρου 73Α.
Κατόπιν των ανωτέρω, παρακαλούμε για την άμεση και ορθή εφαρμογή των κοινοποιούμενων διατάξεων και την συνεργασία των αρμόδιων υπηρεσιών για την υλοποίησή τους.
Ο Υφυπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης & Κοινωνικής Αλληλεγγύης
Αναστάσιος Πετρόπουλος

ΠΗΓΗ: www.forin.gr

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΛΟΓΩ ΠΕΝΙΑΣ ΣΤΟ ΣΤΕ ΚΑΙ ΣΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ



Αριθμός 169/2016
Η Πρόεδρος του Β' Τμήματος
του Συμβουλίου της Επικρατείας

Έχοντας υπόψη:
1. Την υπ' αριθμ. πρωτ. Π 3579/7.10.2016 αίτηση της ... με την οποία ζητεί τον διορισμό δικηγόρου, λόγω πενίας, για την εκπροσώπησή της (ως αναιρεσίβλητης) κατά τη συζήτηση των υπ' αριθμ. ....αιτήσεων αναιρέσεως του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Α' Αθηνών κατά των υπ' αριθμ. ...αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, αντιστοίχως, και τη διενέργεια των απαραίτητων για τα συμφέροντά της διαδικαστικών πράξεων.
2. Τις διατάξεις των άρθρων 194-204 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ, π.δ.305/1985, Α' 182), που εφαρμόζονται αναλόγως, δυνάμει του άρθρου 40 του π.δ. 18/1989 (Α' 8), και κατά την ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας διαδικασία (ΣτΕ 1160/1989 Ολομ.), στις οποίες ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις χορηγήσεως του ευεργετήματος πενίας. Εξάλλου, δεν είναι εφαρμοστέες, εν προκειμένω, οι διατάξεις του άρθρου 276 Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν.2717/1999, Α' 97), τις οποίες επικαλείται η αιτούσα, και οι οποίες ρυθμίζουν τις προυποθέσεις και τη διαδικασία χορηγήσεως του ευεργετήματος πενίας ενώπιον τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.
3. Τις διατάξεις του άρθρου 194 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες: "Το ευεργέτημα της πενίας παρέχεται σε οποίον αποδεδειγμένα δεν μπορεί να καταβάλει τα έξοδα της δίκης και τα παράβολα χωρίς να περιορισθούν από αυτό τα απαραίτητα μέσα για τη διατροφή του ίδιου και της οικογένειάς του [...]" (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 6 παρ 8 του ν. 4055/2012, Α' 51) και του άρθρου 196 του ιδίου Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες: "1. Το ευεργέτημα της πενίας δίνεται ύστερα από αίτηση, από [...] τον πρόεδρος του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη [...].2.[...]3. Στην αίτηση πρέπει να επισυνάπτονται: α) πιστοποιητικό, ατελώς, του δημάρχου όπου είναι η κατοικία ή η μόνιμη διαμονή του αιτούντος, το οποίο βεβαιώνει την επαγγελματική, οικονομική και οικογενειακή κατάστασή του, καθώς και όσα ορίζονται στο άρθρο 194 παράγραφοι 1 έως 3, και β) πιστοποιητικό, ατελώς, του οικονομικού εφόρου της κατοικίας ή της μόνιμης διαμονής του αιτούντος το οποίο βεβαιώνει αν ο αιτών υπέβαλε κατά την τελευταία τριετία δήλωση φόρου εισοδήματος ή οποιουδήποτε άλλου άμεσου φόρου, καθώς και την εξακρίβωσή της, ύστερα από έλεγχο" ( όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 17 παρ. 2. του ω.3994/2011, Α' 165).
4. Το γεγονός ότι η αιτούσα δεν επισυνάπτει στην κρινόμενη αίτηση τα προβλεπόμενα από την προπαρατεθείσα παράγραφο 3 του άρθρου 196 του ΚΠολΔ στοιχεία, η προσκόμιση των οποίων είναι αναγκαία για το παραδεκτό της υπό κρίση αιτήσεως, τα δε προσκομισθέντα από αυτήν, ήτοι: α) τα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος των φορολογικών ετών 2014 και 2015, β) η δήλωση φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2015 και γ) τα σημειώματα περιουσιακής κατάστασης για τα έτη 2015 και 2016, δεν μπορούν να αναπληρώσουν τα ως άνω κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία (πρβλ. ΑΕΔ 25/1995, 2/1997, βλ. πράξεις 97/2016 του Προέδρου του Α' Τμήματος, 213/2014 του Προέδρου του Β΄Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας κ.α.).

ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ

Απορρίπτουμε την αίτηση.

Αθήνα, 24 Οκτωβρίου 2016

Η Πρόεδρος


Ε. Σάρπ